Just Cause 4 Review

Λούνα παρκ…με χαλασμένες κούνιες

Προσωπικά είμαι λάτρης των story-driven εμπειριών και λατρεύω τα παιχνίδια που δίνουν έμφαση στην ιστορία που θέλουν να αφηγηθούν και στους χαρακτήρες τους. Ωστόσο, εκτιμώ και απολαμβάνω και τις πιο ανάλαφρες και χαλαρές εμπειρίες. Σε καμία περίπτωση δεν σνομπάρω τους τίτλους που έχουν στόχο απλά να σε διασκεδάσουν, χωρίς να παίρνουν τόσο στα σοβαρά τον εαυτό τους. Εξάλλου, δεν ξέρω αν το έχω επισημάνει και δημόσια, αλλά σε πολλές συζητήσεις με τον gaming κύκλο μου έχω αναφέρει πόσο αγαπώ το Sunset Overdrive και πόσο αδικημένο το θεωρώ.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατηγορίας παιχνιδιών που αποκαλώ συχνά ‘Λούνα Παρκ’ είναι τα Just Cause. Η open world σειρά της Avalanche Studios έκανε το ντεμπούτο της το 2006, με sequels να ακολουθούν το 2010 και το 2015. Το Just Cause 4 έρχεται τρία χρόνια μετά το τρίτο κεφάλαιο της σειράς, το οποίο είχε δεχθεί σφοδρή κριτική, μεταξύ άλλων, για τα τεχνικά του προβλήματα. Από ότι φαίνεται ο χρόνος δεν ήταν αρκετός για να λύσει η ομάδα ανάπτυξης όλα τα προβλήματα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Πρωταγωνιστής του Just Cause 4 είναι για άλλη μια φορά ο Rico Rodriguez, ένας μυστικός πράκτορας που ειδικεύεσαι στο να ανατρέπει δικτατορίες. Η ιστορία τοποθετείται αμέσως μετά τα γεγονότα του Just Cause 3 στο τροπικό νησί Solis. Η Mira Morales, κάτοικος της περιοχής -η οποία βασίζεται στη νότια Αμερική-  πείθει τον Rico να έρθει στο Solis για να ανακαλύψει την αλήθεια πίσω από το Project Illapa. Πρόκειται για μια πανίσχυρη τεχνολογία που μπορεί να ελέγχει και να δημιουργεί ακραία καιρικά φαινόμενα. Η τεχνολογία αυτή δημιουργήθηκε εν μέρει από τον πατέρα του Rico και τώρα βρίσκεται σα χέρια του Oscar Espinosa, ο οποίος την χρησιμοποιεί για να κυβερνά δικτατορικά τον λαό. Ο Rico ξεκινάει μια επανάσταση και με τον λαό στο πλευρό του προσπαθεί να ανατρέψει τον δικτάτορα και να καταστρέψει το όπλο που δημιούργησε ο πατέρας του.

Η ιστορία του παιχνιδιού είναι μικρή σε διάρκεια, ρηχή, απίστευτα προβλέψιμη και χωρίς κάποιο ιδιαίτερο μήνυμα ή ουσία. Είναι ξεκάθαρα η αφορμή για την δράση και τις εκρήξεις που ακολουθούν. Πλαισιώνεται παράλληλα από χαρακτήρες που είναι σχεδιασμένοι με βάση τα πιο κλισέ καλούπια που μπορεί να συναντήσεις στην ποπ κουλτούρα. Για παράδειγμα, υπάρχει ο τρελαμένος, αντικοινωνικός, περίεργος επιστήμονας που βλέπει συνωμοσίες παντού και πιστεύει ότι πίσω από τα περίεργα που συμβαίνουν στην χώρα βρίσκονται εξωγήινοι. Πόσο πιο κλισέ; Εκτιμώ ωστόσο πως το παιχνίδι δεν παίρνει τόσο στα σοβαρά τον εαυτό του και υπάρχουν αρκετές αποπήρες φτηνού μεν πετυχημένου δε χιούμορ.

Σε αυτό το σημείο θέλω να αναφερθώ και σε ένα τεχνικό ζήτημα που δεν με άφησε να απολαύσω ακόμα και τα λιγοστά highlights της ιστορίας. Τα cutscenes είναι απίστευτα κακοφτιαγμένα και θυμίζουν εποχές PS2 όσον αφορά τα γραφικά τους. Τα μαλλιά του Rico πάντα δείχνουν περίεργα, οι υφές όλων των αντικειμένων είναι πολύ χαμηλής ποιότητας και τα 3D μοντέλα τρεμοπαίζουν σε σημεία. Γενικά τα γραφικά των cutscenes ‘βγάζουν μάτια’. Ίσως μια pre-rendered υλοποίηση να ήταν προτιμότερη για το συγκεκριμένο παιχνίδι και σίγουρα θα απάλλασσε το σύνολο από αυτό το πρόβλημα.

Δε νομίζω ωστόσο πως ενδιαφερόταν κάποιος για την ιστορία του Just Cause 4 ούτε πως αποτελεί τον λόγο αγοράς. Η ουσία βρίσκεται περισσότερο στο gameplay και δυστυχώς και αυτός ο τομέας με άφησε με ανάμεικτα συναισθήματα. Για άλλη μια φορά στον πυρήνα του gameplay, βρίσκονται third-person shooter στοιχεία, καθώς και η μεγάλη ελευθερία περιήγησης στον χάρτη, η οποία γίνεται είτε μέσα από τα ελικόπτερα, τα αεροπλάνα, τα αυτοκίνητα και τις μηχανές που μπορεί να οδηγήσει ο Rico είτε μέσα από τρία βασικά εργαλεία μετακίνησης που έχουμε σαν παίκτες. Αυτά είναι τα εξής: ο γάντζος που μας αφήνει να στοχεύσουμε σε οποιαδήποτε κοντινή επιφάνεια και να ΄γαντζωθούμε’ κυριολεκτικά, φτάνοντας εκεί που σημαδέψαμε σε δευτερόλεπτα. Το αλεξίπτωτο που μπορούμε ανοίξουμε οποιαδήποτε στιγμή και τέλος wingsuit. Τα δύο τελευταία συνδυάζονται με τον γάντζο και έτσι ο Rico μπορεί δίχως υπερβολή να πετάξει και να πάει παντού σε δευτερόλεπτα. Οι τρεις αυτοί μηχανισμοί του παιχνιδιού είναι καλοφτιαγμένοι και μοναδικοί. Η περιήγηση στον χάρτη γίνεται από μόνη της, λοιπόν, διασκεδαστική και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα θετικά του gameplay.

Ο δεύτερος πρωταγωνιστής του παιχνιδιού είναι η εκρηκτική δράση, η οποία βασίζεται στη συστημική δομή του παιχνιδιού και τα προηγμένα physics. Ουσιαστικά το παιχνίδι σου παρέχει όλα τα εργαλεία που μπορεί να χρειαστείς για να προκαλέσεις χάος. Μέσα από το μηχανισμό του γάντζου μπορείς να δέσεις πράγμα ή εχθρούς, να πετάξεις μπαλονάκια για να σηκώσεις οποιοδήποτε αντικείμενο στον αέρα και να βάλεις boosters σε όλες τις επιφάνειες σμπρώχνοτας για παράδειγμα ένα εκρηκτικό βαρέλι σε ένα βυτίο καυσίμων για να προκαλέσεις μια φαντασμαγορική έκρηξη. Όλοι αυτά τα εργαλεία είναι άκρως παραμετροποιήσιμα και μπορούν να αναβαθμιστούν. Για παράδειγμα τα μπαλονάκια μπορούν να αναβαθμιστούν για να εκρήγνυται μετά από λίγο. Το παιχνίδι προσφέρει μεγάλη ελευθερία για να προκαλέσεις την καταστροφή και το εξαιρετικό σύστημα των physics επιτρέπει στους ορεξάτους παίκτες να κάνουν μερικά πολύ εντυπωσιακά κόλπα. Αυτή είναι όλη η ουσία του τίτλου εν τέλει. Η δημιουργική καταστροφή και η διασκέδαση.

Υπάρχει ένα μεγάλο ‘αλλά’ ωστόσο. Το Just Cause 4 πρακτικά ανακυκλώνει τις βασικές ιδέες των προηγούμενων παιχνιδιών, χωρίς να προσφέρει κάτι ουσιαστικά φρέσκο και νέο. Η βασική εμπειρία που εξέλαβα είναι σχεδόν η ίδια με αυτή που μου χάρισε το Just Cause 2 πριν από δέκα χρόνια σχεδόν και τότε η μονοτονία των open world δεν ήταν ακόμα πρόβλημα. Οι περισσότερες αλλαγές και προσθήκες στο τέταρτο κεφάλαιο είναι δευτερεύουσας σημασίας, όπως για παράδειγμα το εναλλακτικό firing mode που έχουν πλέον όλα τα όπλα. Είναι καλή προσθήκη, αλλά δεν πρόκειται κάτι συνταρακτικό.

Τα πράγματα έρχεται να κάνει χειρότερα και η ποικιλία των αποστολών που βρήκα απαράδεκτη προσωπικά. Ναι οι κεντρικοί μηχανισμοί είναι καλοφτιαγμένοι, διασκεδαστικοί και άμεσοι, ναι οι εκρήξεις και η πρόκληση χάους έχει την πλάκα της, αλλά μετά από είκοσι ώρες η κούραση είναι αναπόφευκτη. Το περισσότερο παιχνίδι αναλώνεται στην κατάληψη βάσεων που γίνεται με μονότονα objectives. Κατέστρεψε ένα-δυο κομβικά σημεία σε αυτές ή πήγαινε σε μερικές κονσόλες για να πατήσεις ένα πλήκτρο και να υπερασπιστείς το σημείο μέχρι οι δικοί σου να ‘χακάρουν’ τα συστήματα ασφαλείας της βάσης. Ξανά και ξανά.

Όπως προανέφερα, ο Rico ξεκινάει μια επανάσταση για να ανατρέψει τον δικτάτορα. Υπάρχει ένας μηχανισμός που βλέπουμε πώς εξελίσσεται ο πόλεμος αυτός για την ανάκτηση του νησιού και μέσα από τον οποίο μπορούμε να ελευθερώσουμε σιγά σιγά τον χάρτη, καταλαμβάνοντας την βάση της κάθε περιοχής. Ο εν λόγω μηχανισμός είναι ρηχός, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον και έχει ένα μεγάλο μειονέκτημα. Για να προχωρήσει κάποιος την ιστορία πρέπει να ελευθερώνει το νησί, κάνοντας τις άκρως επαναλαμβανόμενες αποστολές κατάληψης των βάσεων. Αυτό το φρένο υπάρχει γιατί οι ‘κανονικές’ βασικές αποστολές είναι μετρημένες στα δάχτυλα και χαλάει το pacing αναγκάζοντάς σε να ξεκλειδώσεις τον χάρτη πριν ασχοληθείς με την ιστορία.

Μιας και αναφέρθηκα στον χάρτη θέλω να κάνω μερικά σχόλια. Η δουλειά που έκανε η Avalanche για τη δημιουργία του ανοιχτού κόσμου είναι αξιέπαινη. Ο χάρτης είναι μεγάλος, χωρίς να είναι χαοτικός και έχει πολύ μεγάλη ποικιλία. Από πυκνά δάση, χιονισμένες βουνοκορφές, ηλιόλουστες γεμάτες βλάστηση πεδιάδες, μεγάλες και τεχνολογικά αναπτυγμένες πόλεις, δύσβατες ερήμους, ο χάρτης έχει τα πάντα. Σε συνδυασμό με το πολύ μοναδικό σύστημα περιήγησης με το αλεξίπτωτο και το wingsuit, που τονίζω ξανά πως με άφησε πολύ ικανοποιημένο, η εξερεύνηση του νησιού γίνεται απολαυστική και εξιλεώνει αρκετά το σύνολο, αφού καμιά φορά σε κάνει να ξεχνιέσαι από τα επαναλαμβανόμενα objectives.

Οι βασικές αποστολές του παιχνιδιού σχετίζονται με τα τρία ακραία καιρικά φαινόμενα στα οποία δεν αναφέρθηκα ακόμα. Αυτά είναι οι ανεμοστρόβιλοι, οι τροπικές καταιγίδες και οι αμμοθύελλες. Αυτό είναι το μοναδικό αξιοσημείωτο νέο στοιχείο που φέρνει το Just Cause 4 στη συνταγή και ομολογώ πως ειδικότερα οι ανεμοστρόβιλοι είναι αρκετά εντυπωσιακοί. Δεν πρόκειται για απλά οπτικά εφέ, αλλά για κανονικές εξομοιώσεις που αλλάζουν τα physics και το gameplay. Για παράδειγμα κοντά σε έναν ανεμοστρόβιλο δεν μπορείς να πετάξεις κάποιο ελικόπτερο ή να οδηγήσεις γενικά κάποιο όχημα, το αλεξίπτωτο δεν είναι πλέον χρήσιμο, ενώ φυσικά καταστρέφονται τα πάντα στο διάβα του. Οι τροπικές καταιγίδες δεν είναι το ίδιο εντυπωσιακές και η βασική gameplay αλλαγή είναι πως πρέπει να κινείσαι αρκετά κοντά στο έδαφος για να μην σε χτυπήσει κάποιος κεραυνός, ενώ στις αμμοθύελλες μειώνεται η ορατότητα και ο χειρισμός του wingsuit γίνεται πολύ πιο δύσκολος. Ανεξαρτήτως του πόσο εντυπωσιακά είναι ή όχι, τα ακραία καιρικά φαινόμενα με απασχόλησαν για δύο με τρείς το πολύ ώρες από τις είκοσι που χρειάστηκα για να ολοκληρώσω το παιχνίδι. Αυτός είναι ο λόγος που συνεχίζω να θεωρώ πως το τέταρτο κεφάλαιο δεν έχει κάποια αξιοσημείωτη προσθήκη, αφού το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του σε μεγάλο βαθμό μένει ανεκμετάλλευτο.

Πριν προχωρήσω στον τεχνικό τομέα θέλω να εκφράσω τη δυσαρέσκειά μου που μου προκάλεσε η στασιμότητα σε πολλές πτυχές του gameplay που περίμενα βελτιώσεις σε σχέση με τα προηγούμενα παιχνίδια της σειράς. Ο χειρισμός των οχημάτων, ειδικά των αυτοκινήτων και των βαρκών, χρήζει πολλών βελτιώσεων. Συνήθως δίνεται η εντύπωση πως τα αυτοκίνητα κάνουν πατινάζ στο οδόστρωμα. Αντίστοιχα, η εχθρική AI είναι αρκετά περιορισμένη και περιορίζεται στις περισσότερες περιπτώσεις στην κατά μέτωπο επίθεση και έτσι παρόλο που υπάρχει ικανοποιητική ποικιλία εχθρών, όλοι σχεδόν μπορούν να αντιμετωπιστούν με τον ίδιο τρόπο περίπου.

Περνώντας, λοιπόν, στον τεχνικό τομέα, τα αισθήματα και εδώ είναι ανάμεικτα. Αρχικά, να καθησυχάσω τους παίκτες του Just Cause 3. Πλέον η απόδοση είναι αψεγάδιαστη και το παιχνίδι παραμένει κλειδωμένο στα 30 καρέ ανά δευτερόλεπτο ακόμα και στις πιο έντονες στιγμές. Η έκδοση που είχα τη δυνατότητα να δοκιμάσω ήταν αυτή του Xbox One X. Η ανάλυση ανέρχεται σε 4K και συνολικά το παιχνίδι είναι πολύ όμορφο. Υπάρχουν στιγμές που το τρομερό draw distance και τα καλοσχεδιασμένα περιβάλλοντα θα σε αφήσουν με το στόμα ανοιχτό. Οι εκρήξεις και τα particles είναι τρομερά, ενώ τα loading times πολύ μικρά και καθόλου κουραστικά.

Έρχεται όμως και το ‘αλλά’. Τα γραφικά έχουν πολλά σκαμπανεβάσματα. Πέρα από τα cutscenes που είναι απλά άσχημα και εντός του παιχνιδιού τα ψεγάδια είναι πολλά. Υπάρχουν πολλά bugs. Ακόμη και το κεντρικό μενού δείχνει χαλασμένο πολλές φορές. Τα achievements έχουν πρόβλημα και δεν ξεκλειδώνουν γιατί εξαρτώνται από το αν είσαι συνδεδεμένος στους servers της Square Enix για τα leaderboards. Το σύστημα φωτισμού έχει πολλές ατέλειες ειδικά στο πως αλληλεπιδρά με τα particles effects, το draw distance -αν και τεράστιο- δίνει το περιθώριο να κάνει την εμφάνισή του το πολύ εκνευριστικό pop αντικειμένων και τέλος το νερό. Πιστεύω πως ακόμη και το Just Cause 2 είχε ομορφότερο νερό. Στην αρχή νόμιζα πως πρόκειται για τεχνικό λάθος, αλλά η κατάσταση δεν διορθώθηκε με τα πρώτα patches. Για να μη νομίζετε πως είμαι υπερβολικός σας προκαλώ να πατήσετε εδώ και να δείτε και μόνοι σας για ποιο πράγμα μιλάω. Νομίζω πως παιχνίδια της προηγούμενης γενιάς -για να μην πω του PS2- είχαν πολύ ομορφότερο εφέ νερού.

Η μίξη του ήχου είχε και αυτή κάποια θεματάκια, με το ταιριαστό αλλά όχι αξιοσημείωτο soundtrack να κόβεται απότομα μερικές φορές. Μάλιστα κατά τη διάρκεια των credits σταμάτησε η μουσική, αφήνοντας με απλά να κοιτάζω μια μαύρη οθόνη με ονόματα να κατεβαίνουν. Τότε το συνειδητοποίησα.

Το παιχνίδι μου άφησε συνολικά μια αίσθηση βιασύνης από την ομάδα ανάπτυξης, μιας αίσθηση ότι υπάρχει απλά γιατί έπρεπε και όχι γιατί υπάρχει ουσιαστικός λόγος. Δυστυχώς σε μια εμπειρία που εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την διασκέδαση και το οπτικό υπερθέαμα, τα bugs και οι ατέλειες στον τεχνικό τομέα είναι μεγάλο φάουλ, γιατί δεν υπάρχει δικαιολογία. Δεν μπορείς να κάνεις τα στραβά μάτια για χάρη της ιστορίας για παράδειγμα.

Συνοψίζοντας : Το Just Cause 4 είναι σαν μια ταινία του Michael Bay. Είναι γεμάτο εκρήξεις, γεμάτο έντονη δράση και ελάχιστη ουσία από πίσω. Πιστεύω πως κάποιος που ξέρει περί τίνος πρόκειται και δεν αναζητά πολλά, παρά μόνο μερικές ώρες άμυαλης διασκέδασης θα περάσει καλά με το παιχνίδι. Οφείλω ωστόσο να προειδοποιήσω για τα διάφορα τεχνικά προβλήματα και την επαναληψιμότητα των βασικών αποστολών που σε στέλνουν να ελευθερώσεις τη μια βάση μετά την άλλη. Οι παίκτες που ψάχνουν κάτι παραπάνω, ας το προσπεράσουν καλύτερα.
Box Art
Tested on : Xbox One
Developer : Avalanche Studios
Publisher : Square Enix
Distributor : CD Media S.A.
Available for : PS4, Xbox One, PC
Release date : 2018-12-04

2 comment(s)