Vampyr Review

Ήπιε το αίμα του...

Κανείς δεν περίμενε το 2015 όταν ένα μικρό Γαλλικό στούντιο με σχεδόν αδιάφορο παρελθόν (Remember Me) θα παρέδιδε μια δυνατή διαδραστική περιπέτεια σαν το Life is Strange. Η Dontnod Entertainment, άλλαξε στρατηγική και τόλμησε να πειραματιστεί δίνοντας έμφαση στο σενάριο και κυρίως στην ανάπτυξη χαρακτήρων, δημιουργώντας έτσι δυο από τους πιο αξιομνημόνευτους και αγαπητούς χαρακτήρες στην κατηγορία αυτών των παιχνιδιών και όχι μόνο. Το ανήσυχο πνεύμα των Γάλλων όμως δεν επαναπαύθηκε στην επιτυχία κι’ έτσι ξανατολμά με κάτι εντελώς διαφορετικό που ακούει στο όνομα Vampyr.

Έχοντας λοιπόν στο μυαλό μας ότι η Dontnod έχει χτίσει ισχυρά θεμέλια πάνω στα οποία κατάφερε να ξεπεράσει την μετριότητα με την οποία ήταν συνυφασμένη στο παρελθόν ως στούντιο, είχαμε εύλογα φανταστεί πως με τη συμπαγή αυτή βάση και επενδύοντας σε μια κατηγορία (αυτήν του action-RPG) που δίνει περισσότερη ευελιξία στο να ανθήσουν και να αναπτυχθούν ακόμα πιο πολύ τα στοιχεία αυτά, πως θα δούμε κάτι πραγματικά το εντυπωσιακό. Το setting , η ατμόσφαιρα και οι νέοι υποσχόμενοι χαρακτήρες που γνωρίσαμε στα τρέιλερ ήταν εκεί, κάνοντας την φαντασία μας να καλπάζει και την ανυπομονησία μας να βυθιστούμε στον κόσμο του Vampyr αφόρητη. Κατάφερε όμως το στούντιο να ανταπεξέλθει στις προσδοκίες μας;

Η ιστορία λαμβάνει μέρος αμέσως μετά τα γεγονότα του Great War (Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου) στο Λονδίνο του 1918, όπου η πόλη προσπαθεί να συνέρθει. Το ξέσπασμα όμως της Ισπανικής γρίπης που μόλυνε και προκάλεσε το θάνατο σε εκατομμύρια ανθρώπους, φέρει την κοινωνία στα όρια του χάους. Πρωταγωνιστής της ιστορίας μας είναι ο Jonathan Reid. Διάσημος γιατρός που ειδικεύεται στις ασθένειες αίματος, ο οποίος υπηρέτησε στον πόλεμο και ξυπνά στην αρχή του παιχνιδιού σε ένα λάκκο πτωμάτων με μια ακόρεστη δίψα για αίμα. Τυφλωμένος από αυτή επιτίθεται στην αδερφή του που είχε φτάσει εκεί να τον ψάξει. Ο Jonathan αφού συνέρχεται και ανακαλύπτει τι έκανε, ορκίζεται να βρει τον υπεύθυνο που τον μετέτρεψε και να πάρει εκδίκηση για τον θάνατο της αδερφής του.

Γρήγορα θα ανακαλύψει ότι η κοινωνία γνωρίζει ήδη την ύπαρξη των βαμπίρ και μάλιστα κατηγορεί αυτά ως υπεύθυνα για την πανδημία, η οποία είναι μια βολική –όπως πολλοί υποστηρίζουν-συγκάλυψη συνωμοσίας με σκοτεινούς στόχους κατά της ανθρωπότητας. Από τη μια υπάρχει η σέκτα των ελίτ βρικολάκων που κινούν αιώνες υπογείως τα νήματα και από την άλλη η αδελφότητα των κυνηγών που έχουν εξαπολύσει ανελέητο κυνηγητό με σταυρούς, όπλα και παλούκια σε κάθε σοκάκι της πόλης. Όλοι είναι πεπεισμένοι πως κάνουν το καλύτερο και υπερασπίζονται την πόλη από κάθε επικείμενη απειλή. Ωστόσο αυτή είναι μόνο η επιφάνεια. Από την πρώτη στιγμή τον πρωταγωνιστή μας τον επισκέπτεται μια μυστήρια άυλη οντότητα με άγνωστη ατζέντα. Όπως φαίνεται η φιγούρα αυτή έχει απρόβλεπτα σχέδια που στο επίκεντρο είναι ο Jonathan!

Ο χάρτης του παιχνιδιού χωρίζεται σε τέσσερις περιοχές οι οποίες ξεκλειδώνουν σταδιακά.ψΟ παίκτης αφού εισέλθει σε μια πρέπει να ψάξει να βρει μέσα από την περιοχή αυτή τις εξόδους που συνδέουν τις υπόλοιπες περιοχές γύρω της ώστε αργότερα όταν πηγαινοέρχεται από περιοχή σε περιοχή να είναι πιο σύντομος ο δρόμος. Κάθε μια αποτελείται από 15 πολίτες και έναν πυλώνα που είναι υπεύθυνος για την περιοχή αυτή. Ο ιερέας δηλαδή, ο γιατρός, η νοσοκόμα και ο ζάμπλουτος με μεγάλη πολιτική επιρροή ευεργέτης. Ο κάθε ένας πολίτης κρύβει την δική του ιστορία και μυστικά που ο παίκτης θα πρέπει να ανακαλύψει και να ξεδιπλώσει είτε μέσω του διαλόγου, είτε μαζεύοντας collectables όπως έγραφα, αντικείμενα και επιστολές, που είναι διάσπαρτα σε όλο το χάρτη, είτε εκπληρώνοντάς τους «χάρες» μέσα από ένα σύστημα investigations, που αφορά την εύρεση κάποιου αντικειμένου, να τους βοηθήσει σε ένα πρόβλημα ή να συγκαλύψει ένα γεγονός.

Το στούντιο δίνει την ελευθερία στον παίκτη να επιλέξει αν θα είναι «καλός» ή «κακός». Αν θα είναι δηλαδή φιλεύσπλαχνος χαρίζοντάς τους τη ζωή και μένοντας πιστός στον νόμο του Ιπποκράτη ή θα υποκύψει στην ανάγκη του για αίμα αφαιρώντας τους τη ζωή. Βέβαια τα πράγματα και στις δύο περιπτώσεις δεν είναι απλά και εύκολα. Κάθε πράξη ή γραμμή διαλόγου έχει επίπτωση και συνέπειες, οι οποίες χάρη στο αυτόματο σύστημα save είναι μη αναστρέψιμες. Ο παίκτης δεν έχει την επιλογή να σώσει το παιχνίδι μόνος του ώστε να το ξαναφορτώσει και να κάνει αλλαγές.

Ότι κάνει εκείνη την ώρα καλό ή κακό είναι μόνιμο. Ο κάθε χαρακτήρας που θα συναναστραφούμε μαζί του έχει μια μπάρα «ποιότητας αίματος» (Blood Quality) που μεταφράζεται σε XP τα οποία μας είναι απαραίτητα για να αναβαθμίσουμε τις δυνάμεις μας, τη ζωή μας, το stamina και την μπάρα αίματος η οποία καταναλώνεται κάθε φορά που χρησιμοποιούμε τις βαμπιρικές δυνάμεις του Jonathan. Το blood quality αυξάνεται κάθε φορά που ξεκλειδώνουμε κάποιο hint μέσω του διαλόγου, είτε με τον ίδιο, είτε μέσω άλλων χαρακτήρων που θα μας πουν κάτι γι’ αυτόν, μέσω των collectables ή χορηγώντας τους φάρμακα που κατασκευάζουμε από συστατικά -αφού πρώτα βρούμε τη φόρμουλα- για να τους θεραπεύσουμε. Επιπλέον με το πάτημα του αριστερού μοχλού ανοίγουμε την βαμπιρική αίσθηση η οποία μας βοηθά στο να αντιληφθούμε τον κόσμο με υπερφυσικές αισθήσεις, ανακαλύπτοντας ίχνη που μας οδηγούν στην επίλυση μιας υπόθεσης ή κρυφακούγοντας κάποιους πολίτες, ανοίγοντας έτσι επιπλέον επιλογές στους διαλόγους.

Για την αναβάθμιση υπάρχει η εύκολη οδός και η δύσκολη. Η εύκολη είναι να προετοιμάσουμε τους πολίτες σαν τα κατσίκια για τη σούβλα το Πάσχα, αποστραγγίζοντάς τους την κατάλληλη στιγμή και η δύσκολη να μαζέψουμε τα XP σκοτώνοντας κυνηγούς και βρικόλακες σε κάθε περιοχή ή φέροντας εις πέρας χάρες και αποστολές  Ωστόσο όποιο δρόμο και να πάρετε δεν θα είναι απόλυτα εύκολος. Η κάθε περιοχή έχει μια Health Status μπάρα με έξι επίπεδα η οποία εξαρτάται από την υγεία των πολιτών της και τον αριθμό των νεκρών της.

Έτσι όσο πιο πολλούς σκοτώσουμε για το αίμα τους τόσο πιο δύσκολο θα είναι να κρατήσουμε τους υπόλοιπους υγιείς γιατί συνεχώς θα αρρωσταίνουν. Αν η μπάρα της περιοχής πέσει στο hostile τότε όλοι οι κάτοικοι της περιοχής θα πεθάνουν από την πανδημία. Αν συμβεί αυτό τότε η περιοχή γίνεται επικίνδυνη και εχθροί αρχίζουν να ξεπροβάλλουν από παντού. Τα XP που συλλέγουμε αν θανατώσουμε έναν πολίτη είναι εξαιρετικά περισσότερα από αυτά που θα πάρουμε αν ακολουθήσουμε τον «ενάρετο» δρόμο. Για παράδειγμα, σκοτώνοντας έναν υγιή πολίτη με ξεκλειδωμένα τα hints του, δίνει 4000-5000 XP. Σκοτώνοντας εχθρούς στο δρόμο ή φέροντας εις πέρας χάρες και αποστολές μας δίνουν από δεκάδες μέχρι το πολύ μερικές εκατοντάδες XP. Αυτό μεταφράζεται σε πολύ περισσότερες ώρες farming στα σοκάκια του Λονδίνου. Το παιχνίδι δυστυχώς σου παίρνει πίσω την ελευθερία στο να επιλέξεις τι είδους βαμπίρ θες να είσαι, καθώς σε αναγκάζει προκειμένου να προχωρήσεις παρακάτω να σκοτώσεις. Ειδικά σε φάσεις που  κάποιο boss είναι τρία και τέσσερα level πάνω από σένα.

Βέβαια όλο αυτό γίνεται επιτηδευμένα.  Μέσω των διαλόγων χτίζεται μια σχέση που προσπαθεί να κάνει τον παίκτη να νοιαστεί για τους χαρακτήρες ώστε να νιώθει τύψεις όταν θα αναγκαστεί να σκοτώσει. Ωστόσο αυτό ισχύει στη θεωρία, γιατί στη πράξη αποτυγχάνει παταγωδώς. Όταν έχεις 64 χαρακτήρες που πρέπει να μιλήσεις και να ανοίξεις εκατοντάδες γραμμές διαλόγου που ξεπερνούν τις περισσότερες φορές τα όρια της λογοδιάρροιας, είναι αδύνατων να δεθείς με τον οποιοδήποτε. Επιπλέον παρόλο που κάποιες ιστορίες πραγματεύονται θέματα όπως τον φυλετικό ρατσισμό, το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, τις ομόφυλες σχέσεις, την αυτοκτονία, την ξενοφοβία και άλλα για την εποχή ταμπού, οι περισσότερες ιστορίες μένουν στην επιφάνεια και δεν εμβαθύνουν πουθενά.

Η ανάπτυξη των χαρακτήρων είναι ουσιαστικά μηδενική όχι μόνο για τις αδιάφορες ιστορίες τους αλλά ακόμα κι όταν τελειώσεις με τα hints κάποιου, αυτός δεν έχει κάτι άλλο να πει και περιμένει απλά εκεί σαν το πρόβατο τη σφαγή του, αρρωσταίνοντας παράλληλα κάθε τόσο και αναγκάζοντας το παίκτη να τρέξει να βρει υλικά για το φάρμακο που θα τον θεραπεύσει. Ωστόσο για καλή μας τύχη τα πράγματα στην κεντρική ιστορία και τους βασικούς χαρακτήρες δεν είναι έτσι. Το κουβάρι των επτά κεφαλαίων της ιστορίας ξετυλίγεται ομαλά, κρύβει όμορφες ανατροπές και παρουσιάζει πραγματικά ενδιαφέρον.

Το παιχνίδι υιοθετεί απλούς μηχανισμούς. Σε αρκετά σημεία του χάρτη υπάρχουν hideouts που περιμένουν να ανακαλυφθούν. Σε αυτά μπορούμε να αναβαθμίσουμε τις δυνάμεις ανάλογα με τα XP που έχουμε μαζέψει, να αναβαθμίσουμε τα όπλα ανάλογα με τα υλικά που χρειάζονται, να φτιάξουμε φάρμακα για τους κατοίκους, καθώς και stamina, blood και regeneration serums για τον Jonathan. Ο χάρτης είναι αρκετά μεγάλος, ποικιλόμορφος και συνδέει πολύ όμορφα τις περιοχές μεταξύ τους. Απεικονίζει πιστά τις περιοχές με τα σοκάκια, τη βρωμιά και την άρρωστη ατμόσφαιρα. Και πραγματικά υπήρχαν στιγμές που απόλαυσα τη βόλτα μου σε αυτά.

Τουλάχιστον τις πρώτες ώρες… Γιατί με το έντονο back tracking, το συνεχόμενο respawn των ίδιων εχθρών στα ακριβώς ίδια σημεία που το 99% πάντα είχαν μεγαλύτερο level από μένα (και έδιναν αστείο XP) καθώς και η απουσία fast travel που σε ανάγκαζε να πας από τη μια μεριά του χάρτη στην άλλη με τα πόδια, με εκνεύρισαν σε απίστευτο βαθμό. Αν προσθέσω και το τεράστιο  loading time όταν έχανα, το οποίο πολλές φορές μάλιστα γινόταν ακόμα και πάνω στη μάχη σταματώντας ξαφνικά τη ροή, μπορείτε να καταλάβετε την κατάσταση! Επιπλέον κάθε φορά που έχανα, ότι serum χρησιμοποιούσα και σφαίρες, παρόλο που το παιχνίδι φόρτωνε λίγο πριν χάσω εξαφανίζονταν από το inventory μου!

Τα υλικά δε που χρειάζονται για να φτιάξεις τα serums είναι εντελώς random όταν πέφτουν απ’ τους εχθρούς κι έρχονται στιγμές που το παιχνίδι σε αναγκάζει να γυρνάς το χάρτη γύρω γύρω ώστε να τα μαζέψεις. Ναι μεν υπάρχει ένα store σε κάθε περιοχή που μπορείς να προμηθευτείς κάποια υλικά αλλά ποτέ δεν θα βρεις αυτά που χρειάζεσαι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα όταν λίγο πριν το τελευταίο boss (4 level πάνω από μένα) έχασα, το παιχνίδι ξαναφορτώνει από το σημείο που έκανε αυτόματα save και δεν  είχα πάνω μου τίποτα! Θυσίασα 2,5 ώρες σε farming για να ξαναμαζέψω τα υλικά ώστε να μπορέσω να ξαναφτιάξω… 1 serum!  

Από την άλλη ο χάρτης (αλά Elder’s Scroll) δεν βοηθά καθόλου τον παίκτη. Ίσα ίσα που τον μπερδεύει περισσότερο με αποτέλεσμα να πατά συνεχώς το touch button για να δει που στο καλό πηγαίνει. Θα ήταν προτιμότερο να υπήρχε σε μια γωνιά ένα mini map αλλά δεν μας έγινε η χάρη. Σε αυτόν λοιπόν το τεράστιο χάρτη ο παίκτης πρέπει να θυμάται απ’ έξω την ακριβή τοποθεσία κάθε χαρακτήρα καθώς δεν υπάρχει καμία ένδειξη ή βοήθεια για το που είναι κάποιο από τα 64 άτομα που θα χρειαστεί να επιστρέψεις για να του εκπληρώσεις επί παραδείγματι μια χάρη. Το κερασάκι πάνω σε αυτή τη τούρτα είναι ότι οι χαρακτήρες δεν κάθονται όλοι στο ίδιο σημείο πάντα, αλλά κόβουν και βόλτες πέρα δώθε. Εσύ όχι μόνο πρέπει να θυμάσαι που βρίσκεται ο κάθε ένας από τους  -επαναλαμβάνω- 64 χαρακτήρες, αλλά να τους ψάχνεις και γύρω απ’ το σημείο αυτό γιατί μπορεί να πετάχτηκαν να ρίξουν τα σκουπίδια!

Τα όπλα που χρησιμοποιεί ο Jonathan χωρίζονται σε αναβαθμίσιμα one και two handed melee σπαθιά, τσεκούρια ή ρόπαλα, όπλα όπως πιστόλια και καραμπίνες καθώς και κάποια που κάνουν αφαίμαξη στους εχθρούς ή stun (τους ζαλίζουν) ώστε να τους δαγκώσει. Το καλό είναι ότι υπάρχει ελευθερία στο σύστημα μάχης ώστε ο παίκτης να βρει το στιλ που του ταιριάζει. Εφόσον δεν μπορεί να αναβαθμίσει τα πάντα, έχει επί παραδείγματι την επιλογή να αναβαθμίσει ένα όπλο που κάνει stun και παράλληλα να ρίξει xp πόντους στο δάγκωμα ή αν δεν τον ικανοποιεί αυτό να αναβαθμίσει ένα σπαθί μαζί με ένα όπλο αφαίμαξης και να ρίξει xp πόντους σε μια άλλη δύναμη.

Ευτυχώς μπορεί πολύ άνετα να πειραματιστεί καθώς μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να κάνει reset τις δυνάμεις του σε κάποιο hideout χωρίς κάποιο κόστος. Οι διαθέσιμες βαμπιρίστικες δυνάμεις είναι 8 και 3 ultimate, εκ των οποίων ο παίκτης μπορεί να κάνει equip 4 και 1 ultimate αντίστοιχα. Το κακό είναι ότι το σύστημα μάχης είναι τόσο απλουστευμένο (Light attack, heavy attack, roll , δαγκώνεις εκτελείς μια δύναμη και ξανά απ’ την αρχή) που μετά από τόση ώρα αναγκαστικού farming και backtracking γίνεται επαναλαμβανόμενο και κατ’ επέκταση βαρετό. Οι εχθροί ακολουθούν το ίδιο μοτίβο κινήσεων και τα bosses στην πλειοψηφία τους δεν αποτελούν ιδιαίτερη πρόκληση. Στην αρχή δε θα σας φανεί, αλλά μετά από 35-40 ώρες παιχνιδιού όσο διασκεδαστικό κι αν ήταν θα κουράσει.

Τα γραφικά του παιχνιδιού είναι αποτέλεσμα της Unreal Engine που δυστυχώς δεν εντυπωσιάζουν. Το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι σαν να παίζεις σε PC με low settings. Τα textures είναι χαμηλής ποιότητας, υπάρχει έντονο πρόβλημα στο framerate που δεν πέφτει βέβαια σε unplayable επίπεδα αλλά το καταλαβαίνει ακόμα και ένα απαίδευτο μάτι, ενώ κάποια εφέ όπως πολύ χαρακτηριστικά αυτό της ομίχλης υποβαθμίζει την ατμόσφαιρα, αφού αυτή πολλές φορές κάνει ξαφνικά την εμφάνισή της στο χώρο.

Οι εκφράσεις στα πρόσωπα των χαρακτήρων είναι ξύλινες και το lip sync αρκετές φορές δεν συγχρονίζεται σωστά. Το animation των χαρακτήρων υπάρχουν στιγμές που είναι τόσο άτσαλο που θυμίζει εποχές δυο γενεών πίσω. Η μουσική επένδυση από την άλλη -για την οποία επιμελήθηκε ο Olivier Deriviere (Obscure, Alone in the Dark, Assassins Creed IV) είναι αρκετά ικανοποιητική με διάφορα τσέλα, έγχορδα, φλάουτα και πιάνο να δένουν αρμονικά με το setting και το περιβάλλον.

Συνοψίζοντας : Η Dontnod Entertainment μετά το Life is Strange τόλμησε να κάνει κάτι διαφορετικό αλλά δεν της βγήκε. Δεν της βγήκε όχι μόνο διότι πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικό είδος από αυτό που ξέρει να κάνει καλά, αλλά γιατί ακόμα και σε αυτά τα στοιχεία για τα οποία έγινε γνωστή, στο να φτιάχνει δηλαδή αξιομνημόνευτους χαρακτήρες και να ξεδιπλώνει προσωπικότητες ώστε να κάνει το παίκτη να νοιαστεί, απέτυχε. Θα μπορούσαμε πολύ άνετα να παραβλέψουμε αυτό το παραπάτημα, όμως οι επιλογές που έγιναν ήταν ατυχής. Υπήρχαν εξαιρετικές ιδέες αλλά δυστυχώς δεν απέδωσαν. Το έντονο backtracking, η έλλειψη quick travel σε έναν τόσο μεγάλο χάρτη, ο ίδιος ο χάρτης που ήταν κατά του παίκτη, το απλουστευμένο και επαναλαμβανόμενο σύστημα μάχης, το respawn των ίδιων εχθρών στα ακριβώς ίδια σημεία, τα χαμηλής πρόκλησης bosses, η με το ζόρι αίσθηση ενοχής ύστερα από έντονη λογοδιάρροια, τα loadings πάνω στις μάχες, το αυτόματο save που μετά από ήττα σου εξαφανίζει τα serums και το εξαναγκαστικό κατ’ επέκταση farming, έκαναν την εμπειρία μου με το Vampyr επίπονη και μια από αυτές που δεν θέλω να θυμάμαι. Το πιο αξιόλογο στοιχείο του Vampyr είναι η ατμόσφαιρά του, η κεντρική του ιστορία και οι βασικοί του χαρακτήρες. Αν μπορεί κάποιος να αφοσιωθεί σε αυτά και να παραβλέψει όλα τα όλα, τότε προφανώς και να το απολαύσει.
Box Art
Tested on : PS4
Developer : Dontnod Entertainment
Publisher : Focus Home Interactive
Available for : PS4, Xbox One, PC
Release date : 2018-06-05

12 comment(s)