Μετάβαση στο περιεχόμενο

ή
|

Νέος εδώ;

Έχεις λογαριασμό;

Επαναφορά κωδικού

Εισάγετε το email σας και θα σας στείλουμε σύνδεσμο επαναφοράς

Θυμάστε τον κωδικό σας;

Εύρεση ονόματος χρήστη

Εισάγετε το email σας και θα σας στείλουμε το όνομα χρήστη

Θυμάστε το όνομα χρήστη σας;

Movies & TV Reviews
Αντώνης Παυλίδης ·

Αποθήκευση σε λίστα

Δεν υπάρχουν λίστες ακόμα

0/10 λίστες

One Battle After Another Review: Η πιο τολμηρή και ψυχαγωγική ταινία της χρονιάς

Ο Paul Thomas Anderson παραδίδει την απόλυτη κινηματογραφική εμπειρία

One Battle After Another Review: Η πιο τολμηρή και ψυχαγωγική ταινία της χρονιάς

Αποθήκευση σε λίστα

Δεν υπάρχουν λίστες ακόμα

0/10 λίστες

Ο Paul Thomas Anderson έχει χαράξει μια πορεία που τον τοποθετεί ανάμεσα στους πιο σημαντικούς δημιουργούς του σύγχρονου σινεμά. Από το Boogie Nights έως το There Will Be Blood και το Phantom Thread, απέδειξε ότι γνωρίζει πώς να μετατρέπει το προσωπικό δράμα σε κινηματογραφικό έπος. Η δύναμή του βρίσκεται στην ικανότητα να χτίζει σκηνές με τεταμένη ατμόσφαιρα όπου το συγκινησιακό διακύβευμα για τους χαρακτήρες είναι τόσο έντονο που ξεπερνά την αφήγηση και μετατρέπεται σε εμπειρία. Δεν αρκείται στην πλοκή αλλά εστιάζει στον εσωτερικό κόσμο των χαρακτήρων, εκεί δηλαδή όπου υπάρχει η αληθινή ένταση και ο συναισθηματικός πυρήνας των ιστοριών του.

Στο One Battle After Another, αξιοποιεί όλη αυτή την εμπειρία και γνώση για να δημιουργήσει μια ταινία που ισορροπεί ανάμεσα στο χάος και την ακρίβεια. Από την πρώτη σκηνή γίνεται φανερό ότι γνωρίζει πώς να καθοδηγεί το βλέμμα του θεατή και να το εστιάζει σε καταστάσεις οριακές όπου τα πάντα ακροβατούν σε ένα λεπτό σκοινί ανάμεσα στη λύτρωση και στην απόλυτη καταστροφή. Η αφήγηση δείχνει σφιχτή και πειθαρχημένη, με καθαρό στόχο σε όσα θέλει να εκφράσει αλλά ταυτόχρονα αποδεικνύεται τόσο αναρχική που δεν μπορείς να προβλέψεις ούτε για μια στιγμή προς ποια κατεύθυνση θα καταλήξει στην επόμενη στροφή της πλοκής.

Advertisement

Λίγα λόγια για την πλοκή όμως. Ένας πρώην ριζοσπάστης, ο Bob Ferguson, ζει απομονωμένος με την κόρη του Willa, ώσπου το παρελθόν επιστρέφει βίαια μέσα από διώξεις, μυστικές οργανώσεις και εμμονικούς αντιπάλους.

Ο Leonardo DiCaprio ενσαρκώνει τον Bob Ferguson με τρόπο που σπάνια έχει παρουσιαστεί στη φιλμογραφία του. Ότι είναι ένας μεγάλος ηθοποιός μας το έχει αποδείξει εδώ και χρόνια, ωστόσο πάντα καταφέρνει να μας παρουσιάζει και κάτι ακόμα, σαν να κρατούσε ένα κομμάτι για να το δείξει αργότερα, με σκοπό να μας εκπλήσσει συνεχώς. Και τι δεν τον έχουμε δει να κάνει, είτε με κωμική χροιά, με αποκορύφωμα τη σεκάνς όπου είναι τριπαρισμένος και ανοίγει τελικά την πόρτα του αυτοκινήτου με το πόδι του, στο The Wolf of Wall Street, είτε σε βαριά δράματα στις αρχές της καριέρας του. Εδώ δίνει σάρκα και οστά σε έναν άνθρωπο κουρασμένο, νοσταλγό, γεμάτο ενοχές, έναν Lebowski με πιο ριζοσπαστική ιδεολογία, που έχει μοναδικό στήριγμα τη σχέση του με την κόρη του. Η ερμηνεία του κινείται με φυσικότητα ανάμεσα στο κωμικό και το συγκινητικό, παρουσιάζοντας έναν χαρακτήρα αδέξιο και τρυφερό, που συγκινεί τον θεατή όχι με θεαματικές πράξεις αλλά με τις μικρές ανθρώπινες στιγμές του.

Advertisement

Από την άλλη μεριά έχουμε έναν τρομακτικό Sean Penn στον ρόλο του Steven Lockjaw, ενός αξιωματικού που έχει γαλουχηθεί μέσα στη βία και την τυφλή υπακοή, με το σώμα του να κουβαλά όλες αυτές τις παραμορφώσεις και τα τραύματα μιας ζωής υποταγμένης στα παραγγέλματα και στις εμμονές της εξουσίας. Δεν είναι απλώς ένας αντίπαλος, είναι η προσωποποίηση ενός συστήματος που συντηρείται με τρόμο και καταπίεση.

Απέναντι σε αυτή τη βαριά σκιά του Steven Lockjaw, η Chase Infiniti ως Willa, κόρη του Bob Ferguson, φέρνει την αντίθεση, την φρεσκάδα και την αθωότητα. Ωστόσπ, πριν συνεχίσουμε για τον ρόλο της στην ιστορία, αξίζει να σημειωθεί πως αποτελεί την αποκάλυψη της ταινίας και ότι το ντεμπούτο της στον κινηματογράφο δεν θα μπορούσε να είναι πιο επιτυχημένο. Η παρουσία της έχει αμεσότητα και αλήθεια, χωρίς ίχνος υπερβολής, κάτι που κάνει τον θεατή να πιστεύει πως παρακολουθεί ένα αυθεντικό πρόσωπο που παλεύει να βρει τη θέση του σε έναν κόσμο σκληρό και αβέβαιο. Η Willa δεν είναι διακοσμητικός χαρακτήρας αλλά ο συναισθηματικός πυρήνας της αφήγησης, το σύμβολο της ελπίδας και της συνέχειας, η φωνή που δείχνει ότι το αύριο μπορεί να ανήκει σε εκείνους που δεν φοβούνται να σταθούν απέναντι στο σκοτάδι.

Advertisement

Αυτό που στήνουν για εμάς ο Anderson μαζί με τον Jonny Greenwood είναι το σημείο που απογειώνει την ταινία σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα και μετατρέπεται σε πραγματικό masterclass για το πώς μπορούν η εικόνα και ο ήχος να συνεργαστούν. Δεν λειτουργούν μόνο ως αναπόσπαστο κομμάτι της πλοκής, αλλά ως το σημαντικότερο στοιχείο της, χωρίς το οποίο ολόκληρο το οικοδόμημα θα κατέρρεε.

Αυτά τα λίγα λοιπόν για την ταινία που δικαιολογημένα έχει ξεσηκώσει τη μεγαλύτερη κουβέντα και φασαρία γύρω της. Με το One Battle After Another, ο Anderson, να είστε σίγουροι ότι πηγαίνει το μέσο πολλά βήματα μπροστά, υπενθυμίζοντας τι σημαίνει να δημιουργείς ιστορίες έξω από στενά πλαίσια, να απορρίπτεις κανόνες και να διεκδικείς απόλυτη ελευθερία. Με πειραματισμούς που δεν φοβούνται την αποτυχία και με αυτοπεποίθηση που αποπνέει κάτι βαθιά επαναστατικό, τόσο τεχνικά όσο και αφηγηματικά.

Advertisement

 

Ακολουθήστε το Unboxholics στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα για τεχνολογία, videogames, ταινίες και σειρές. Ακολουθήστε το Unboxholics σε Facebook, Twitter, Instagram, Spotify και TikTok.