Το No Time to Die είναι ένα “φορτισμένο” αντίο στον Daniel Craig | Review 

Μετά από ατελείωτες αναβολές, το μεγάλο φινάλε είναι επιτέλους εδώ

Το No Time to Die είναι ένα “φορτισμένο” αντίο στον Daniel Craig | Review

Πέντε ταινίες James Bond και δεκαπέντε γεμάτα χρόνια στον ρόλο, ο Daniel Craig αποχαιρετά την σειρά ως ο ηθοποιός που έκανε πραγματικά τον χαρακτήρα “δικό” του, από τότε που ο “original”, ο θρυλικός Sean Connery έφτιαξε το καλούπι. Μέχρι τον Daniel Craig, έχεις την αίσθηση πως όσοι ηθοποιοί υποδύθηκαν τον 007 προσπάθησαν -κάποιοι με μεγάλη επιτυχία, κάποιοι με ελάχιστη- απλά να γεμίσουν αυτό το καλούπι, να μιμηθούν το προφίλ και την αύρα που του προσέδωσε με τόση χαρισματικότητα ο Connery.

Γι’ αυτό και παρότι ο Pierce Brosnan ήταν από τους πιο άξιους “μιμητές” της “σχολής Connery”, με γνήσια γοητεία και με κάποιες συμπαθητικές ταινίες (κυρίως το "Goldeneye"), ο χαρακτήρας είχε αρχίσει να χάνει την ζωντάνια του. Η στασιμότητά, αργά αλλά σταθερά, τον είχε φθείρει με τα χρόνια ανεπανόρθωτα.

Ο Craig, παρότι σαν σουλούπι ήταν μια αντισυμβατική επιλογή, του έδωσε ξανά ζωή. Ο Bond του Craig δεν είναι “ατσαλάκωτος”, δεν είναι cool με έναν απλησίαστο τρόπο, είναι πιο προσγειωμένος, κάνει λάθη, παρασύρεται, δεν τα έχει όλα υπό έλεγχο. Είναι ευάλωτος. Ο Craig καταφέρνει να κρατήσει μια υπέροχη ισορροπία, κάνοντάς τον πιο ανθρώπινο χωρίς να τον απομυθοποιεί ή να τον “μικραίνει”. Κι εδώ, φαίνεται τόσο άνετος πλέον στον ρόλο που αυτή η πιο ώριμη εκδοχή του φαντάζει εντελώς φυσική.

Κατά αυτήν την έννοια, το No Time to Die κάνει έναν πολύ ωραίο κύκλο για τον χαρακτήρα που ξεκίνησε στο Casino Royale (2006) με μια τραυματική προδοσία. Όλη η πορεία του στις επόμενες ταινίες είναι, μεταξύ άλλων, ένα ταξίδι επεξεργασίας και αποδοχής αυτής της προδοσίας. Στην αρχή του No Time to Die φαίνεται επιτέλους έτοιμος να αφήσει το παρελθόν και να πάει παρακάτω. Ωστόσο, όπως συμβαίνει πάντα, το παρελθόν δεν θα τον αφήσει τόσο εύκολα να αποδράσει.

Σαν μια ταινία “κλεισίματος” του χαρακτήρα, το "No Time to Die" είναι, τουλάχιστον, αποτελεσματικό. Και δεν διστάζει μάλιστα να γίνει “σκληρό” με τους ήρωές του. Ακόμα και αν αρκετές δραματικές στιγμές δεν έχουν από πίσω τους την κατάλληλη ανάπτυξη για να υποστηριχθούν επαρκώς, γέρνοντας περισσότερο προς το μελόδραμα, στο τέλος είναι δύσκολο να μείνεις αδιάφορος αναλογιζόμενος το ταξίδι του χαρακτήρα μέχρι αυτό το ελεγειακό φινάλε. Οι προθέσεις είναι καλές και θαρραλέες θα έλεγα, αλλά, δυστυχώς, το σενάριο δεν βοηθάει σε πολλά κομβικά σημεία, ώστε να μιλάμε για ένα έργο που κλείνει θριαμβευτικά την εποχή του Daniel Craig.

Πάντως, ξεκινάει υπέροχα. Ο ρυθμός είναι φανταστικός, οι σκηνές δράσης γεμάτες ένταση και οι διάλογοι κοφτεροί και με έξυπνο χιούμορ. Βάλτε στο μίγμα και ένα απολαυστικό εικοσάλεπτο, μάλλον το καλύτερο της ταινίας, που κυριαρχεί η σαγηνευτική παρουσία της Ana De Armas και έχετε ένα τέλειο cocktail James Bond. Από εκεί και έπειτα, λίγο μετά την μέση δηλαδή, σαν να χάνει κάπως την εστίασή της.

Σημαντικός παράγοντας σε αυτόν τον αποπροσανατολισμό κατέχει ο “κακός” της υπόθεσης, που αποδεικνύεται αποκαρδιωτικά “αδύναμος”. Ελλιπέστατα καθορισμένος και με αναιμική παρουσία στην οθόνη, ο Lyutsifer (ξέρω, ξέρω, διακριτικότατο!) Safin του Rami Malek, δεν πείθει σχεδόν σε κανένα σημείο. Η “υποτονική” του προσέγγιση στην ερμηνεία, αυτή η “ήρεμη” ένταση που προσπάθησε να περάσει, δεν λειτουργεί ιδιαίτερα, αλλά δεν φταίει μόνο αυτός. Δραματικά, είναι από τους “κακούς” που παραμένουν “θολοί”, αποδυναμώνοντας τον πυρήνα της σύγκρουσης με τον ήρωα. Μέχρι το τέλος δεν έχεις παρά μια αόριστη ιδέα για το τι ακριβώς θέλει.

Ο Safin, παρότι παντοδύναμος εντός του σεναριακού πλαισίου, μέσα στην γενική εικόνα της ταινίας μοιάζει με μικρό αστερίσκο στο κάτω μέρος της σελίδας, γραμμένο με την μικρότερη δυνατή γραμματοσειρά. Δεν εμπνέει φόβο, δεν σε “αγχώνει” καθόλου, δεν σου μένει τίποτα από αυτόν.

Είναι μια ταινία με επίκεντρο τον Bond, ναι, αλλά ο πρωταγωνιστής πλάθεται και από τον ανταγωνιστή του. Εδώ περισσότερο μπερδεύει θεματικά την ταινία, παρά βοηθάει. Η σύνδεσή του με την Madeleine (Lea Seydoux) αφήνεται αρκετά υπανάπτυκτη και το μεγάλο του “σατανικό” σχέδιο δεν ξεφεύγει από τα κλισέ. Δεν είναι λοιπόν θέμα του Malek, τουλάχιστον, όχι μόνο. Αυτός νομίζω είναι και ο βασικός λόγος που το τελευταίο τρίτο της ταινίας παίρνει την κάτω βόλτα.

Μαζί με το εντελώς μουντό και “άχρωμο” περιβάλλον στο οποίο επιλέγει η ταινία να στήσει την κλιμάκωσή της, συνθέτουν μια -μάλλον- αδύναμη τρίτη πράξη, που σώνεται μόνο από ένα φινάλε που το σηκώνουν στις πλάτες τους, όχι τόσο οι βάσεις αυτής της ταινίας, αλλά οι άλλες τέσσερις που προηγήθηκαν πριν από αυτή.

Εν κατακλείδι, το No Time To Die είναι… μια χαρά. Ούτε απογοήτευση, ούτε και θρίαμβος. Κλείνει όμορφα τον σημαντικότερο κύκλο του Bond, μετά τον αρχικό του Sean Connery, αλλά χαρακτηρίζεται και από αρκετές αδυναμίες. Κάνει θαρραλέες επιλογές για τον χαρακτήρα του, όμως κάποιες τρανταχτές ατασθαλίες στο σενάριο δεν το αφήνουν να ξεδιπλώσει ολοκληρωμένα και πειστικά όλη την συναισθηματική του ισχύ. Τουλάχιστον, η μουσική του (Hans Zimmer αυτή τη φορά), ως συνήθως, είναι απόλαυση… 

11 σχολιο(α)