Morbius - Τα καταφέρνει ο Jared Leto ως το βαμπίρ της Marvel; | Review  

Ένα ακόμη κεφάλαιο ανοίγει στο Spider-verse

Morbius - Τα καταφέρνει ο Jared Leto ως το βαμπίρ της Marvel; | Review

Η Sony και η Marvel δίνουν τα χέρια για το φρέσκο action φιλμ Morbius όπου παίρνει σάρκα και οστά ο ομώνυμος αινιγματικός αντιήρωας της Marvel Comics τον οποίο εμπνευστήκαν ο συγγραφέας Roy Thomas και ο εικονογράφος Gil Kane.

Στην καρέκλα της σκηνοθεσίας κάθεται ο Daniel Espinosa (Life, Safe House), το σενάριο επεξεργάστηκαν οι Burk Sharpless και Matt Sazama (Lost in Space), ενώ στον πρωταγωνιστικό ρόλο βλέπουμε τον Jared Leto (Blade Runner 2049, Dallas Buyers Club).

Παίζουν επίσης οι: Matt Smith (Doctor Who), Adria Arjona (Pacific Rim: Uprising, Emerald City), Jared Harris, Al Madrigal, και ο Tyrese Gibson.

Ο κεντρικός άξονας της υπόθεσης περιστρέφεται γύρω από τον κορυφαίο επιστήμονα βιοχημείας ‘Dr. Michael Morbius’. Ο γιατρός αυτός στην προσπάθειά του να θεραπεύσει τον ίδιο και έναν επιστήθιο φίλο του από μία σπάνια μορφή ασθένειας του αίματος, κάνει ένα φρικτό λάθος. Έπειτα, από μία σειρά πειραμάτων και ανορθόδοξων ιατρικών μεθόδων μετατρέπει τον εαυτό του σε ένα αιμοδιψές βαμπίρ. Με τη βοήθεια της πιστής συνεργάτιδάς του ‘Martine’, πασχίζουν να βρουν έναν τρόπο ίασης και να αντιμετωπίσουν το τεράστιο ρίσκο που προέκυψε, αλλά σύντομα διαπιστώνουν πως θα είναι πολύ δύσκολο να περιορίσουν τον κίνδυνο, ειδικά όταν αυτός εξαπλώνεται και σε άλλο μέτωπο.

Πρόκειται για ένα project το οποίο βάζει και αυτό το λιθαράκι του στο σύγχρονο σύμπαν του Spiderman, ίσως με vibes που παραπέμπουν σε κάτι από τη μυθοπλασία του Blade και του Underworld. Το παρόν έργο παρουσιάζει μία συμπαθητική ροή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν παρατηρείται «κοιλιά» σε ορισμένα σημεία του, αλλά σε γενικές γραμμές εκτυλίσσεται με γρήγορο και διασκεδαστικό ρυθμό.

Ως προς την δράση του εντοπίζει κανείς αρκετά κλισέ του είδους ώστε ως έναν βαθμό να είναι προβλέψιμο το τι θα λάβει χώρα ως γεγονός. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν κάνει απαραίτητα το κοινό να αποθαρρυνθεί απ΄ το να θελήσει να μάθει πως θα τελειώσει η όλη αφήγηση.

Παρ’ όλα αυτά, ως κινηματογραφικό εγχείρημα δεν καταφέρνει να σε παρασύρει ούτε να κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε άλλα τέτοια ανάλογα θεάματα. Απλά, μέσα από τον δραματικό του τόνο σε ωθεί να συναισθανθείς τον κύριο δρώντα και να κατανοήσεις την τραγική χροιά που συνέχει όλη τη ζωή του με αποτέλεσμα να θέλεις να δεις πως θα εξελιχθεί το πρόσωπο αυτό.

Όσον αφορά στον Jared Leto, οφείλουμε καταρχάς να αναγνωρίσουμε πως η αυξομείωση στα κιλά του είναι άξια θαυμασμού, και ερμηνευτικά πρέπει επίσης να παραδεχτούμε ότι ανταποκρίνεται πολύ ικανοποιητικά στις απαιτήσεις του νέου του ρόλου. Μεταμορφώνεται σε έναν μοντέρνο «καταραμένο ήρωα» της αντίστοιχης φιλμογραφίας, αγωνιζόμενος να ισορροπήσει εντός του την πλευρά του κτήνους και εκείνη του ανθρώπου.

Ο ‘Morbius’ καθοδηγείται από το κίνητρο του να προσφέρει στο κοινό καλό, αλλά μετά από μία εσφαλμένη κίνηση παλεύει να τιθασεύσει τη δεύτερη φύση του ως τρομακτικό πλάσμα της νύχτας, και εν τέλει να συμφιλιωθεί μαζί της.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο συμπρωταγωνιστής του Leto, o Matt Smith που εδώ υποδύεται τον ‘Milo’, σε ορισμένες φάσεις κλέβει την παράσταση, κυρίως με το creepy χαμόγελό του και την νοσηρή σκέψη του, αφού προσδίδει στην φιγούρα που υποδύεται μία αλλιώτικη εκκεντρικότητα, η οποία τον καθιστά μία ιδιαίτερη περίπτωση ‘κακού’. Η φιλία των δύο συγκεκριμένων χαρακτήρων δοκιμάζεται σκληρά με τις δυναμικές της σχέσης τους να εμφανίζουν πολλές διακυμάνσεις ώστε ο καθένας τους για τους δικούς του λόγους να διχάζεται ανάμεσα στην επιθυμία και την ανάγκη, παίρνοντας στο τέλος ένα διαφορετικό μονοπάτι επιλογής που τους καθορίζει απόλυτα και μεγεθύνει το χάσμα ανάμεσά τους.

Μεταξύ άλλων, σε αυτήν την ταινία κυριαρχούν ως θέματα: αυτό της φιλίας, της προδοσίας, της αντιπαλότητας, του έρωτα, της αίσθησης του χρέους, της εγκράτειας και της παρόρμησης, της αυτοπειθαρχίας και των βίαιων ενστίκτων, της ανιδιοτέλειας και του ωφελιμισμού, της αντίληψης περί σωστού και λάθους, της ορθής σκέψης και του παραλογισμού, ενώ εγείρονται έμμεσα ερωτήματα πάνω σε ηθικά διλήμματα που σχετίζονται με την επιστημονική ηθική και δεοντολογία.

Η χρήση των CGI βοηθάει κάποιες φορές, όμως κάποιες άλλες πέφτει η ποιότητα επεξεργασίας της εικόνας με συνέπεια να νιώθεις εν μέρει ότι στιγμιαία η ατμόσφαιρα του story σε «πετάει έξω», εφόσον διακρίνεις ξεκάθαρα το που παύουν να είναι πειστικά ή επιτυχημένα τα εφέ. Πάντως, σε αντιστάθμισμα των ανωτέρω, έρχεται τουλάχιστον η υποβλητική μουσική που επιμελήθηκε για το soundtrack o Σουηδός συνθέτης Jon Ekstrand, διαμορφώνοντας ένα σκοτεινό και αβέβαιο ambience όπου επικρατεί μία αόρατη απειλή.

Το στοιχείο του χιούμορ μεσολαβεί φειδωλά αλλά ταιριαστά σε δύο πολύ χαρακτηριστικά σκηνικά τα οποία σας αφήνουμε να ανακαλύψετε μόνοι σας όταν δείτε την εν λόγω παραγωγή.

Επιπλέον, διατηρείται μία ελεγχόμενη ένταση ως προς τα τεκταινόμενα που εναλλάσσονται σε αυτό. Εντούτοις, θα θέλαμε ο δημιουργός να τολμούσε λίγο παραπάνω να βγει από την πεπατημένη και να επένδυε πιο αισθητά στο horror στοιχείο και πιο ευρηματικά στον παράγοντα της ανατροπής.

Μετά τον επίλογο του Morbius, έπεται μία post credit σκηνή που ενδεχομένως να λειτουργεί ως πάσα και για sequel, και αν αυτό όντως συνιστά υπόσχεση για συνέχεια, τότε οι συντελεστές θα πρέπει σίγουρα να επιστρατεύσουν πολύ πιο στιβαρές ιδέες για ένα πιο σφιχτό και ενδιαφέρον σενάριο, το οποίο θα κρατήσει τους θεατές στην άκρη του καθίσματός τους τη στιγμή που βλέπουν το φοβερό «ζωντανό βαμπίρ» να ορμάει στο φαντασιακό τους μέσα από το πανί της μεγάλης οθόνης.