H επιστροφή του Candyman βγήκε από τη horror σχολή του Jordan Peele | Review  

Με κοινωνική ευαισθησία και επίδειξη τεχνικής από τη Nia DaCosta

H επιστροφή του Candyman βγήκε από τη horror σχολή του Jordan Peele | Review

Υπάρχει πλέον "σχολή Peele” στο είδος του τρόμου ή μήπως είναι νωρίς να θεσπίσουμε κάτι τέτοιο; Προσωπικά θεωρώ πως τα μέχρι στιγμής κινηματογραφικά του δείγματα είναι τόσο μοναδικά που άφησαν ανεξίτηλα το αποτύπωμά τους σε αυτό το παράξενο, ολόφρεσκο, horror ύφος.

Λατρεύω και το "Get Out" και το "Us" (το δεύτερο με όλα τα κουτσά και στραβά του) και είναι φανερό στις κυκλοφορίες των ταινιών τρόμου πως το στυλ του Jordan Peele έχει εισχωρήσει για τα καλά. Πάρτε για παράδειγμα το "Antebellum" και το πρόσφατο "His House" του Netflix. Είναι horror ταινίες με έντονα κοινωνικό χαρακτήρα και σχολιασμό.

Από την ίδια «σχολή» -ας μου επιτραπεί η έκφραση- αποφοιτά και το νέο Candyman της Nia DaCosta, το οποίο αποτελεί πνευματικό sequel της ταινίας του 1992 με τον Tony Todd, ο οποίος και εδώ επιστρέφει σε μια σημαντική αλλά οριακά «fan service» εμφάνιση. Για πρώτη φορά η DaCosta δοκιμάζεται στο απαιτητικό αυτό genre αλλά δίπλα της και συγκεκριμένα στο σενάριο έχει τον Jordan Peele που το έγραψαν μαζί, και φυσικά συμβάλλει επίσης ως παραγωγός. Δεν τον ανέφερα τυχαία στην εισαγωγή μιας και φαίνεται ότι έβαλε αρκετά το χέρι του σε ολόκληρο το πετσί του νέου Candyman.

Η ιστορία του νέου Candyman έχει άμεση σχέση με την ταινία του 1992 (όχι και με τις επόμενες που ακολούθησαν) και επεκτείνει τον γενικότερο μύθο του εκδικητικού αυτού πνεύματος της μαύρης folk κουλτούρας σε μεγάλο βαθμό. Τόσο που δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ πως το να μετατραπεί σε franchise δεν απέχει από την πράξη. Στο cast πρωταγωνιστούν τρεις εξαιρετικοί κατ’εμέ και ανερχόμενοι ηθοποιοί δηλαδή ο Yahya Abdul Mateen II (Aquaman, Watchmen HBO), που παίζει τον καλλιτέχνη Anthony McCoy, την Teyonah Parris που απολαύσαμε στο “WandaVision” και τον Colman Domingo, γνωστό από τις σειρές Euphoria και Fear The Walking Dead.

Το μεγαλύτερο υποκριτικό βάρος της ταινίας το κουβαλάει επάξια στις πλάτες του ο Abdul-Mateen καθώς είναι πολυσύνθετος, αλλοπρόσαλλος και συνεχόμενα εξελισσόμενος ο ρόλος του. Τον βλέπεις να χάνεται στον τρομακτικό μύθο του Candyman και μέσα στην αναζήτησή του για το επόμενο έργο του, που γίνεται κυνικός, ψυχραίνεται και γίνεται αγνώριστος. Αυτή η συνεχόμενη κατηφόρα αποδίδεται χάρη στο αξιέπαινο μακιγιάζ (όσοι έχετε trypophobia μην τη δείτε) και στην προσεγμένη σκηνοθεσία της DaCosta, η οποία κάνει απολαυστική την ταινία καθώς βρίθει υψηλής αισθητικής σε κάθε της πλάνο. Και ναι, λάτρεψα με όλη μου τη καρδιά τις κίτρινες και πορτοκαλί αποχρώσεις που κυριαρχούν στη φωτογραφία του Candyman, τη διεύθυνση παραγωγής και φυσικά την ενδυματολογία.

Η μισή μαγεία στο Candyman δεν είναι ότι κάποιες φορές η αποκρουστική «Κρονενμπεργκική» μεταμόρφωσή του σε κάνει να αποστρέφεσαι από την οθόνη. Αυτό είναι το εύκολο. Το δύσκολο και κάτι το οποίο κάνει εξαιρετικά είναι όσα δεν δείχνει η κάμερα στο κομμάτι του τρόμου. Είναι εύκολο να κάνεις ένα λουτρό αίματος και να ποντάρεις στο φτηνό σοκ ή το jumpscare. Όχι όμως σε αυτό που δε βλέπεις. Και σχεδόν όλοι οι φόνοι του Candyman ποντάρουν στον τρόμο που δεν βλέπεις ως θεατής. Μια παράξενη λήψη, ένα καλαίσθητο πλάνο, τα drones της μουσικής και το μοντάζ δένουν άριστα για να αποδώσουν τον αθέατο τρόμο. Αυτόν που μένει στην φαντασία του θεατή να την πλάσει. Όπως κάνει ένα καλογραμμένο βιβλίο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ένας φόνος που όσο λαμβάνει χώρα, ο ήχος κλείνει εντελώς και με ένα αργό zoom out και ευρύ πλάνο αφήνει τον τρόμο να εξελιχθεί από μακριά και βουβά, θέλοντας να κλείσει το μάτι στον θεατή πως ο κόσμος γύρω μας δεν είναι τόσο ρόδινος και δεν ξέρουμε τι ελλοχεύει στη διπλανή πόρτα.

Τα παραπάνω μπορεί να μην είναι τόσο στο στιλ των ταινιών του Peele, ωστόσο Peelίζει όλο το υπόλοιπο ύφος της ταινίας. Με τη νχαλαρή παρέα που κουβεντιάζει χαβαλετζίδικα την ιστορία της ταινίας σε εντελώς meta πλαίσιο. Τα κοινωνικά σχόλια που δίνουν και παίρνουν στην ταινία για τον πόνο και τα βάσανα της έγχρωμης κουλτούρας μυρίζουν “Peele” όσο κι αν η σκηνοθεσία και το σενάριο λέει DaCosta. Ο μύθος του άλλωστε πηγάζει από αυτήν οπότε αποτελεί και ένα βήμα για τους σεναριογράφους να βγάλουν έναν πόνο δεκαετιών, κοινωνικής ανισότητας μέσα από τις παραβολές στην ιστορία του Candyman. Το νιώθεις άλλωστε και στο πως κάποιοι από τους χαρακτήρες αντιδρούν στο άκουσμα του όνοματός του.

Μέσα στα 90 περίπου λεπτά που διαρκεί αντιλήφθηκα πως ο ρυθμός της κύλησε…νερό. Πέραν από το κρεσέντο του. Εκεί μου τα χάλασε μόνο το Candyman γιατί σε αντίθεση με το πόσο προσεγμένα χτίζει το φινάλε άλλο τόσο άτσαλα το δένει. Δεν ξέρω τι θα γινόταν αν είχε περισσότερα λεπτά στη διάθεσή της η ταινία, όμως οι επιλογές που γίνονται και οι ανατροπές είναι έως ένα βαθμό δικαιολογημένες αλλά δεν παύουν να αποδίδονται άγαρμπα.

Ίσως γιατί από τη Universal Pictures έπεσε "σύρμα" πως ντε και καλά έπρεπε να δέσει ο μύθος του Candyman, αντί να πει μια αυτότελής ιστορία που θα έληγε με λιγότερο υπερβολή ως προς την ανατροπή της. Ίσως κιόλας γιατί έχει βλέψεις για νέες ιστορίες εντός του "Candyman". Παρά την αγαρμποσύνη του στην τελευταία σεκανς, όμως βάζει τον θεατή να σκεφτεί. Κυρίως γιατί είναι μέσα στο 2021 και τα τεκταινόμενά του, είναι κοινωνικά ευαίσθητο μέχρι το μεδούλι και στο δια ταύτα αξίζει κανείς να τη δει, ειδικά αν του αρέσει αυτό το “Peel-ικό» είδος τρόμου.

1 σχολιο(α)