Αν υπάρχει κάτι που γνωρίζει καλά ο Robert Eggers, είναι το πώς να δημιουργεί ατμόσφαιρες τόσο στέρεες και πυκνές, που σχεδόν μπορείς να τις κόψεις με το ψαλίδι. To Nosferatu του, που κάνει τον θεατή σχεδόν να νιώθει τον παγωμένο αέρα της Transylvania στο δέρμα του, δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Παραμένοντας ως επι το πλείστον πιστός στις εξπρεσιονιστικές ρίζες του αυθεντικού, επανεφευρίσκει το κλασικό αριστούργημα τρόμου του 1922, προσθέτοντας τη δική του σφραγίδα. Καταφέρνει όμως στα αλήθεια με αυτό το remake να βυθίσει τους κυνόδοντές του αρκετά βαθιά ή απλώς γρατζουνάει μια στυλιζαρισμένη επιφάνεια;
Η ιστορία, για όποιον είναι σχετικός με τον Δράκουλα του Bram Stoker, είναι λίγο πολύ γνωστή, καθώς ο σεναριογράφος της πρωτότυπης ταινίας, Henrik Galeen, είχε κοπιάρει ξεδιάντροπα το εν λόγω εμβληματικό μυθιστόρημα: Ένας μεσίτης, ο Thomas Hutter (Nicholas Hoult), προκειμένου να κλείσει μια συμφωνία για ακίνητα με τον μυστηριώδη Count Orlok (Bill Skarsgård), τον επισκέπτεται στο ζοφερό κάστρό του στην Transylvania. Ο Thomas ελπίζει ότι αυτή η συμφωνία θα εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή για τη σύζυγό του, Ellen (Lily-Rose Depp), αλλά το ταξίδι γρήγορα μετατρέπεται σε εφιάλτη, καθώς ο Orlok δεν ενδιαφέρεται μόνο για ακίνητα, αλλά και για την Ellen, με την οποία τον ενώνει μια παράξενη ψυχική σύνδεση. Η νεαρή Ellen που έχει μείνει πίσω στο μεταξύ, βασανίζεται από οράματα του Orlok, ενώ παλεύει με τη μοναξιά της σε μια κοινωνία που τη χαρακτηρίζει «υστερική». Καθώς ο Orlok όμως έρχεται και σκορπίζει το χάος, η Ellen είναι αυτή που θα γίνει το κλειδί, ώστε να εξουδετερωθεί αυτό το αρχαίο κακό.

Η διασκευή του Eggers γενικά, ακολουθεί πιστά την αφηγηματική γραμμή των προκατόχων της, χωρίς να προσφέρει ανατροπές και εκπλήξεις σε επίπεδο πλοκής, δυστυχώς όμως ούτε και στην γενικότερη ανάγνωση του μύθου. Αν και το σενάριο μοιάζει να είχε την πρόθεση να αναδείξει κρυμμένες πτυχές του έργου που άπτονται διαχρονικών ζητημάτων, αυτό γίνεται επιφανειακά. Αν από κάτι πάσχει, λοιπόν, το εγχείρημα είναι ακριβώς αυτό: Από την έλλειψη μιας καθαρής σεναριακής ματιάς που θα έδινε ένα νέο νοηματικό υπόβαθρο στο έργο και μια σαφή θεματική, όπως πχ. συνέβη στο αντίστοιχο αξέχαστο αριστούργημα του Coppola.
Εκεί ο σκηνοθέτης διέκρινε πίσω από τις γραμμές του Stoker όλη την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα της Βικτωριανής εποχής - προϊόν της οποίας ήταν το έργο - και την έφερε στην επιφάνεια πλάθοντας ένα καταραμένο love story. Αντιθέτως εδώ, ο Eggers, μοιάζει να μην έχει άλλο στόχο από το να εικονογραφήσει με στυλιστική ακρίβεια και ψυχρά χρώματα (κόντρα στην θερμή κόκκινη παλέτα του Coppola) μια ιστορία καθαρού τρόμου.

Οπτικά, βέβαια, το όραμά του είναι υπέροχο και διαθέτει απαράμιλλη αισθητική. Γυρισμένη κυρίως στην Πράγα, η ταινία βασίζεται σε μουντούς τόνους και στο απόκοσμο φως του φεγγαριού, με τον διευθυντή φωτογραφίας Jarin Blaschke, να δημιουργεί πλάνα που μοιάζουν με ζωγραφιές, αντηχώντας την αισθητική του πρωτότυπου. Από τους διαδρόμους του κάστρου, μέχρι τους δρόμους της Wisborg, ο κόσμος της ταινίας είναι πλούσιος σε υφή.
Ωστόσο, η δέσμευση της ταινίας στο ιστορικό της πλαίσιο λειτουργεί κάποιες φορές εναντίον της. Οι επίσημοι, υπερβολικά στιλιζαρισμένοι διάλογοι, κάνουν τους χαρακτήρες να μοιάζουν περισσότερο με φιγούρες ενός gothic πίνακα, παρά με πραγματικούς ανθρώπους. Αυτή η καλλιτεχνική επιλογή ίσως γοητεύσει τους πιστούς θαυμαστές του Eggers, αλλά κινδυνεύει να αποξενώσει τους πιο casual θεατές που αναζητούν περισσότερη συναισθηματική σύνδεση.

Η Lily-Rose Depp λάμπει ως Ellen, προσφέροντας μια φυσική ερμηνεία που μεταδίδει τόσο την ευαλωτότητα, όσο και τη δύναμη, ωστόσο η έλλειψη αυτονομίας του ρόλου της μοιάζει με χαμένη ευκαιρία. Η Ellen, αν και κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, αντιμετωπίζεται περισσότερο ως αντικείμενο πόθου, παρά ως πλήρως ανεπτυγμένος χαρακτήρας.
Ο Bill Skarsgard ως Count Orlok είναι ταυτόχρονα αποκρουστικός και μαγευτικός. Η απόκοσμη φυσικότητα και η βραχνή φωνή του κάνουν τον Orlok να ξεχωρίζει, αν και δεν φτάνει στα εμβληματικά ύψη προηγούμενων ερμηνειών, όπως του Max Schreck ή του Christopher Lee.

Ο Nicholas Hoult δίνει μια αξιόλογη ερμηνεία ως ο καθημερινός άνθρωπος που παγιδεύεται σε έναν εφιάλτη, ενώ ο Willem Dafoe ως εκκεντρικός καθηγητής αποκρυφισμού, προσφέρει την απαραίτητη ενέργεια και το σκοτεινό χιούμορ στην καταθλιπτική αφήγηση. Δυστυχώς, οι δευτερεύοντες ρόλοι, όπως του Aaron Taylor-Johnson και της Emma Corrin, είναι υποανάπτυκτοι.
Εντέλει, το Nosferatu διαπρέπει στη δημιουργία ατμόσφαιρας, αλλά δεν καταφέρνει ποτέ να γίνει λειτουργικό στο horror κομμάτι του. Ο Eggers προτιμά τον αργό, υποβλητικό τρόμο, που διακόπτεται από μερικά καλοεκτελεσμένα jump scares. Κι ενώ αυτή η προσέγγιση δημιουργεί μια στοιχειωτική διάθεση, η έλλειψη πραγματικής αγωνίας αφήνει κάποιες στιγμές επίπεδες. Η ταινία προκειμένου να χτίσει ένταση, βασίζεται κυρίως στις gothic εικόνες της και στο score του Robin Carolan, αλλά η συναισθηματική αποστασιοποίηση των χαρακτήρων καθιστά δύσκολη τη σύνδεση με την ιστορία.

Οι εικόνες είναι μαγευτικές, η μουσική ανατριχιαστική και οι ερμηνείες ενίοτε λαμπρές, κάτω όμως από την εντυπωσιακή αυτή επιφάνεια, βρίσκεται μια ταινία που δυσκολεύεται να δικαιολογήσει την ύπαρξή της. Οι fans του Eggers ή οι λάτρεις του goth θα βρουν πολλά για να θαυμάσουν, όσοι όμως αναζητούν μια φρέσκια εκδοχή αυτής της κλασικής ιστορίας, ίσως να απογοητευτούν.
Must Read
Τα review μας αλλάζουν...
Forza Horizon 6 Review – Ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει!
Τι λένε οι πρώτες κριτικές για τη νέα σειρά από το σύμπαν του Stranger Things