Τεχνητή νοημοσύνη ανέλαβε τον έλεγχο σε αντίδραση πυρηνικής σύντηξης  

Για να αυξήσει τη σταθερότητα του πλάσματος

Τεχνητή νοημοσύνη ανέλαβε τον έλεγχο σε αντίδραση πυρηνικής σύντηξης

Η πυρηνική σύντηξη υπόσχεται να προσφέρει στην ανθρωπότητα ατελείωτη, βιώσιμη, καθαρή ενέργεια, ωστόσο δεν είναι μία εύκολη προσπάθεια. Για δεκαετίες κάνουμε μικρά βήματα προς αυτό το στόχο, αλλά παραμένουν ακόμα πολλές προκλήσεις. Μία από τις μεγαλύτερες, είναι να καταφέρουμε να ελέγξουμε το ασταθές υπέρ-θερμό πλάσμα στον αντιδραστήρα. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά περίπλοκο έργο εξισορρόπησης, καθώς χρειάζεται ένας τεράστιος αριθμός μικρών ρυθμίσεων στην τάση, χιλιάδες φορές το δευτερόλεπτο για να κρατηθεί το πλάσμα περιορισμένο στα μαγνητικά πεδία. Αν δεν μπορούμε εμείς λοιπόν, ίσως να μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη.

Σε μία κοινή προσπάθεια λοιπόν από το Swiss Plasma Center (SPC) της EPFL και την εταιρία τεχνητής νοημοσύνης DeepMind, χρησιμοποιήθηκε ένα σύστημα βαθιάς ενισχυτικής εκμάθησης (RL) για να μελετήσει τις απειροελάχιστες αλλαγές στη συμπεριφορά του πλάσματος σε έναν αντιδραστήρα tokamak. Η μελέτη τους δείχνει πως ένα μόνο AI σύστημα μπορεί να αναλάβει την εργασία, κρατώντας σταθερό το πλάσμα των εκατομμυρίων βαθμών Κελσίου.

Χρησιμοποιώντας μία αρχιτεκτονική εκμάθησης που συνδυάζει τη βαθιά RL και ένα εικονικό περιβάλλον, δημιουργήσαμε σταθεροποιητές που μπορούν να κρατήσουν και το πλάσμα σταθερό και να το διαμορφώσουν με ακρίβεια σε διάφορες μορφές.

Μετά την εκπαίδευση της AI λοιπόν, ήρθε η ώρα για μία πραγματική δοκιμή.

Η AI κατάφερε να ελέγξει το πλάσμα και να του δώσει διάφορες μορφές, συμπεριλαμβανομένης και μίας που δεν είχε παρατηρηθεί ποτέ, αυτήν όπου δύο διαχωρισμένες “σταγόνες” πλάσματος συνυπήρξαν την ίδια στιγμή μέσα στον αντιδραστήρα.

Αυτή η AI κατά την άποψή μου, είναι ο μόνος δρόμος μπροστά. Υπάρχουν τόσες μεταβλητές και μία μικρή αλλαγή σε μία από αυτές μπορεί να προκαλέσει μία μεγάλη αλλαγή στο τελικό αποτέλεσμα. Αν προσπαθήσεις να το κάνεις χειροκίνητα, είναι μία πολύ περίπλοκη διαδικασία.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο Nature.