Το Jurassic World Dominion έχει την φρεσκάδα ενός απολιθώματος - Review  

Τουλάχιστον αυτή η τριλογία φαίνεται να τελείωσε…

Το Jurassic World Dominion έχει την φρεσκάδα ενός απολιθώματος - Review

Το πρώτο Jurassic Park είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της δεκαετίας του '90. Θα έλεγα, χωρίς περιστροφές, ότι αγγίζει την τελειότητα σε αυτό που προσπαθεί να κάνει. Η ιδέα στην οποία στηρίζεται όμως, δεν μπορεί να σηκώσει στις πλάτες του ένα franchise πολλών κεφαλαίων. Αυτό φάνηκε ήδη από το δεύτερο φιλμ που έχει στο τιμόνι ακόμα τον Steven Spielberg. Το Lost World συνεχίζει να έχει την βιρτουοζιτέ του Αμερικανού σκηνοθέτη σε ορισμένες πραγματικά απίθανες σκηνές αγωνίας, αλλά, διακρίνεται από μια επανάληψη σε ιδέες, ενώ σεναριακά μοιάζει ήδη “ξεχειλωμένο”.

Όπως αποδείχτηκε, το πρώτο Jurassic Park εξάντλησε το θέμα του σε όλα τα επίπεδα, αλλά το χρήμα είναι χρήμα και κανένας παραγωγός δεν είπε φυσικά όχι σε λίγο ακόμα από αυτό. Οπότε, κάπως έτσι, έχουμε φτάσει τώρα στην έκτη ταινία αυτού του franchise και αναμενόμενα, είναι μια απερίγραπτη “σαλάτα” από ιδέες, χαρακτήρες και θέματα. Και αν αυτό είναι πλέον αναμενόμενο από τα Jurassic World, το θέμα είναι ότι και από άποψη θεάματος, κάτι που μάλλον οι περισσότεροι θεατές θα βάλουν ως προτεραιότητα, φαίνεται να έχει φτάσει σε ένα δημιουργικό τέλμα.

Το Jurassic World: Dominion διαδραματίζεται 4 χρόνια μετά τα γεγονότα του Fallen Kingdom και την απελευθέρωση των δεινοσαύρων στον κόσμο. Σε αυτήν την νέα τάξη πραγμάτων στην οποία οι δεινόσαυροι συνυπάρχουν με τους ανθρώπους και τα υπόλοιπα ζώα, έχει αναδυθεί μια τεράστια μαύρη αγορά δεινοσαύρων αλλά και μια γιγάντια bio-tech εταιρεία ονόματι Biosyn. Η Claire (Bryce Dallas Howard) και ο Owen (Chris Pratt) ζούνε απομονωμένοι σε ένα μικρό σπίτι στα βουνά της Sierra Nevada μαζί με την κλωνοποιημένη εγγονή του Benjamin Lockwood, Maisie, ενώ οι Ellie (Laura Dern), ο Allan (Sam Neil) και ο Ian (Jeff Goldblum), η τριάδα της πρώτης ταινίας, εμπλέκονται σε μια υπόθεση μεταλλαγμένων ακρίδων.

Η πλοκή θα τους φέρει φυσικά όλους μαζί αντιμέτωπους με τον tech δισεκατομυριούχο – ιδιοκτήτη/ιδρυτή της Biosyn. Ναι, ο “κακός” είναι μια απόπειρα για ένα εύκολο σύγχρονο σχόλιο, αλλά να για να είμαι ειλικρινής, ο -κάτι ανάμεσα σε Jobs, Musk και Zuckerberg- χαρακτήρας του Campbell Scott, είναι ίσως το πιο αληθοφανές και απολαυστικό στοιχείο της ιστορίας.

Η ταινία προσπαθεί να είναι ταυτόχρονα ένα κλείσιμο για την σύγχρονη τριλογία και ένας νοσταλγικός φόρος τιμής της αρχικής ταινίας, αλλά τα κάνει και τα δύο με έναν άγαρμπο και πιεσμένο τρόπο. Για το πρώτο, φαντάζει μάλλον φυσιολογική αυτή η εξέλιξη γιατί έτσι κι αλλιώς οι χαρακτήρες αυτοί δεν είχαν ποτέ κάποια συγκεκριμένη πορεία από την μία ταινία στην άλλη. Έμοιαζαν με φύλλα στον άνεμο που έπνεε η κάθε ταινία και δεν ήταν ποτέ το πραγματικό επίκεντρο. Άρα, πέρα από μια οικειότητα, δεν έχουμε και κάποια ιδιαίτερη σύνδεση να κουβαλήσουμε μαζί μας σε αυτό το κλείσιμο. Δυο ταινίες και τώρα τρεις, δεν έχει χτιστεί τίποτα το ιδιαίτερο πέρα γι’ αυτούς τους χαρακτήρες. Είναι το ίδιο μονοδιάστατοι όσο στην πρώτη ταινία. Αυτό δεν θα ήταν ιδιαίτερο πρόβλημα αν τουλάχιστον είχαν λίγη γοητεία ή έστω χημεία μεταξύ τους. Έτσι βγάζει το ψωμί του κάθε action hero εξάλλου. Αλλά όχι. Το ζευγάρι Claire – Owen, εδώ ως απελπισμένοι γονείς, συνεχίζει να είναι από τα πλέον αδιάφορα για τον τόσο χρόνο που έχουν μοιραστεί μαζί στην οθόνη.

Εκτός αυτού, ό,τι προσπαθεί να χτίσει το Dominion αφηγηματικά, δεν πατάει σε στέρεη βάση. Από το ρομάντζο της Ellie με τον Allan, την ιστορία με την κλώνο Maisie που ψάχνει για ταυτότητα, την ανάμιξη του Ian ως διανοούμενου-παλιάτσου της αυλής του δισεκατομμυριούχου, μέχρι τους νέους χαρακτήρες που εισάγονται, η ταινία δεν πείθει και δεν μας παίρνει μαζί της. Όλο το concept του κόσμου είναι τραβηγμένο από τα μαλλιά, μάλλον γιατί θα μπορούσε να δημιουργήσει cool εικόνες, και ό,τι έχει να κάνει με αυτήν την συμβίωση με τους δεινόσαυρους, δεν βγάζει και ιδιαίτερο νόημα.

Προσπαθεί να κάνει κάποιο οικολογικό σχόλιο περί σεβασμού της φύσης και της ζωής γενικότερα; Για τα δικαιώματα των ζώων ίσως, μέσα από τους δεινόσαυρους; Να θέσει ζητήματα βιοηθικής; Τίποτα δεν αρθρώνεται καθαρά πέρα από την αρρωστημένη ιδιοτέλεια του δισεκατομμυριούχου που προσπαθεί να μασκαρευτεί πίσω από λόγους περί “προσφοράς στον κόσμο”. Κατά τη γνώμη μου, είναι από αυτές τις ταινίες που δεν λέει κάτι, αλλά προσποιείται ότι θέλει να πει.  

Όσον αφορά το νοσταλγικό κομμάτι τώρα, υπάρχουν πολλές σκηνές που παραπέμπουν στην πρώτη ταινία όπως και η αφηγηματική ένωση των τριών χαρακτήρων από τα παλιά. Κι εδώ όμως, δυστυχώς, όλα μοιάζουν “κούφια” και άψυχα. Ούτε η άνεση και η χαρισματικότητα του Jeff Goldblum δεν είναι ικανές να σώσουν αυτήν την αμήχανη απόπειρα στην νοσταλγία. Ο Trevorrow, που επιστρέφει πάλι στο τιμόνι της σκηνοθεσίας μετά το πρώτο, φαίνεται σαν να μην ξέρει πώς να το χειριστεί και καταλήγει σε μια προσπάθεια μίμησης εικόνων και καταστάσεων η οποία, στην σύγκριση, σίγουρα δεν τον κολακεύει.

Τελικά τι μένει; Ένα εύπεπτο και προβλέψιμο θέαμα το οποίο είναι μεν τεχνικά άρτιο αλλά στερείται φαντασίας και φρέσκων ιδεών. Με μικρές εξαιρέσεις, κάθε συνάντηση με τους δεινόσαυρους, νιώθεις ότι κάπου την έχεις ξαναδεί σε καλύτερη εκδοχή. Η μετατροπή αυτών των ταινιών από pulp thrillers σε περιπέτειες θεάματος θεωρώ ότι έχει πληγώσει ανεπανόρθωτα το αντίκτυπο αυτών των σκηνών. Το Jurassic Park σου έκοβε την ανάσα, ίδρωνε τις παλάμες σου. Εδώ μιλάμε για θεαματικά roller coasters με συγκινήσεις που είναι εξόφθαλμα τεχνητές και αναμενόμενες.

Όπως λέει και σε κάποια φάση προς το τέλος ο Ian του Goldblum: “Jurassic World? Not a fan.”