Μετάβαση στο περιεχόμενο

ή
|

Νέος εδώ;

Έχεις λογαριασμό;

Επαναφορά κωδικού

Εισάγετε το email σας και θα σας στείλουμε σύνδεσμο επαναφοράς

Θυμάστε τον κωδικό σας;

Εύρεση ονόματος χρήστη

Εισάγετε το email σας και θα σας στείλουμε το όνομα χρήστη

Θυμάστε το όνομα χρήστη σας;

PC Game Reviews
Θέμης Μπολτσής ·

Αποθήκευση σε λίστα

Δεν υπάρχουν λίστες ακόμα

0/10 λίστες

Dying Light: The Beast Review – Δράση, παρκούρ και zombie τρόμος

Η Techland σε φόρμα!

Dying Light: The Beast Review – Δράση, παρκούρ και zombie τρόμος

Αποθήκευση σε λίστα

Δεν υπάρχουν λίστες ακόμα

0/10 λίστες

Το Dying Light: The Beast είναι η νεότερη κυκλοφορία της Techland στη διάσημη zombie survival σειρά της, που κυκλοφόρησε στις 18 Σεπτεμβρίου για PC, PlayStation 5 και Xbox Series X|S.

Η πρώτη μου επαφή με τον τίτλο ήταν στο Opening Night Live της Gamescom 2024, όπου και είδαμε το αρχικό trailer ανακοίνωσης, το οποίο είχε δημιουργήσει απορία σε αρκετούς παίκτες για το αν πρόκειται για κάποιο αυτόνομο παιχνίδι ή DLC. Πράγματι το The Beast ήταν σχεδιασμένο ως DLC για το Dying Light 2: Stay Human, αλλά τελικά το project εξελίχθηκε σε πλήρη τίτλο μετά από μια τεράστια διαρροή δεδομένων τον Απρίλιο του 2023 που οδήγησε την ομάδα σε μια γενικότερη επανεξέταση και δημιουργική στροφή.

Advertisement

Μετά από σχεδόν 30 ώρες με το The Beast μπορώ να επιβεβαιώσω ότι όχι απλά δε δίνει την αίσθηση του DLC, αλλά απεναντίας είναι μια εστιασμένη εμπειρία που δίνει έμφαση στην ένταση της επιβίωσης και στους άλλους gameplpay πυλώνες που έκαναν το Dying Light να αγαπηθεί εξ’ αρχής.

Ξεκινώντας με την αφήγηση, το παιχνίδι φέρνει ξανά στο προσκήνιο των πρωταγωνιστή του αρχικού Dying Light, τον Kyle Crane, 20 χρόνια μετά τον θεωρούμενο θάνατό του στο Dying Light: The Following. Αιχμαλωτισμένος και υποκείμενος σε πειράματα για 13 ολόκληρα χρόνια από τον σαδιστή επιστήμονα γνωστό ως ‘The Baron’, ο Crane έχει εξελιχθεί πλέον σε ένα υβρίδιο —μισός άνθρωπος, μισός zombie— και παλεύει με το εσωτερικό του τέρας ενώ αναζητά εκδίκηση για όσα του έκαναν.

Η ιστορία εξερευνά θέματα όπως η ενοχή, η απώλεια και η ηθική διαφθορά μέσα σε μια ζόμπι επιδημία. Μάλιστα, ο τρόπος που ξετυλίγεται μου θύμισε αρκετά τα Far Cry της Ubisoft, δηλαδή με την προετοιμασία για την καταπολέμηση ενός σαδιστή και θεότρελου κακού ανταγωνιστή, να βρίσκεται στο επίκεντρο. Ο ίδιος ο Crane, ο πρωταγωνιστής δηλαδή, είναι αυτός που ξεχωρίζει, με τον Roger Craig Smith να δανείζει ξανά τη φωνή του, αυτή τη φορά με πιο τραχιά και βασανισμένη χροιά που αντικατοπτρίζει τα χρόνια των μαρτυρίων που πέρασε. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες—σύμμαχοι ή αντίπαλοι—είναι λειτουργικοί, αλλά όχι και ιδιαίτερα πρωτότυποι. Για παράδειγμα, ο Baron είναι το κλασικό αρχέτυπο του τρελού επιστήμονα, χωρίς να σπάει με κάποιον τρόπο το καλούπι.

Advertisement

Αν και η πλοκή προσφέρει μερικές ικανοποιητικές ανατροπές, σε σημεία είναι προβλέψιμη, δίνοντας προτεραιότητα κυρίως στη συνέχεια της δράσης. Συνολικά, το Dying Light The Beast θα έλεγα πως έχει μια στιβαρή ιστορία που παρά τα περιστασιακά κλισέ καταφέρνει και υπηρετεί το gameplay καλά. Δεν είναι μια ιστορία που θα κουβαλάτε μαζί σας για χρόνια, αλλά σίγουρα σου δίνει αρκετό κίνητρο για να συνεχίσεις την εξερεύνηση στα Castor Woods και να σφάζεις ορδές από ζόμπι μέχρι να φτάσεις επιτέλους στο κατώφλι του Baron.

Στο gameplay του, το The Beast βασίζεται και ταυτόχρονα βελτιώνει το γνώριμο μείγμα της σειράς από parkour, αιματηρό melee combat και open world εξερεύνησης με κύκλους μέρας-νύχτας. Θα ξεκινήσω με το parkour, το οποίο για μένα είναι από τα highlights της εμπειρίας. Η κίνηση στο χώρο είναι απίστευτα ομαλή, ακροβατική και άκρως ικανοποιητική. Η κεντρική πόλη έχει σχεδιαστεί ιδανικά, με στενά δρομάκια, ψηλά κτήρια και ατελείωτα σημεία για να πιαστείς, με level design που ενθαρρύνει οργανικά την κάθετη εξερεύνηση. Το ίδιο ισχύει μάλιστα και για τα περισσότερα άλλα διαφορετικά biomes των Castor Woods, αφού στο παιχνίδι εξερευνείς με εντυπωσιακό τρόπο από βαλτώδεις πεδιάδες μέχρι αλπικές κορυφές. Ο open world χάρτης είναι προσεκτικά και πυκνά σχεδιασμένος με συνεχόμενες ανακαλύψεις, γεμάτος loot, κρυφά easter eggs και περιβαλλοντικούς γρίφους. Το κυριότερο όμως για μένα; Δεν είναι τεράστιος!

Advertisement

Σε μια φάση που δηλώνω κουρασμένος από τα απέραντης κλίμακας open world παιχνίδια, το The Beast είναι μια προσεκτικά ζυγισμένη εμπειρία που δεν με κούρασε. Δεν έχει ατελείωτα εικονίδια στον χάρτη, ούτε άπειρες αποστάσεις και η περιήγηση είτε με το parkour ούτε με τα οχήματα που μπορείς να βρεις παρατημένα στον μεταποκαλυπτικό κόσμο παραμένει διαρκώς διασκεδαστική και άμεση. Υπάρχουν βέβαια και κάποια συμπτώματα που κουβαλάνε σχεδόν όλα τα παιχνίδια του είδους. Για παράδειγμα, κάποιες παράπλευρες δραστηριότητες, όπως οι σταθμοί ηλεκτροδότησης που πρέπει να ενεργοποιήσεις, είναι άκρως επιλαμβανόμενες. Το ζουμί βρίσκεται στο κεντρικό campaign, και τα side quests είναι αυτό που λέμε ‘hit or miss’, αφού κάποια μοιάζουν με ανούσια fetch quests όπου απλά συλλέγεις αντικείμενα, ενώ άλλα προσθέτουν επιτυχημένα συναισθηματικό βάθος, όπως για παράδειγμα η ιστορία επιβίωσης μιας οικογένειας στους υπονόμους ή οι τελευταίες εκκλήσεις ενός ηλικιωμένου επιζώντα.

Το combat δίνει έμφαση κυρίως στις βίαιες melee επιθέσεις και στους διαμελισμούς. Είναι συνολικά πολύ στιβαρό, με μια ποικιλία όπλων που χρησιμοποιούνται με διαφορετικούς τρόπους. Από σπαθιά που μπορούν να κόψουν τα κεφάλια των ζόμπι με ένα ή δύο εύστοχα χτυπήματα, μπαστούνια του μπέιζμπολ που σπάνε κόκαλα και ρίχνουν κάτω τα ζόμπι αν τα χτυπήσεις τα πόδια, μέχρι μικρά ευέλικτα μαχαιράκια. Σε όλα αυτά η διαχείριση του stamina είναι καίριας σημασίας, αφού πολύ εύκολα μπορείς να περικυκλωθείς και να χάσεις, με μόνη σανίδα σωτηρίας το parkour. Ένα ψεγάδι που με ενόχλησε πάντως, αλλά και που διορθώθηκε ήδη με ένα από τα πρώτα updates, ήταν το πόσο εύκολα και άδικα μπορούσαν να σε γραπώσουν οι εχθροί, με ένα QTE να εμφανίζεται στην οθόνη για να διαφύγεις. Τα ζόμπι σα να μαγνήτιζαν πάνω σου από μεγάλες αποστάσεις που σχεδόν κανένα όπλο δεν έφτανε.

Advertisement

Ένα ακόμα κομμάτι που ξεχωρίζει είναι το σχετικά βαθύ crafting σύστημα, το οποίο σε παρακινεί να βουτήξεις στην εξερεύνηση για loot και blueprints. Μπορείς να φτιάξεις πιο προχωρημένα και ευφάνταστα όπλα, όπως φλογοβόλα για να κάψεις ορδές ζόμπι ή εκτοξευτές λεπίδων που προκαλούν τεράστιο damage από μακριά. Το παιχνίδι βέβαια δεν ξεφεύγει ποτέ από το ρεαλιστικό και γειωμένο του στυλ. Πάντα μένει πιστό σε αυτό το γκρίζο, μεταποκαλυπτικό vibe, και ποτέ δε γίνεται σαν τα λούνα παρκ που έχουμε δει σε τίτλους όπως κάποια πρόσφατα Dead Rising ή το Dead Island 2, με υπερβολικά over the top όπλα. Μάλιστα, το γεγονός ότι τα όπλα χαλάνε με τη χρήση –κάτι που μπορεί να μην αρέσει σε όλους, η αλήθεια είναι– σε αναγκάζει να δοκιμάσεις περισσότερα και να μην κολλήσεις σε ένα αγαπημένο. Εν τέλει, το βρήκα θετικό, γιατί προσθέτει ποικιλία και μια αίσθηση επιβίωσης χωρίς να γίνεται ενοχλητικό, αφού μπορείς και να επισκευάσεις ως έναν αριθμό φορών κάποιο αγαπημένο σου όπλο.

Οι νύχτες είναι ένα τρομερό highlight του παιχνιδιού, με πολύ έντονο horror στοιχείο που ανεβάζει την αδρεναλίνη στα ύψη. Τότε εμφανίζονται πιο επιθετικά ζόμπι, τα Volatiles που σκαρφαλώνουν παντού και σε κυνηγάνε σαν δαίμονες, αναγκάζοντάς σε είτε να πας με stealth είτε σε πανικόβλητες αποδράσεις με parkour μέχρι να φτάσεις σε κάποιο από τα Safe Houses που έχεις απελευθερώσει. Εκεί, το UV φως λειτουργεί σαν μαγική ασπίδα, τρομάζοντας τα πλάσματα και δίνοντάς σου μια ανάσα. Είναι στιγμές που νιώθεις πραγματικά ευάλωτος, και αυτός ο κύκλος μέρας-νύχτας δίνει ρυθμό σε όλη την εμπειρία. Όταν ακούς το ρολόι σου να χτυπά 19:00 ξέρεις ότι πρέπει να βιαστείς γιατί σύντομα έπεται…μακελειό!

Το stealth βέβαια είναι αρκετά παρωχημένο, ειδικά όσον αφορά τους ανθρώπινους εχθρούς. Μπορείς ακόμα και να περάσεις δίπλα τους χωρίς να σε καταλάβουν ή να σε δουν από χιλιόμετρα, κάτι που σπάει λίγο την αληθοφάνεια και κάνει αυτές τις ενότητες λιγότερο προκλητικές.

Όταν το melee όμως αρχίζει να μοιάζει επαναλαμβανόμενο, το αλατοπίπερο στο gameplay έρχεται να βάλει το Beast Mode, που μεταμορφώνει τον Crane σε υπεράνθρωπο για λίγο. Γεμίζοντας μια μπάρα μέσα από τις τυπικές μάχες, μπαίνεις σε αυτή τη φάση όπου μπορείς να εξαπολύσεις ισχυρές επιθέσεις με τα γυμνά σου χέρια, να πετάς τεράστια βαριά αντικείμενα του περιβάλλοντος στους εχθρούς για μεγάλο damage, και να αποκτάς υπερφυσικές ικανότητες όπως υπερβολικά ψηλά άλματα και σπριντ που ξεπερνάει τα ανθρώπινα όρια.

Καθώς προχωράς, ξεκλειδώνεις νέα skills που ενισχύουν ακόμα περισσότερο τις πολεμικές σου ικανότητες, το parkour και το crafting, καθώς και την τερατώδης φύση σου. Τι εννοώ; Το skill tree του Beast Mode συνδέεται άμεσα με μια σειρά από boss fights με σπάνια πανίσχυρα τέρατα – τα οποία για μένα ήταν το απόλυτο highlight του παιχνιδιού. Κάθε τέτοιο boss απαιτεί μοναδική προσέγγιση: για παράδειγμα, ένα ήταν εντελώς αόρατο και έπρεπε να χρησιμοποιήσω τον UV φακό μου για να το εντοπίσω. Ένα άλλο πηδούσε ξαφνικά πάνω μου από τα ψηλά σημεία σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Ήταν ένα αγχωτικό horror σκηνικό όπου έπρεπε να κάνεις γρήγορο parkour για να προσεγγίσεις το boss. Το τελευταίο παράδειγμα που θα φέρω είναι και το πιο κοινότυπο για να μην κάνω άλλες αποκαλύψεις. Πρόκειται για ένα boss fight με έναν κλασικό πανίσχυρο brute που πρέπει να αποφύγεις με επιδέξια dodges. Όλες αυτές οι μάχες προσθέτουν ποικιλία και ένταση, κάνοντας σε μάλιστα να τις αποζητάς για να γίνεις ισχυρότερος αν τα καταφέρεις. Από την άλλη, το αρνητικό είναι πως το τυπικό skill tree, όχι αυτό του Beast Mode, είναι αρκετά υποτονικό, με skills που δεν μοιάζουν ιδιαίτερα χρήσιμα και μειώνουν το κίνητρο να τα ξεκλειδώσεις.

Συνολικά, λοιπόν, η ραχοκοκαλιά του gameplay που περιγράφω προφανώς δεν είναι επαναστατική, αλλά οι περισσότεροι μηχανισμοί είναι καλά υλοποιημένοι και το γενικότερο moment-to-moment gameplay αρκετά διασκεδαστικό, με μια ροή που σε κρατάει κολλημένο.

Προσωπικά δεν δοκίμασα το co-op mode, όπου η κοινή πρόοδος με τέσσερις παίκτες σίγουρα αυξάνει τη διασκέδαση. Η κύρια ιστορία του The Beast ολοκληρώνεται σε 20 ώρες περίπου, αλλά το side content μπορεί εύκολα να ανεβάσει τον χρόνο στις 30+ ώρες αν θες να τα κάνεις όλα. Να κάνω μια μικρή παρένθεση εδώ για να επισημάνω ένα αρνητικό που βρήκα. Σε διάφορα σημεία το παιχνίδι σε αναγκάζει θέλοντας και μη να ασχοληθείς με το παράπλευρο περιεχόμενο, γιατί υπάρχει gate keeping στις κύριες αποστολές ανάλογα με το level του χαρακτήρα σου. Το The Beast είναι, επομένως, το πιο σύντομο από τα Dying Light 2 και Dying Light, αλλά όπως τόνισα, αυτή η πιο εστιασμένη, linear φύση της εμπειρίας για μένα δεν είναι καθόλου κακή – αντιθέτως, είναι αναζωογονητική σε μια εποχή που τα open world συχνά σε πνίγουν με παντελώς άχρηστο περιεχόμενο.

Πριν κλείσω θέλω να αναφερθώ στον τεχνικό τομέα, για τον οποίο έχω κυρίως θετικά να αναφέρω. Χάρη στην αναβαθμισμένη ιδιόκτητη C-Engine της Techland, το παιχνίδι τρέχει ομαλά στα 60fps στις τρέχουσες κονσόλες και ακόμη και σε mid-range PCs, με λεπτομερή μοντέλα χαρακτήρων, δυναμικό καιρό και εντυπωσιακά οπτικά εφέ που ενισχύουν την ατμόσφαιρα. Η έκδοση που δοκίμασα ήταν αυτή του PC. Έπαιξα σε δύο συστήματα, ένα με RTX 3070 και Intel i7 11ης γενιάς, καθώς και σε ένα παλιότερο με Ryzen πρώτης γενιάς και RTX 2060. Και στις δύο περιπτώσεις έμεινα ικανοποιημένος σε γενικές γραμμές. Υπήρχαν μερικά micro-shutters, αλλά η εμπειρία είναι συνολικά αρκετά optimized, κάτι σπάνιο στις μέρες μας, όσο θλιβερό και αν είναι αυτό για την γενικότερη εικόνα της gaming βιομηχανίας.

Μάλιστα, δηλώνω εντυπωσιασμένος από την καθαριότητα της εικόνας και την λεπτομέρεια που αντικρίζεις σχεδόν σε κάθε σκηνή. Από την βλάστηση στα δάση μέχρι την γεμάτη πόλη, το The Beast είναι ένα πολύ όμορφο παιχνίδι που τρέχει ομαλά.

Υπάρχουν όμως και αναφορές για αρκετούτσικα bugs, όπως για κολλήματα αποστολών ή AI glitches, αλλά η Techland ήδη έχει κυκλοφορήσει πολλαπλά hotfixes για να τα αντιμετωπίσει.

Τέλος, το soundtrack του Olivier Deriviere συνοδεύει ικανοποιητικά την εμπειρία με μια στοιχειωτική μουσική που κορυφώνεται μάχες και τα κυνηγητά, ενώ ντύνει με χαμηλότερη ένταση τις ήσυχες στιγμές. Έχει γενικά πιο σκοτεινούς, ώριμους τόνους που ταιριάζουν στην ψυχοσύνθεση του Crane. Δεν είναι κάτι το επαναστατικό, αλλά είναι σίγουρα immersive. Καλή δουλειά έχει γίνει και στο sound design, με αποκορύφωμα τις μάχες, όπου νιώθεις ή μάλλον ακούς για τα καλά κάθε χτύπημα στα εύθραυστά σώματα των zombies.

Ακολουθήστε το Unboxholics στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα για τεχνολογία, videogames, ταινίες και σειρές. Ακολουθήστε το Unboxholics σε Facebook, Twitter, Instagram, Spotify και TikTok.

Συνοψίζοντας...

Το Dying Light: The Beast δεν επανεφευρίσκει τον τροχό, αλλά είναι μια πολύ διασκεδαστική και εστιασμένη εμπειρία που θα αρέσει ιδιαίτερα στους λάτρεις των zombie survival games. Δεν μοιάζει σε καμία περίπτωση με DLC –αντιθέτως, στέκεται επάξια σαν ένα πλήρες, αυτόνομο παιχνίδι που τιμά τις ρίζες της σειράς και στηρίζεται στα δυνατά της σημεία, όπως το parkour, το έντονο combat και το horror στοιχείο. Αν ψάχνετε για κάτι που θα σας κρατήσει κολλημένους χωρίς να σας εξαντλήσει με περιττό περιεχόμενο όπως πολλά άλλα σύγχρονα open world παιχνίδια, αξίζει σίγουρα τον χρόνο σας – ειδικά αν είστε fans του αρχικού Dying Light.

Rating 2

Game Info

Box Art
Tested on
PC
Developer
Techland
Publisher
Techland
Available for
PS5, Xbox Series X|S, PC
Release date
Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2025