Πλοκή:
Ένας ασφαλιστικός ερευνητής με έφεση στο να αποκαλύπτει απάτες, προσλαμβάνεται από έναν εκδοτικό οίκο για να ερευνήσει την εξαφάνιση του πιο δημοφιλούς συγγραφέα βιβλίων τρόμου.
Δώσε μου και λίγο context:
Προς τιμήν του σπουδαίου Sam Neill είπα να επιστρέψουμε στο peak της καριέρας του στα μέσα της δεκαετίας του 90, όχι όμως για το The Piano (1993) της Jane Campion, που είναι μάλλον η καλύτερή του ταινία, ούτε για το Jurassic Park του Spielberg, που είναι η πιο γνωστή (και πιθανότατα… η καλύτερη) ταινία του, αλλά για το cult αριστούργημα του John Carpenter, In the Mouth of Madness. Που τώρα που το σκέφτομαι, ίσως αυτή να είναι η καλύτερη ταινία του. Φυσικά, όταν κυκλοφόρησε, όπως ακριβώς και το έτερο cosmic horror αριστούργημα του Carpenter, το The Thing, δεν έλαχε της αναγνώρισης που του άξιζε.

Πήρε μέτριες κριτικές και είχε μια χλιαρή πορεία στο box-office. Με τα χρόνια ωστόσο, όπως έχει συμβεί με πολλά έργα του Carpenter, απέκτησε οπαδούς και επανεκτιμήθηκε. Ήταν η δεύτερη συνεργασία του Neil με τον “πρίγκιπα του σκότους”, μετά το Memoirs of an Invisible Man του 1992. Τέλος, ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο από την παραγωγή της ταινίας είναι πως η New Line Cinemas, το studio παραγωγής του έργου, αποφάσισε μερικές μέρες πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα να περικόψει μερικά εκατομμύρια από το budget, αναγκάζοντας τον Carpenter και τους συνεργάτες του να αλλάξουν εντελώς τα αρχικά τους σχέδια για το τέλος. Δεν ξέρω βέβαια πώς ήταν το αρχικό όραμα, αλλά το τέλος που πήραμε είναι ένα από τα πιο εμβληματικά τέλη σε horror ταινία, κατά τη γνώμη μου.
Γιατί να το δω;
Γιατί o τίτλος του, που παραπέμπει στο At The Mountains of Madness του Lovecraft, δεν είναι φυσικά τυχαίος, μιας και μιλάμε για ένα από τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα αποτύπωσης του “δύσκολου” είδους του κοσμικού τρόμου στον κινηματογράφο. Το ότι δεν βασίζεται σε κάποιο λογοτεχνικό έργο αποδεικνύεται ευχή για το έργο, που χτίζει το καταπιεστικό αυτό συναίσθημα του είδους με ένα απόλυτα κινηματογραφικό ύφος. Ένας αναπόδραστος εφιάλτης, μια κλειστή μαρτυρική λούπα και μια ντετερμινιστική κατάβαση στην παράνοια, που αντανακλά την αλλόκοτη συλλογική υστερία που έφερνε το τέλος της χιλιετίας.

Για το βασικό του theme που πάει κόντρα στα συνηθισμένα και επιλέγει ένα δυναμικό, rock-metal ύφος για να ξεκινήσει την ταινία και να ορίσει τον τόνο της. Ο Carpenter ήθελε αρχικά τους Metallica να κάνουν την μουσική αλλά όταν δεν συμφώνησαν, το ανέλαβε ο ίδιος μαζί με τον Jim Lang, με τον Dave Davies των Kinks να είναι ο κιθαρίστας που παίζει στο κομμάτι. Ένα theme που στην πορεία μοιάζει παραπλανητικό, σχεδόν ειρωνικό στο άκουσμα.
Για το τέλος του που είναι πολύ πιο έξυπνο και πολυεπίπεδο απ’ ότι αρχικά εκτίμησαν οι κριτικοί της εποχής. Ένα πεσιμιστικό, σχεδόν μηδενιστικό σχόλιο για την κουλτούρα του θεάματος που σήμερα μοιάζει προφητικό και τρομακτικά επίκαιρο.
Γιατί χωρίς το In the Mouth of Madness δεν υπάρχει Alan Wake.
Για τον ποδηλάτη στο σκοτάδι.

Για τον Sam Neill φυσικά. Λίγοι ηθοποιοί αποτυπώνουν με τόση άνεση μια προσγειωμένη, ανθρώπινη παρουσία με μια διακριτική γοητεία που μεγαλώνει αθόρυβα μέσα σου. Εδώ, η μετάβασή από έναν συγκροτημένο άνθρωπο που έχει τον έλεγχο σε ένα παραδομένο, ηττημένο κουρέλι είναι απολαυστική, κυρίως γιατί δεν φοβάται να τσαλακωθεί και να γίνει πιο θεατρικός στις εκφράσεις του.
Γιατί όπως όλες οι ταινίες του Carpenter, βρίθει πρωτότυπων ιδεών. Από ορισμένα απίθανα ειδικά εφέ, πανέξυπνες σκηνοθετικές πινελιές, μέχρι το χαρακτηριστικό του μαύρο χιούμορ. Ακόμα και αν ορισμένα από τα τρομάγματά του μοιάζουν λίγο “light” στην εποχή μας, θα το διασκεδάσετε από την πρώτη μέχρι την τελική σκηνή του.