Glass Review 

Τρεις γνώμες για τη νέα ταινία του M. Night Shyamalan

Glass Review

Στέλλα Παπασαραφιανού

Πάνε σχεδόν τρία χρόνια από τότε που το Split έφερε και πάλι στο προσκήνιο το σύμπαν του Άφθαρτου, μίας ιδιαίτερης sci-fi κινηματογραφικής ανθολογίας τρόμου που έδωσε το έναυσμα για την δημιουργία της διάσημης αντισυμβατικής τριλογίας του M. Night Shyamalan (The Village, The Happening). Σήμερα πια, με το Glass προστίθεται το τελευταίο κομμάτι του παζλ που σηματοδοτεί τον επίλογο για την συγκεκριμένη ιστορία.

Ο σκηνοθέτης της Έκτης Αίσθησης και του Οιωνού επιχειρεί να ολοκληρώσει την ιδιότυπη αυτήν του αφήγηση συστήνοντάς μας μία εναλλακτική εκδοχή του παραπάνω είδους και προσπαθώντας να προσδώσει μία διαφορετική διάσταση όσον αφορά την ανάγνωση του κόσμου των υπερηρώων. Πλέον, στο εν λόγω θρίλερ επιστημονικής φαντασίας των Universal Pictures και Buena Vista International ανταμώνουν ως κεντρικές φιγούρες οι πρωταγωνιστές των δύο προηγούμενων φιλμ.

O Bruce Willis και ο Samuel L. Jackson επιστρέφουν λοιπόν, στους γνώριμους ρόλους τους: ο πρώτος ως ο πανίσχυρος αυτεξούσιος υπερασπιστής των αδύναμων, ‘David Dunn’, ένας πρώην ταλαντούχος ποδοσφαιριστής που είχε ως μέντορά του τον κατ’ επίφαση εύθραυστο αλλά ουσιαστικά πανούργο ‘Elijah Price’ (Samuel L. Jackson), δηλαδή τον σατανικά έξυπνο ‘Mr. Glass’. Την αταίριαστη αυτή συντροφιά συμπληρώνει ο James McAvoy ως ο ανεξέλεγκτος ‘Kevin Wendell Crumb’ ή αλλιώς το ‘Θηρίο’, μία ιδιάζουσα και επικίνδυνη περίπτωση ασθενούς με διασχιστική διαταραχή της προσωπικότητας που έχει δραπετεύσει και τριγυρνάει ελεύθερος στους δρόμους. Η πιο άγρια πλευρά του σύντομα βρίσκει τρόπο να έρθει στην επιφάνεια, με τον ίδιο να εξαπολύει την πιο τερατώδη επίθεσή του! Το έδαφος για αυτήν την έκρηξη θυμού προετοιμάζει  μεθοδικά ο μυστηριώδης και ραδιούργος ‘Elijah’ κατευθύνοντας τα πράγματα προς μία σφοδρή ρήξη ανάμεσα στους άλλους δύο. Το κλίμα θα πυροδοτηθεί αφότου βρεθούν όλοι τους στον ίδιο χώρο, την αίθουσα μίας ψυχιατρικής κλινικής όπου είναι έγκλειστοι. Ένας τρομακτικός συσχετισμός δυνάμεων αποκαλύπτεται που εν τέλει δεν αργεί να κλιμακωθεί σε μία άκρως βίαιη σύγκρουση.

Στο κύριο cast ανήκει και η Sarah Paulson (American Horror Story, Oceans’8 ) που ερμηνεύει την ‘Ellie Stapl’, την ψυχίατρο που έχει αναλάβει υπό την επίβλεψή της τους παραπάνω τρόφιμους και η οποία ειδικεύεται σε όσα περιστατικά παρουσιάζουν παραληρητικές ιδέες μεγαλείου, σε «όσα άτομα πιστεύουν ότι είναι υπερήρωες». Η Anya Taylor-Joy (The Witch, Thoroughbreds) φυσικά και δεν λείπει από το επιτελείο των ηθοποιών ως η ‘Casey Cooke’, η μόνη αιχμάλωτη του ‘Κτήνους’ που τον συνάντησε και κατόρθωσε να βγει ζωντανή. Ο Spencer Treat Clark επανέρχεται ως ο γιος του γενναίου ‘Dunn’  με την μεταξύ τους σχέση να δοκιμάζεται εκ νέου μέσα από  τις σοβαρές προκλήσεις που ορθώνονται εμπρός τους.

Το 3ο sequel του Unbreakable είναι μία ταινία δράσης που σε γενικές γραμμές προβαίνει σε μία φιλότιμη προσπάθεια για να ανταπεξέλθει στο βάρος των μυθοπλασιών που προηγήθηκαν αυτής, χωρίς ωστόσο να ξεφεύγει από ορισμένες προφανείς αστοχίες ή κλισέ. Σε σύγκριση με τα άλλα δύο κεφάλαια όπου οι χειρισμοί του Shyamalan όσον αφορά τον παράγοντα του απρόβλεπτου ήταν αισθητά πιο φιλόδοξοι και ρηξικέλευθοι, στο έργο αυτό δεν υπερτερεί τόσο το στοιχείο του μυστηρίου, της ανατροπής κάτι για το οποίο δεν βοηθάει ιδιαίτερα ο σχετικά βραδύς ρυθμός με τον οποίο εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Ενίοτε εντοπίζει κανείς μερικά κενά καθώς προχωρά η υπόθεση, ενώ άλλοτε οι εκτενείς περιγραφές της θεράποντος ιατρού καθιστούν κάπως πιο flat ή υποτονική και υπερβολικά αναλυτική την όλη διήγηση.

Συνεπώς, σε αρκετά σημεία της πλοκής μοιάζει να απουσιάζει το σασπένς και η αγωνία που επιτεύχθηκε στον Άφθαρτο και τον Διχασμένο, ώστε να δίνεται η εντύπωση μίας κάπως πιο χλιαρής ή άνευρης εξιστόρησης που ναι μεν βλέπεται χωρίς κανένα πρόβλημα όμως δεν περιμένεις και να εκπλαγείς φοβερά απ’ ό,τι ακολουθεί ως συνέχεια.

Οι βασανισμένοι ήρωες που πρωτοστατούν εν προκειμένω, και οι οποίοι έχουν περάσει από πολύ οδυνηρά βιώματα για να φτάσουν στην τωρινή κατάσταση της ύπαρξής τους είναι σαν να απομυθοποιούνται όσον αφορά την σύνθετη φύση τους, την ψυχοσύνθεση και την προσωπικότητά τους, με εξαίρεση ίσως τον ‘Kevin Wendell Crumb’.

Η ανθρωποκεντρική προσέγγιση που ενυπάρχει στον πυρήνα του φιλμ υπό την έννοια ότι κάθε άτομο αξιοποιώντας το μέγεθος των δυνατοτήτων του και εμπιστευόμενο τον εαυτό του μπορεί κάλλιστα να μεγαλουργήσει, παρουσιάζεται λιγάκι μονοκόμματα εδώ. Συν τοις άλλοις, ο απροσδιόριστα σκοτεινός άλλος, το αόρατο χέρι που κινεί τα νήματα για να περιορίζει την ικανότητα αυτή και να καταδυναστεύει το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής δίνει το στίγμα μίας συνωμοσιολογικής χροιάς στον μύθο.

Η πειστική κλειστοφοβική και ασφυκτική ατμόσφαιρα που χτίζεται μέσα στους αποστειρωμένους, μουντούς θαλάμους της κλινικής συγκαταλέγεται ανάμεσα στα θετικά, όπως επίσης και κάποια επεισοδιακά τεκταινόμενα ειδικά προς το τέλος όπου το φινάλε κορυφώνεται μέσα από τις ανάλογες σκηνές. Οπωσδήποτε πάντως, ξεχωρίζει η υποκριτική δεινότητα του James McAvoy, η οποία αναδεικνύεται για ακόμη μία φορά, με τον ίδιο να είναι και πάλι σε εξαιρετική φόρμα καθώς υποδύεται 24 διαφορετικές περσόνες που ζουν ενδόμυχά του χαρακτήρα που ενσαρκώνει και η κάθε μία ενεργοποιείται από ένα πολύ έντονο ερέθισμα. Η μουσική επιμέλεια του soundtrack από τον West Dylan Thordson και η φωτογραφία του Mike Gioulakis συνηγορούν υπέρ της υποβλητικότητας του όλου project.

Το κεφάλαιο αυτό του Glass αποτελεί μία περιπέτεια αρκετά πιο συγκρατημένη ή μετριοπαθή για τα δεδομένα του M. Night Shyamalan, και λιγάκι πιο άτολμη όσον αφορά την πρωτοτυπία της δράσης της, κάτι για το οποίο ενδεχομένως να αποδίδεται στο πόσο ψηλά έθεσε τον πήχη το 2016 το πραγματικά συναρπαστικό και ανατρεπτικό Split.

 

Γιώργος Πρίτσκας

Προσοχή ακολουθούν Spoilers!

Αν ρίξει κανείς μια ματιά στην φιλμογραφία του Shyamalan, διαπιστώνει μια περίεργη πορεία, γεμάτη ακραίων, σχεδόν παράλογων, μεταπτώσεων. Από τα εξαιρετικά “6th Sense” και “Unbreakable” της πιο γόνιμης -ποιοτικά τουλάχιστον- πρώτης περιόδου του, περνάει στα ελαττωματικά αλλά ενδιαφέροντα “Signs” και “The Village”, για να πιάσει πάτο με τα “Lady In the Water”, “The Happening” και “After Earth” (Το The Last Airbender είναι το μόνο που δεν έχω δει). Εκεί όμως που όλοι τον έχουν ξεγραμμένο ως “πυροτέχνημα”, ξεκινά και πάλι μια αργή αλλά σταθερή ανοδική πορεία με το “The Visit” και κυρίως το “Split” που εξέπληξε τόσο με την ιδέα του όσο και την σύνδεση με το σύμπαν του “Unbreakable”. Το “Glass” λοιπόν είναι η ευκαιρία του Shyamalan να επιστρέψει για τα καλά στο προσκήνιο.

Τα καταφέρνει; Μάλλον όχι. Παρόλα αυτά ο τρόπος που προσέγγισε την ταινία έχει τρομερό ενδιαφέρον κατά την γνώμη μου και, σε τελική ανάλυση, έχω πολλά αντιφατικά συναισθήματα για την ποιότητά της. Ο Ινδός σκηνοθέτης πάντα είχε τη διάθεση να εκπλήσσει και να ανατρέπει τις προσδοκίες του κοινού και το ίδιο κάνει κι εδώ. Ενώ λοιπόν η ταινία ξεκινάει με τον πλέον αναμενόμενο τρόπο (Bruce Willis εναντίον The Horde), παίρνει γρήγορα μια απροσδόκητη τροπή, κλείνοντας για το μεγαλύτερο διάστημά της τους δυο (μαζί με τον τρίτο) πρωταγωνιστές της σε ένα ίδρυμα. Σαν ιδέα είναι πρωτότυπη. Μια ταινία “δωματίου” αυτής της θεματολογίας είναι κάτι φιλόδοξο, το λιγότερο. Δυστυχώς όμως, όλο αυτό το κομμάτι πάσχει από έναν τελείως “άνευρo” ρυθμό που οφείλεται σε σεναριακή αδυναμία αλλά και μια γενικότερη αστοχία στην σκηνοθετική εκτέλεση. Αρχικά, η εσωτερική σύγκρουση που προσπαθεί να επιβάλλει ο Shyamalan στους πρωταγωνιστές του, δεν γίνεται σε καμία στιγμή πειστική από τους θεατές και όλη αυτή την ώρα η ταινία μοιάζει να βαλτώνει, να μένει στάσιμη και να φλυαρεί ακατάπαυστα.

Σε αυτό δεν βοηθάει καθόλου το γεγονός πως ο σκηνοθέτης φαίνεται “ερωτευμένος” με τον The Horde του James McAvoy και κάθε διάλογος μαζί του καταλήγει σε μια υποκριτική επίδειξη μεν, με ελάχιστη ουσία δε. Ιδίως για όσους έχουν δει το Split και γνωρίζουν τον χαρακτήρα, το πέρασμα από 3-4 προσωπικότητες κάθε φορά μέχρι να μπει στο ψητό (αν υπάρχει κιόλας), μπορεί να αποδειχτεί ελαφρώς κουραστικό από τη στιγμή που φαίνεται απλά να ανακυκλώνει, χωρίς να εξελίσσει, την δυναμική και την πάλη των προσωπικοτήτων του. Έπειτα, η ταινία αποτυγχάνει στην δημιουργία έντασης. Παρόλο που προσπαθεί πολύ (αν ακούσετε το score του West Dylan Thordson, μοιάζει βγαλμένο από ταινία τρόμου) το αποτέλεσμα δεν δικαιώνει τις προθέσεις. Και αυτό διότι οι θεατές είναι καθαρά υπέρ των “κακών” (που δεν κινδυνεύουν ουσιαστικά), οπότε δεν αγωνιούν ούτε κατά τη διάρκεια ασυλίας, ούτε της απόδρασης.

Όλα αυτά δημιουργούν ένα συναισθηματικό αποτέλεσμα που είναι επίπεδο στη μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας, με την συνεχή προσδοκία να γίνει “κάτι” και αυτό το “κάτι” να μην έρχεται παρά στο τελευταίο μισάωρο. Και πάλι καλά που έρχεται όμως. Παρόλο που ο Shyamalan αδιαφορεί για θεαματικές συγκρούσεις (ο τρόπος που σκηνοθετεί σχεδόν κάθε μάχη είναι περισσότερο υπαινικτικός παρά κυριολεκτικός, εστιάζοντας σε άλλα πρόσωπα, κόβοντας τη γενική εικόνα και μένοντας σε λεπτομέρειες κ.τ.λ.), η κατάληξη της ταινίας καταφέρνει να ανταμείψει δένοντας με έναν διαβολικό τρόπο τα πάντα ικανοποιητικά. Οι πορείες όλων των χαρακτήρων ολοκληρώνονται, με αυτές των “δευτεραγωνιστών” να κουβαλούν τελικά την μεγαλύτερη φρεσκάδα αλλά και βαρύτητα και φυσικά, τον Mr Glass, όπως υποδήλωνε και ο ίδιος ο τίτλος της ταινίας, να βρίσκεται στο θεματικό επίκεντρο. Αν το Unbreakable αφορούσε την αναζήτηση νοήματος/εαυτού, το Split την αποδοχή του εαυτού, τότε το Glass αφορά τη δικαίωση του εαυτού. Τη δικαίωση του διαφορετικού που υποβιβάζεται γιατί δεν μπορεί να κατανοηθεί.

Ο Shyamalan μπορεί να μην ολοκλήρωσε όσο θεαματικά ελπίζαμε την επιστροφή του, αλλά σίγουρα δεν έκανε μια αδιάφορη ταινία. Το Glass είναι προορισμένο να διχάσει και αυτό από μόνο του δείχνει μια ταινία με γενναίες δημιουργικές αποφάσεις. Το αν τελικά δικαιωθεί κι αυτό, όπως ο πρωταγωνιστής του, μόνο ο χρόνος θα το δείξει. Προσωπικά, θα τα κατέτασσα στην ίδια κατηγορία του “Signs” και του “Village” ως μια ενδιαφέρουσα απόπειρα, με καλά στοιχεία αλλά και αρκετές αστοχίες.       

Αντώνης Παυλίδης

Δεκαεπτά χρόνια μετά το Unbreakable και περίπου ένα χρόνο μετά το Split, ο M. Night Shyamalan επιστρέφει στην τριλογία τρόμου και μυστηρίου που δημιούργησε για να την ολοκληρώσει. Το τρίτο και τελευταίο φιλμ αυτού του σύμπαντος φέρνει τον τίτλο Glass. Από το Unbreakable, ο Bruce Willis θα επιστρέψει στο ρόλο του David Dunn και ο Samuel L. Jackson σε εκείνον του αινιγματικού συλλέκτη κόμικς Elijah Price / Mr. Glass, ενώ από το Split πάλι, θα δούμε τον James McAvoy να υποδύεται τον Kevin Crumb και την Anya Taylor-Jo, τη μία εκ των δύο θυμάτων του. Η ταινία λοιπόν, έρχεται να συμπληρώσει την τριλογία του Shyamalan όπου οι 2 βασικοί χαρακτήρες του «Unbreakable» και οι πολλαπλές προσωπικότητες του villain του «Split», αλληλεπιδρούν επιτέλους μεταξύ τους.

Η ταινία ξεκινάει εντυπωσιακά, έχοντας ένα πολύ δυνατό εικοσάλεπτο που σε κάνει να αναρωτιέσαι τι καλύτερο μπορεί να ακολουθήσει μετά από ένα τόσο συναρπαστικό ξεκίνημα. Σταδιακά αρχίζει και μειώνει ένταση από την εκρηκτική εκκίνησή της και σε προσγειώνει σε ένα πιο ρεαλιστικό περιβάλλον, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στο κομμάτι μίας ρεαλιστικής αποδόμησης των κόμικ υπερ-ηρώων. Η ενδιαφέρουσα προσπάθεια του Shyamalan για μια διαφορετική προσέγγιση του μύθου των υπερ-ηρώων λειτουργεί σε αρκετά σημεία και δίνει έναν ιδιαίτερο τόνο στο κλίμα της ταινίας, χωρίς όμως να μπορέσει να ξεχωρίσει λόγω των λογικών κενών που δημιουργεί σεναριακά. Δυστυχώς, η περίπλοκη ψυχολογία των βασανισμένων χαρακτήρων της ιστορίας αντιμετωπίστηκε μονοδιάστατα αφήνοντας πολλά αναπάντητα ερωτήματα.

Ο McAvoy από την άλλη, κλέβει για ακόμα μια φορά την παράσταση σε κάθε πλάνο και σε κάθε στιγμή της ταινίας. Αν και δεν είναι προσωπικός μου αγαπημένος ηθοποιός, στις δυο ταινίες του Ινδού σκηνοθέτη δεν χορταίνω να τον βλέπω να αλλάζει την μορφή του τόσο κινησιολογικά όσο και εκφραστικά, μεταπηδώντας από την μία προσωπικότητα στην άλλη. Samuel L. Jackson και Bruce Willis απλά δένουν το υποκριτικό τρίο πιάνοντας τους ρόλους τους ακριβώς από εκεί που τους είχαν αφήσει δεκαεπτά χρόνια πριν.  Στον ρόλο της ψυχιάτρου βρίσκεται η Sarah Poulson που και αυτή με την σειρά της δίνει μία αξιόλογη ερμηνεία.

Όσον αφορά τον πολυσυζητημένο M. Night Shyamalan, η καριέρα του στον χώρο του κινηματογράφου είναι αμφιλεγόμενη. Προσωπικά είναι ένας από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες και δείχνει πως γνωρίζει από κινηματογράφο, αντιλαμβάνεται σε μεγάλο βαθμό την έννοια τους σασπένς και έχει την δυνατότητα να σε υπνωτίζει με την ατμόσφαιρα μυστηρίου που δημιουργεί στις ταινίες του. Ας μην ξεχνάμε πως εξαιτίας του Ινδού σκηνοθέτη ο όρος «plot twist» έγινε πιο δημοφιλής από ποτέ στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα με το συγκλονιστικό ανατρεπτικό φινάλε του The Sixth Sense. Δυστυχώς όμως, η μετέπειτα πορεία του δεν είχε την ανάλογη επιτυχία, κάνοντας έτσι κοινό κριτικούς και πολλούς παραγωγούς αλλά και μεγάλα χουλιγουντιανά στούντιο να μην τον εμπιστεύονται γυρνώντας του την πλάτη σε αρκετές ιδέες του. 

Με το Split επέστρεψε δυναμικά ενώ με το Glass κατάφερε και κράτησε την ποιότητα της ταινίας σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο χωρίς να διασυρθεί για ακόμη μία φορά σαν σκηνοθέτης. Αν εξαιρέσεις το μπερδεμένο και γεμάτο ερωτηματικά δεύτερο μισό, η συνέχεια της ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα και σίγουρα ανήκει στις καλές του δουλειές. Αν περίμενα κάτι παραπάνω; Ασφαλώς και περίμενα. Τα λογικά κενά που υπάρχουν στο σενάριο σε αφήνουν με την αίσθηση του ανολοκλήρωτου μόλις φεύγεις από την αίθουσα και δυστυχώς δεν θα υπάρξει τέταρτη ταινία για να μου λυθούν οι απορίες.

Βρείτε την ταινία στο IMDB

4 comment(s)