Thor: Ragnarok Movie Review 

Τρεις συντάκτες καταθέτουν την άποψή τους για το νέο κεφάλαιο του MCU

Thor: Ragnarok Movie Review

Στέλλα Παπασαραφιανού

Ο Θεός του Κεραυνού σολάρει για τρίτη συνεχόμενη φορά και τα σπάει! Αποτελεί σίγουρα μία από τις πιο εξέχουσες φιγούρες των περίφημων Εκδικητών της Marvel Comics, και όχι άδικα. Ο Thor επανέρχεται δριμύτερος στην μεγάλη οθόνη, με το τρίτο κεφάλαιο της ιστορίας του, το Thor: Ragnarok. Αυτή τη φορά τα σκήπτρα της σκηνοθεσίας παραλαμβάνει από τον Alan Taylor ο ιδιαίτερα ευρηματικός Taika Waititi, ο δημιουργός των σπαρταριστών κωμικών ταινιών What we Do in the Shadows και Hunt for the Wilderpeople.

Το νέο αυτό action φιλμ ανακατασκευάζει το περικείμενο του μύθου που περιβάλλει την μορφή του Thor, μέσα από μία πιο φρέσκια, ανάλαφρη και κοφτερή ματιά η οποία συνδυάζει πολύ δημιουργικά το στοιχείο της περιπέτειας και του χιούμορ. Η Marvel Studios αφήνει στον Waititi όλον τον χώρο που χρειάζεται ώστε να αναπτυχθεί μία πρωτότυπη και ιντριγκαδόρικη αφήγηση μέσα από την οποία διαφαίνεται και η πρόθεση της ίδιας της εταιρίας να επενδύσει στο σύμπαν των ηρώων της με ένα πιο ανανεωμένο και λιγότερο πομπώδες ύφος. Ο Νεοζηλανδός σκηνοθέτης αναλαμβάνει ως μετρ της δράσης, συνθέτοντας ένα εκρηκτικό κοκτέιλ επεισοδίων και χαρακτήρων που δεν αφήνουν τίποτε όρθιο, κάνοντάς σε να αναφωνήσεις από ενθουσιασμό.

Ο Thor (Chris Hemsworth) βρίσκεται αλυσοδεμένος στην άλλη άκρη του κόσμου, ενώ το Ragnarok, η συντέλεια του Asgard, είναι προ των πυλών. Ένας παλιός εχθρός του βασιλείου του επανέρχεται στο προσκήνιο, η θεά του θανάτου που ακούει στο όνομα Hela (Cate Blanchett) και τυγχάνει και μεγαλύτερη του αδελφή. Η σαγηνευτικά σκοτεινή αυτή αντίπαλος επιστρέφει για να διεκδικήσει τον θρόνο του Odin (Anthony Hopkins) ως πρωτότοκή του και να υποτάξει και άλλους πολιτισμούς στο θέλημά της, ξεκινώντας κατ' αρχάς με την γενέτειρα της. Τα περιθώρια στενεύουν και ο Thor έχοντας αποδράσει από την φυλακή του, κινεί γη και ουρανό προκειμένου να επιστρατεύσει κάθε πιθανό σύμμαχο που μπορεί να τον συνδράμει απέναντι στην ασύμμετρη απειλή που πλησιάζει. Χωρίς το Mjolnir, το θρυλικό σφυρί του, αναγκάζεται να στραφεί προς πάσα κατεύθυνση, παραμερίζοντας ακόμη και την κόντρα του με τον πανούργο θετό αδερφό του, Loki (Tom Hiddleston).

Οι δυο τους θα καταλήξουν στον ψυχεδελικό πλανήτη Sakaar  που κυβερνάται από έναν εκπληκτικά αλλοπρόσαλλο ηγεμόνα (Jeff Goldblum) ο οποίος στήνει αγώνες στο δικό του "Κολοσσαίο". Εκεί τα δύο αδέρφια θα συναντήσουν παλιούς τους γνώριμους, όπως τον πράσινο, θερμοκέφαλο γίγαντα Hulk (Mark Ruffallo) αλλά θα πιάσουν παρτίδες και με νέα πρόσωπα, όπως την ατίθαση Βαλκυρία (Tessa Thompson) ώστε να φτιάξουν την δική τους ομάδα κρούσης έναντι του κοινού κινδύνου που καραδοκεί. Επιστρέφοντας στον τόπο τους, συνειδητοποιούν πως η Hela είναι σε απόσταση αναπνοής από το να φέρει το απόλυτο χάος και τον όλεθρο. Μία αδυσώπητη και καθοριστικής σημασίας αναμέτρηση θα λάβει χώρα, από την οποία θα κριθεί και η τύχη του λαού του Asgard.

Οι ήρωες και οι 'κακοί' του Thor 3 παρατάσσονται σε θέσεις μάχης, ανεβάζοντας τους παλμούς με απίστευτα ευφάνταστο τρόπο. Το έξυπνα δομημένο, φαντασμαγορικό θέαμα που εκτυλίσσεται, ξεφεύγει από τις συμβάσεις και τα καλούπια της καθιερωμένης συνταγής την οποία συνήθιζε να εφαρμόζει η Marvel. Το περιεχόμενο του τρίτου sequel καταναλώνεται τόσο λαίμαργα που δεν σε αφήνει στιγμή να βαρεθείς! Ο πυρήνας της γουστόζικης αυτής  πλοκής εμπλουτίζεται μέσα από κατάλληλες δόσεις σασπένς, εύστοχες ατάκες ενώ δεν λείπουν και κάποια σκαμπρόζικα αστεία, αλλά και ο αυτοσαρκασμός, ενθαρρύνοντας ακόμη περισσότερο αυτήν την αλλαγή πλεύσης στο MCU.

Η σατυρική διάθεση των δρώντων να απομυθοποιούν τους εαυτός τους, τσαλακώνοντας την πρότερη εικόνα τους, ούτε επιτηδευμένα συμβαίνει ούτε βεβιασμένα. Θυμίζει παρωδία που δεν προσεγγίζει όμως τα όρια του σαχλού ή του γελοίου. Η εμπνευσμένη διακωμώδηση αποφεύγει με ευελιξία τέτοιες αστοχίες, όντας τόσο πνευματώδης  ώστε να δίνεται μία καινοτόμος πνοή στην σκιαγράφηση των φυσιογνωμιών που συμμετέχουν στην υπόθεση. Επιπλέον, είναι ευδιάκριτες οι διακειμενικές αναφορές στα Star Wars, Scarface, και  LOTR.

Η επιλογή των ηθοποιών που στελεχώνουν το cast πέρα από τους βασικούς πρωταγωνιστές, είναι πολύ επιτυχημένη (να επισημανθεί ότι δύο guest εμφανίσεις οπωσδήποτε θα σας κάνουν να μειδιάσετε!). Οι ερμηνείες δένουν απίστευτα μεταξύ τους και με το όλο σκηνικό το οποίο ενισχύουν η synth μουσική, τα CGI εφέ, τα κοστούμια και τα έντονα χρώματα που στολίζουν τον διάκοσμο του φιλμ.  Το Thor: Ragnarok σφύζει από νεύρο, ρυθμό και δυναμισμό που σε ψυχαγωγούν μέχρι τέλους, με το φινάλε να επισφραγίζεται από ένα αξιόμαχο cliffhanger που σου κλείνει το μάτι παιχνιδιάρικα.

Γιώργος Πρίτσκας

Κοντεύοντας μια δεκαετία πλέον και έχοντας απωλέσει την φρεσκάδα που εξέπνεε η ιδέας της μέγα-αφηγηματικής δομής του, το συχνότερο παράπονο που εκφράζεται για το MCU είναι πως οι ταινίες του παραμένουν υπερβολικά προσκολλημένες σε μια συμβατική και αρκετά συντηρητική κινηματογραφική συνταγή. Ενώ κατά τη γνώμη μου αυτό δεν είναι απόλυτα αληθές, δεν μπορώ να διαφωνήσω πως η δομή τους είναι πολλές φορές πανομοιότυπη και το περιεχόμενο, εντός ενός αυστηρά οριοθετημένου “βολικού” πλαισίου. Αυτό, μπορεί να κάνει πιο εύκολο τις ταινίες να “στέκουν” με άνεση εμπορικά και να εκπληρώνουν αποτελεσματικά τον σκοπό τους αλλά (τις κάνει) και ολίγον “απρόσωπες”,  “άψυχες” και αδιάφορες σε βάθος χρόνου, σαν να φτιάχτηκαν μέσα σε υπολογισμένα βιομηχανικά καλούπια. Η αποπομπή του Edgar Wright από το Ant-Man και το αποτέλεσμα που ακολούθησε (μια συμπαθητική αλλά τυπικότατη heist movie με υπερηρωική πινελιά) δεν έβγαζε προς τα έξω και την ιδανικότερη εικόνα για το επίπεδο της ελευθερίας που απολαμβάνουν οι σκηνοθέτες εντός του μεγαλόπνοου αυτού σχεδίου. Ωστόσο, η ιστορία από εκεί και έπειτα μάλλον δικαιώνει τη Marvel (και τον Kevin Feige που το 2015 ανέλαβε σχεδόν εξ' ολοκλήρου τα ηνία).

Φαίνεται πως περισσότερο δεν ταίριαζαν τα χνώτα του Βρετανού σκηνοθέτη με αυτά του γενικότερου οράματος, παρά επρόκειτο για μια γενικότερη δημιουργική καταπίεση από την πλευρά της παραγωγής. Αυτό φάνηκε στο ψυχεδελικό εικαστικά Doctor Strange αλλά κυρίως στο Guardians of the Galaxy 2, που ανεξαρτήτως της άποψης του καθενός για την ποιότητά του (εμένα μου άρεσε), οφείλουμε να παραδεχτούμε πως έχει ασπαστεί ολοκληρωτικά την τραβηγμένη, έντονη, στα όρια του σουρεαλισμού φαντασία των comics και κουβαλάει ξεκάθαρα τις ευαισθησίες και την προσωπικότητα του σκηνοθέτη της, James Gunn. Το ίδιο ακριβώς λοιπόν ένιωσα παρακολουθώντας και το Thor: Ragnarok. Είναι ξεκάθαρα μια ταινία του σκηνοθέτη της, Taika Waititi. Και αν έχετε παρακολουθήσει την εκκεντρική καριέρα του θεότρελου Νεοζηλανδού, τότε ξέρετε πως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να χαρακτηριστεί “συντηρητική” η απόφαση να του δοθεί “λευκό χαρτί” στην παρθενική του μάλιστα “blockbuster” παραγωγή. Αν σας πω ότι το Ragnarok είναι η καλύτερη ταινία του Thor, αυτό δεν θα λέει και πολλά. Οπότε σας λέω πως είναι η πιο διασκεδαστική και απενοχοποιημένα αυτοσαρκαστική, στο όριο της παρωδίας, ταινία του MCU.

Δεν έχει το “κάφρικο”, εξυπνακίστικο και αυτό-αναφορικό χιούμορ του Deadpool  που λειτουργεί, ως επί το πλείστον, εξυψωτικά  για τον χαρακτήρα (πόσο cool αντέχεις;) αλλά ένα εκκεντρικό, “ατσούμπαλο” χιούμορ που προσγειώνει ξανά και ξανά τους ήρωες του, πολλές φορές με αφοπλιστική γελοιότητα. Με αυτήν την έννοια το Ragnarok είναι η πιο anti-cool ταινία της Marvel. "Είναι λίγο γελοία όλα αυτά" σαν να λέει ο Waititi, "και είναι υπέροχο, ας το απολαύσουμε!". Αλλά χωρίς να ξεχνάμε την ουσία. Το επίτευγμά του λοιπόν είναι πως παρόλη την αναρχία που μπορεί να επιφέρει το κωμικό στοιχείο, αυτός δεν χάνει τον έλεγχο του σεναρίου και παραδίδει μια ιστορία με συνοχή τόσο στην εξέλιξη των χαρακτήρων και των μεταξύ τους σχέσεων όσο και στα γενικότερα θέματά της.

Κάποιες σεναριακές ευκολίες (που σχετίζονται κυρίως με τον Odin, για όσους το είδαν) δεν αποφεύγονται δυστυχώς, ωστόσο, είναι μια ταινία που πέραν της ανάλαφρης διασκέδασης που προσφέρει, έχει κάποια ενδιαφέροντα σχόλια να κάνει για τις παντοδύναμες αυτοκρατορίες του και δεν διστάζει –επιτέλους- να προσδώσει ουσιαστικές συνέπειες στη δράση. Στον βωμό βέβαια της περιρρέουσας κωμικής ατμόσφαιρας θυσιάζεται οποιαδήποτε αίσθηση κινδύνου και αγωνίας. Συμβαίνουν τρομερά πράγματα αλλά ο θεατής δεν τα νιώθει και τόσο τρομερά εν τέλει, γιατί ανάμεσα στα απανωτά αστεία και τον ξέφρενο κωμικό ρυθμό του, δεν αφήνεται περιθώριο για τέτοια συναισθήματα. Ακόμα και η απολαυστική Kate Blanchett ως η Θεά του Θανάτου, δεν αποπνέει καμία απολύτως ανησυχία. Ωστόσο αυτό γίνεται ηθελημένα.

Η ταινία είναι πάνω απ’ όλα, μια κωμική περιπέτεια φαντασίας και ως τέτοια μένει μέχρι τέλους. Έτσι, παρόλο το ύφος της, εδώ υπάρχουν –όπως είπα και προηγουμένως- πραγματικές συνέπειες και γενναίες εξελίξεις, οπότε είναι καθαρά θέμα γούστου το ζήτημα. Δεν μοιάζει δηλαδή με μια μικρή παρένθεση – γέμισμα για να βγει η υποχρέωση μέχρι το Infinity War. Οι χαρακτήρες, παλιοί και νέοι, ανταποκρίνονται άψογα στους ρόλους τους και δεν υστερεί κανένας ούτε στην κωμική παράδοση των γραμμών τους, ούτε σε προσωπικότητα. Η  μουσική επίσης, είναι η πιο ενδιαφέρουσα και ξεχωριστή σαν ύφος σε όλο το MCU.

Τέλος, μοναδικό αρνητικό της παραγωγής τα κάπως φτηνά και πολύ “πλαστικά” σκηνικά των εσωτερικών χώρων. Νομίζω η Marvel πρέπει να ρίξει μια ματιά στα νέα Star Wars για το πώς χτίζουμε σκηνικά με ρεαλιστικές υφές και "οντότητα”. Για να μην πλατειάζω άλλο όμως, θα σας πω το εξής: πήγα και είδα το Thor, την Παρασκευή το βράδυ μετά από μια πολύ κουραστική εβδομάδα. Βγήκα δύο ώρες μετά σαν να μου είχαν κάνει το πιο χαλαρωτικό μασάζ του κόσμου. Μην υποτιμάτε το σινεμά διασκέδασης, απόδρασης και παρηγοριάς. Όλα έχουν την θέση τους στον υπέροχο κόσμο της κινηματογραφικής αίθουσας.   

Αντώνης Παυλίδης

Γαλέρες που ρίχνουν λέιζερ, απολαυστικές cameo εμφανίσεις, πλανήτες με έντονα χρώματα, εξαιρετικό soundtrack, Hulk που μιλάει και Thor με κοντό μαλλί. Αυτά και άλλα πολλά θα βρείτε στο Thor: Ragnarok του κωμικού σκηνοθέτη Taika Waititi που ήρθε για να δώσει το φιλί της ζωής σε μία από τις πιο αδύναμες ίσως σειρές του κινηματογραφικού σύμπαντος της Marvel. Ο ξανθός υπερήρωας κάνει στροφή 180 μοιρών, αλλάζει ύφος, λειτουργεί με έντονη χιουμοριστική διάθεση και είναι σίγουρο ότι θα κερδίσει αρκετούς καινούργιους οπαδούς. Η ταινία είναι πραγματικά ένα ζωντανό κόμικ που ξεδιπλώνεται με νευρωτικό ρυθμό στην μεγάλη οθόνη.

Στο Thor: Ragnarok λοιπόν, ο Thor (Chris Hemsworth) φυλακίζεται στην άλλη πλευρά του σύμπαντος χωρίς το παντοδύναμο σφυρί του και ξεκινάει έναν αγώνα ενάντια στον χρόνο για να επιστρέψει στην Asgard και να σταματήσει το Ragnarok, την καταστροφή της πατρίδας του δηλαδή και το τέλος του Ασγκαρντιανού πολιτισμού, όπως και την εξαιρετικά ισχυρή νέα απειλή, την αδίστακτη Hela (Cate Blanchett). Όλα αυτά σίγουρα δεν τα επιχειρεί μόνος του αλλά μαζί με μία ασυνήθιστη ομάδα ατόμων που προσπαθούν να τον βοηθήσουν στην αποστολή του, τα εμπόδια και οι αναποδιές είναι πολλές αλλά χάρη στην αποφασιστικότητα και την τόλμη τους καταφέρνουν να τα ξεπεράσουν.

Σε αντίθεση με τους προκατόχους της, η τρίτη ταινία του γνωστού ήρωα ξεφεύγει στο ύφος και γίνεται με μεγάλη άνεση μία από τις πιο διασκεδαστικές στο Marvel Cinematic Universe. Σίγουρα λόγω του έντονου χιούμορ, τα χαρακτηριστικά της θυμίζουν λίγο κάτι από Guardians of the Galaxy, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Με εξαίρεση τις σκηνές της Hela στην Asgard, ο ρυθμός είναι εξωφρενικός και καταλαβαίνεις οτι θα παρακολουθήσεις κάτι ηλεκτρικά απολαυστικό από τα πρώτα 10 λέπτα της ταινίας με ξεκαρδιστικές ατάκες από τον Thor αλλά και με την πρώτη μάχη που γίνεται υπό τους ήχους των αξεπέραστων Led Zeppelin.

Ο Chris Hemsworth υποδύεται με διαφορά τον καλύτερο Thor στο σύμπαν της Marvel και μας χαρίζει αρκετά αστείες σκηνές με τον συνάδελφό του Hulk (Mark Ruffalo) αλλά και με τον ποζερά αδελφό του Loki (Tom Hiddleston). Χαρακτήρες σαν και αυτούς κάνουν την διαφορά στην ταινία, είναι λεπτομερώς καλογραμμένοι και δίνουν το κάτι παραπάνω τόσο στην εξέλιξη της ιστορίας αλλά και στις μεταξύ τους στιγμές. Για παράδειγμα είδαμε μέσα από ένα κωμικό πρίσμα, ένα μεγαλύτερο βάθος στην σχέση μεταξύ Loki και Thor, κάτι που δεν είχαμε συναντήσει στις δύο προηγούμενες ταινίες του. Ο Jeff Goldblum από την άλλη είναι απλά ο εαυτός τους και πηγαίνει τον χαρακτήρα του Grandmaster ένα βήμα παραπέρα.

Ο Taika Waititi, υποψήφιος για Όσκαρ μικρού μήκους και δημιουργός των πρωτότυπων και ανατρεπτικών κωμωδιών What we Do in the Shadows και Hunt for the Wilderpeople, πάντα με τα έντονα χρώματα του σύμπαν της Marvel, κατασκευάζει μία καθαρή κωμωδία δράσης. Υπάρχει σίγουρα ο αντίλογος και αυτοί οι οποίοι θεωρούν πως η Marvel το παράκανε με τις κωμωδίες αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση νομίζω πως δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος προσέγγισης του ξανθού ήρωα. Φάνηκε φρέσκος, ανανεωμένος και πολύ πιο χαλαρός απ' ό,τι τον είχαμε συνηθήσει.

Το αποτέλεσμα νομίζω δικαιώνει τον Νεοζηλανδό σκηνοθέτη ο οποίος κατάφερε να δώσει άλλη βαρύτητα πλέον σε έναν ήρωα που δεν ενδιάφερε και πολλούς στο MCU. Το soundtrack, που έχει επιρροές από την δεκαετία των 80’s, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη φωτογραφία, προσφέρουν ένα χορταστικό δίωρο που νομίζεις πως σε κάθε σκηνή ξεφυλλίζεις περιοδικό κόμικ παρά ότι είσαι θεατής σε ταινία.

Βρείτε την ταινία στο IMDB

15 comment(s)