Sicario 2: Day of the Soldado Movie Review  

Η συνέχεια ενός αφοπλιστικού έπους που βαδίζει συγκρατημένα στα χνάρια του

Sicario 2: Day of the Soldado Movie Review

Τρία χρόνια ύστερα από την καθηλωτική ιστορία του Sicario, η οποία αποτυπώθηκε στο πανί της μεγάλης οθόνης μέσα από την ξεχωριστή σκηνοθετική μανιέρα του Denis Villeneuve (Blade Runner 2049, Incendies, Prisoners), ο Stefano Sollima έβαλε ως προσωπικό του στοίχημα αν όχι να ξεπεράσει τον προκάτοχό του, τουλάχιστον να ενορχηστρώσει την δράση ενός αξιόμαχου sequel που μπορεί να σταθεί επάξια δίπλα στο 1ο κεφάλαιο απ’ όπου άρχισαν όλα.

Ο ιταλικής καταγωγής δημιουργός των ACAB-All Cops Are Bastards, Suburra και του Gomorrah, έχοντας στο πλευρό του τον καταξιωμένο Οσκαρικό σεναριογράφο Taylor Sheridan (Wind River, Hell or High Water), με το Sicario: Day of the Soldado προσπάθησαν να ανταποκριθούν στην παραπάνω πρόκληση, με τον δεύτερο μάλιστα να δηλώνει χαρακτηριστικά από μεριάς του: «Θα γίνει ο κακός χαμός! Κάνει το πρώτο να μοιάζει με κωμωδία. Ναι. Δεν είμαι ο τύπος που ζητά να γράψει απλώς μία συνέχεια!». Μέσα από την φιλόδοξη αυτή τοποθέτησή του γεννήθηκαν αυτομάτως στο κοινό εξίσου υψηλές προσδοκίες για το Soldado (στα ισπανικά: Ο Στρατιώτης) που υποσχόταν να ανεβάσει κατά πολύ περισσότερο τους παλμούς, ξεπερνώντας με διαφορά το επικό Sicario (Ο Εκτελεστής).

Στο νέο αστυνομικό δράμα, η αγορά του λευκού θανάτου εξακολουθεί να ανθεί στα σύνορα Η.Π.Α. και Μεξικού. Τα μεγαλοστελέχη των αδίστακτων αυτών συμμοριών έχουν εξωθήσει την κατάσταση στα άκρα με το να καταφεύγουν σε ακόμη πιο σκληροπυρηνικές κινήσεις. Πλέον για να εξασφαλίσουν την απρόσκοπτη διακίνηση του εμπορεύματος στην τοποθεσία εκείνη στελεχώνουν το δυναμικό τους με τρομοκράτες ώστε σε περίπτωση ενδεχόμενης εμπλοκής τους με τις ομάδες δίωξης να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά πιθανή ενέδρα των αρχών. Ένας αδυσώπητος πόλεμος ξεκινάει να στήνεται, με αρκετούς θιασώτες του να μπαίνουν με κρυμμένη ατζέντα στο παιχνίδι, ενώ τα μεγάλα καρτέλ ναρκωτικών συγκρούονται για την απόλυτη επικράτησή τους στη περιοχή. Ο πράκτορας της CIA, Matt Graver (Josh Brolin) και o γεμάτος εκδίκηση Alejandro (Benicio Del Toro), λοιπόν, επιστρέφουν στην ενεργό δράση που αποβλέπει στην επιβολή της τάξης, ακόμη και αν αυτό προϋποθέτει το να οργανώσουν και να προχωρήσουν μεθοδικά στην απαγωγή της Isabela Reyes (Isabela Moner), της έφηβης κόρης του διαβόητου βαρόνου κοκαΐνης εν ονόματι Carlos Reyes.  Καθώς οι ώρες περνούν, δίνεται το έναυσμα για ένα ανθρωποκυνηγητό δίχως έλεος όπου ο κλοιός στενεύει ασφυκτικά και η βία έχει τον πρώτο λόγο.

Οι Del Toro και Brolin ηγούνται και πάλι αριστοτεχνικά του επιτελείου των ηθοποιών, υποδυόμενοι τις επιβλητικές κεντρικές μορφές που μας συστήθηκαν στην πρώτη εμβληματική κινηματογραφική μυθοπλασία, με την απουσία όμως της Emily Blunt να είναι πράγματι ηχηρή εδώ. Οι δύο αυτές ταλαντούχες φυσιογνωμίες της υποκριτικής φάνηκε πως επανήλθαν δυναμικά στους γνώριμους ρόλους τους ως εκπρόσωποι του Νόμου, συμμετέχοντας σε μία καταδίωξη που οπωσδήποτε περιλαμβάνει επικίνδυνες τακτικές και θανάσιμα ρίσκα.

 

Το Sicario: Η Μάχη των Εκτελεστών συνιστά ένα στιβαρό θέαμα που ναι μεν μπορεί να σταθεί δίπλα στην πρώτη ταινία ως μία πολύ αξιοπρεπής δουλειά, χωρίς όμως να ξεπεράσει το εκτόπισμα του απαράμιλλου μύθου που μας αφηγήθηκε ο Villeneuve. Ο Sollima διαδέχεται τον συνάδελφό του, μένοντας περισσότερο συνεπής στις κατευθυντήριες γραμμές που του έδωσε, προσέχοντας όμως να παρέχει ίσως σε πιο συγκρατημένο βαθμό την ένταση. Είναι μάλιστα συμφιλιωμένος προκαταβολικά με την παραπάνω ιδέα διότι δεν μοιάζει να επιζητά εκείνο το «χρυσό» συστατικό με το οποίο θα υπερκεράσει τον πάταγο του πρώτου Sicario με εκκωφαντικά ‘πυροτεχνήματα’ αδρεναλίνης και ένα εκρηκτικό κοκτέιλ σασπένς και αγωνίας. Αντιθέτως, μέσα από ένα στρατηγικά βίαια σφυγμομετρημένο χάος και μία πεσιμιστική υπαρξιακή διαδρομή μας παρουσιάζει ένα σφιχτό ψυχόδραμα που καταδύεται σε έναν κόσμο όπου όλα είναι πρόσκαιρα, αναλώσιμα και απίστευτα εκτεθειμένα στην πιο σοβαρή απειλή, αυτήν του βάναυσου θανάτου.

Ο ωμός ρεαλισμός, η βαριά, ζοφερή αύρα, το απάνθρωπα μακάβριο και η σκοτεινή ατμόσφαιρα ανιχνεύονται και εν προκειμένω μέσα από ένα μοντέρνο γουέστερν-τραγωδία με ορόσημο το οργανωμένο έγκλημα γύρω από το οποίο χοροστατούν η πολιτική διαπλοκή, οι υπόγειες κυβερνητικές κινήσεις, τα λανθάνοντα συμφέροντα, η διάβρωση του μεξικανικού κρατικού μηχανισμού και όλα αυτά δοσμένα με έναν πολιτικά καταγγελτικό ύφος και μία εν μέρει μελαγχολική, ελεγειακή χροιά.

 

Το θέμα της λαθρομετανάστευσης, και της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας βρίσκουν και αυτά την θέση τους στην όλη πλοκή ειδικά με ένα ισχυρό σοκ στον δυνατό πρόλογο που ανοίγει την αυλαία της εν λόγω περιπέτειας. Η νόμιμη εξουσία αγκιστρωμένη στην εθνική της εσωστρέφεια νίπτει κυνικά τας χείρας της μέσω της ανάθεσης της βρώμικης δουλειάς σε τρίτους, ενώ ο απρόβλεπτος παράγοντας είναι ακόμη πιο αισθητός  σε μία διαμάχη που φαντάζει να έχει ανοιχτά μέτωπα παντού. Παρόλαυτα, όσον αφορά τις φιγούρες που κυριαρχούν, ο δρόμος της εσωτερικής δοκιμασίας και της λύτρωσης δεν περνάει πια αμιγώς μέσα από την εκδίκηση αλλά από την υπέρβαση του ίδιου του εαυτού του ατόμου ακόμη και του πιο φανατικού υποστηρικτή του «οδόντα αντί οδόντος» σε σημεία που η αποστολή ισορροπεί στην κόψη ενός ξυραφιού.

Η ανθρώπινη επικοινωνία, η ενσυναίσθηση και η αλληλοδιάδραση υπογραμμίζεται χάρη σε ένα πολύ συγκεκριμένο γεγονός που παράλληλα συνεισφέρει εξαιρετικά στην εμβάθυνση των προσώπων που σκιαγραφούνται, ενώ χάρη σε μία ανάλογη σεκάνς άνετα κάνει κάποιος τον παραλληλισμό με το The Searchers (1956) του John Ford. Από την άλλη, η σκοπιμότητα και τα ανήθικα κίνητρα του πολιτικού παρασκηνίου πυροδοτούν έναν φαύλο κύκλο αιματοχυσίας με βάση ένα μακιαβελικό σκεπτικό, την διεκπεραιωτική λογική του εδώ και του τώρα, και το υποκριτικό πρόταγμα του αγώνα υπέρ του κοινού καλού και της δικαιοσύνης έναντι του κακού ‘άλλου’ που ενοχοποιείται και πρέπει να εκμηδενιστεί άμεσα.

Ωστόσο, μπορεί να διατυπωθούν και ορισμένες ενστάσεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιείται η εναλλαγή του ρυθμού διότι κάποιες φορές οι μεταβάσεις αυτές όσον αφορά τα επεισόδια που εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια του θεατή, γίνονται κάπως ακανόνιστα ως προς την συνοχή του έργου. Πάντως, το στοιχείο της ανατροπής, η αίσθηση του κατ’ επείγοντος, η εγρήγορση, και η ετοιμότητα, ανιχνεύονται έντονα στην συνολική απόδοση των όσων διαδραματίζονται. Η φωτογραφία του Dariusz Wolski και η μουσική επιμέλεια της Hildur Guðnadóttir που τιμά με ένα εξαιρετικό μουσικό χαλί το αυθεντικό θέμα του πρόωρα χαμένου συνθέτη Jóhann Jóhannsson, συμβάλλουν θετικά ως προς την υποβλητικότητα του project.

Πέρα από τις κύριες ερμηνείες του Josh Brolin και του Benicio del Toro οι οποίοι, απογειώνουν το τελικό αποτέλεσμα, το cast συγκροτούν επίσης οι: Catherine Keener, Matthew Modine και ο Jeffrey Donovan. Το φινάλε που επισφραγίζει τον επίλογο σίγουρα δεν απογοητεύει, αλλά ίσα ίσα μας κλείνει το μάτι με νόημα και για ένα τρίτο μέρος.

Tο Sicario: Day of the Soldado δεν θέτει τόσο ως σκοπό του να κατακλύσει με κλισέ action πλάνα και πληθώρα εντυπωσιοθηρικών κρότων τον δέκτη, όσο το να βάλει στόχο το κομμάτι της συναρπαγής μέσω ενός αφηγήματος στο οποίο δύσκολα μπορεί να διακρίνει κανείς θύτη και θύμα, άγιους και δαίμονες και αυτό με μία σταθερά, το ότι ο άνθρωπος είναι ικανός τόσο για το καλύτερο όσο και για το χειρότερο ειδικά σε στιγμές που διακυβεύεται ό,τι εκείνος θεωρεί πολυτιμότερο και ανώτερο απ’ όλα.

Βρείτε την ταινία στο IMDB