The Division 2 Review

Livin’ in the loot shooters paradise

Στο πρώτο The Division, η Ubisoft μόλις που είχε πατήσει στη νέα -τότε- γενιά με ένα ολοκαίνουργιο και άγνωστο IP από τη Massive, από αυτά του φρέσκου είδους των shared-world shooters. Σαν πρώτη προσπάθεια δεν ήταν καθόλου κακή και είχε όλα τα φόντα να εξελιχθεί σε κάτι καλύτερο, όμως το launch του σίγουρα δεν ήταν και το καλύτερο δυνατό που πίστευε η Ubisoft. Ήταν και τα λάθη του πρωτάρη που μέτρησαν κιόλας ενάντια στο τελικό αποτέλεσμα. Όσο περνούσε ο καιρός το Division διορθώθηκε, απέκτησε σωστό Endgame, περισσότερα modes, περιεχόμενο και ισορρόπησε πολλά PvP χαρακτηριστικά, ωστόσο δεν γιγαντώθηκε και κυρίως δεν μίλησε στην καρδιά του gamer που αρέσκεται σε αυτές τις εμπειρίες, παρά μόνο σε μια μικρή μερίδα, η οποία ήταν και το hardcore κοινό του. Τρία χρόνια μετά, έχοντας τις γερές βάσεις και μαζεμένο σε ένα τσουβάλι το feedback της κοινότητας, η Massive Entertainment παραδίδει το αναπόφευκτο sequel.

Στο The Division 2, λοιπόν, η Massive χωρίς αμφιβολία φαίνεται πως έσκυψε το κεφάλι και εργάστηκε μεθοδικά, σκληρά και με το ένα της αυτί τεντωμένο προς την hardcore κοινότητα. Επειδή είχα παίξει το παιχνίδι σε ένα ειδικό preview event που ήμασταν καλεσμένοι ως Unboxholics, η πρώτη επαφή μου είχε αφήσει μια ευχάριστη γεύση. Ωστόσο, καλό είναι να φυλάς τα ρούχα σου για να έχεις τα μισά και ήμουν επιφυλακτικός για το τελικό αποτέλεσμα. Θα μου κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον με ένα τίμιο campaign; Θα έχει loot που θα βγάλει την… απληστία μου σαν παίκτη; Το Endgame του θα αξίζει;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή όμως. Το Division 2 μεταφέρεται από τη χιονισμένη Ν. Υόρκη στην Washington D.C., η οποία έξι μήνες μετά την εξάπλωση και ενός δεύτερου πιο θανατηφόρου ιού έχει βυθιστεί στο απόλυτο χάος και οι Agents -δηλαδή εσείς- καλείστε να το συμμαζέψετε, από control point σε control point και από τον έναν δήμο στον άλλο. Και μόλις τελειώνει η εναρκτήρια αποστολή ακούγονται τα «μπλιπ-μπλοπ» στον χάρτη και οι αποστολές. Τα πράγματα που σου δίνει να κάνεις το The Division 2 είναι τόσα πολλά που ακροβατούν ριψοκίνδυνα μεταξύ του να «μπουκώνει» τον παίκτη με εικονίδια και του να ανοίγει η όρεξή του για εξερεύνηση. Ευτυχώς, ισχύει το δεύτερο μόλις συνηθίσεις πως έχεις να κάνεις με έναν τυπικό «Ubisoft χάρτη» απλά σε αναβολικά.

Τα βασικό παιχνίδι πριν το Endgame που είναι μια διαφορετική (ή όχι και τόσο) υπόθεση, διαρκεί γύρω στις 40 ώρες, χρόνος δηλαδή που απαιτείται για να φτάσετε τα 30 lvl. Για να φτάσω μέχρι εκεί όμως ομολογώ ότι με κούρασε και αυτό επειδή η επαναληψιμότητά του δεν μπορούσε πάντα να καλυφθεί από την μεγάλη ποικιλία των απίστευτα λεπτομερών περιβάλλοντών του. Αν ψάχνετε να βρείτε κάποιο story για να κρατήσει το ενδιαφέρον, καλύτερα να το ξεχάσετε μιας και «εξαφανίζεται» μετά τα πρώτα cutscenes. Εάν θέλετε να μάθετε περισσότερα θα πρέπει να γίνεται ρακοσυλλέκτης των collectables αλλά και αυτά δεν προσδίδουν κάτι που να αξίζει τον κόπο. Ειλικρινά, σκέφτομαι πως η Bungie με το Destiny 2 -ένα ακόμη loot shooter- κατάφερε να έχει ένα κάτι παραπάνω από τίμιο campaign που σε σημεία θύμιζε τις παλιές της δόξες από τα Halo.

Απορώ, επομένως, γιατί η Massive ενώ έχτισε έναν τόσο λεπτομερή κόσμο δεν τον έντυσε και με ένα story των 15-20 ωρών που δεν θα πλατειάζει. Στην περίπτωση του Division 2, όντας κιόλας άρτιο στον gameplay τομέα του, φάνηκε πώς του λείπει κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, αναλώνεται σε μια ανακύκλωση της φόρμουλας «σκοτώνω κύματα εχθρών». Θα μου πείτε δεν εστιάζει εκεί, σαφώς, όμως γιατί να προσθέτεις τόσο περιεχόμενο απλά για να λες ότι έχει περιεχόμενο, ενώ η όλη εμπειρία θα μπορούσε να είναι πολύ λιγότερο φλύαρη.

Τι κάνει όμως το The Division 2 ένα τόσο ελκυστικό πακέτο; Πρώτον τα loot drops του. Χωρίς υπερβολή είναι υποδειγματικό το σύστημα looting, ιδιαίτερα όταν αρχίζουν να πετάγονται τα high-end gear. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα βαθύ και σοφιστικέ σύστημα που συνδέεται άρρητα με τις νέες αλλαγές που έχουν γίνει στον εξοπλισμό. Πλέον, τα attributes του χαρακτήρα σας καθορίζονται και από τα sets. Ουσιαστικά ο εξοπλισμός δεν χωρίζεται μόνο βάσει rarity αλλά και από ποια εταιρία κατασκευάστηκε. Αυτό προσθέτει έναν επιπλέον ευχάριστο πονοκέφαλο στο χτίσιμο του χαρακτήρα, διότι με τη συμπλήρωση ενός gear set προστίθενται διάφορα abilities και buffs. Η αλήθεια είναι πως θα ξοδεύετε αρκετή ώρα στο character customization, ιδιαίτερα όταν θα πρέπει να ανεβαίνει το gear score σας στο Endgame. Προσωπικά είχα συνεχώς τον χαρακτήρα μου όσο το δυνατόν πιο…ασορτί για να εκμεταλλευτώ τα ειδικά attributes του gear set.

Έπειτα στα ατού του παιχνιδιού θα έβαζα το gameplay του, κάτι που το κατείχε η σειρά από τον πρώτο της κιόλας τίτλο. Η κίνηση του χαρακτήρα έχει γίνει ελαφρώς πιο βαριά και πιο στιβαρή σαν αίσθηση που αφήνει στο χειριστήριο, κάτι που προσωπικά προτιμώ. Σαν ένα καθαρόαιμο third person shooter με το covering στοιχείο να παίζει ρόλο, διαπρέπει και πάλι, κυρίως γιατί οι cover μηχανισμοί του είναι καλοδουλεμένοι. Ακραία απολαυστικό και το shooting του με την απαραίτητη στιβαρότητα και ανάδραση ανάλογα με το όπλο. Γενικότερα, όλοι οι μηχανισμοί του λειτουργούν απρόσκοπτα και αβίαστα σαν ένα ελβετικό ρολόι. Οι μάχες, επομένως, μετατρέπονται σαν μια loot shooter συμφωνία, που δεν χάνει πουθενά ρυθμό σαν να την μετράει συνεχώς ένας μετρονόμος από σφαίρες και βγάζω το καπέλο μου στην Massive σε αυτόν τον τομέα.

Ένας διαφορετικός παρονομαστής στο gameplay είναι τα νέα special abilities των Agents όπως drones, ασπίδες και εκτοξευτές χημικών. Θα έλεγα πως τα μισά από αυτά όπως η ασπίδα και το chem launcher είναι καταλληλότερα για τα loadouts στο Dark Zone και το PvP στοιχείο του, παρά για το υπόλοιπο παιχνίδι, όπου το turret, το seeker -μια μπάλα που βρίσκει αυτόματα εχθρούς- και το drone έμοιαζαν πολύ πιο χρήσιμα. Μιας και μίλησα για τα Dark Zones ας επεκταθώ σε αυτά. Πλέον δεν υπάρχει ένα DZ αλλά τρία συνολικά, στα δυτικά, τα ανατολικά και τα νότια του χάρτη και ναι ο χάρτης είναι τόσο μεγάλος και πλούσιος που χωράει άνετα τρεις PvP περιοχές. Κάθε μία τους μάλιστα έχει την δική της οπτική ταυτότητα και ενδείκνυται είτε για μάχες σώμα με σώμα είτε για μάχες με αποστάσεις, που είναι κατάλληλες για sniper. Δεν είναι όμως μόνο αυτό καθώς πλέον οι Dark Zones έχουν αυτό που η Massive ονομάζει ως PvPvE όπου στην εξίσωση προστίθενται και ισχυροί NPCs κάνοντας διπλά πιο έντονη την εμπειρία.

Η Massive θέλησε να κάνει πιο περίπλοκη την εμπειρία των DZs προσθέτοντας τα Rogue Actions, όπου ουσιαστικά είναι διάφορες βαθμίδες του πόσο κακός μπορείτε να γίνετε στις ζώνες. Από απλός Rogue Agent, να γίνετε "Disavowed" εάν σκοτώσετε μερικούς συναδέλφους σας και τέλος η κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί σε ανθρωποκυνηγητό και να αποκτήσετε το επίπεδο του Manhunt, όπου θα φαίνεστε σε όλους τους υπόλοιπους παίκτες στο DZ και θα πρέπει να φτάσετε σε ένα terminal εάν έχετε σκοπό να παραμείνετε ζωντανοί με όλο το loot που κλέψατε. Μάλιστα, εφόσον αποφασίσετε να πάτε στην σκοτεινή πλευρά των Agents τότε θα έχετε και το δικό σας ξεχωριστό pool παικτών αλλά και social space, το Thieves Den όπου θα αλληλεπιδράτε με άλλους πονηρούς Agents. Το σύστημα του Rogue status ήταν ένας πολύ ενδιαφέρον μηχανισμός που τώρα τελειοποιείται και δίνει μια άλλη διάσταση στο πως θα κινείστε σαν παίκτες στα DZ. Η ένταση και η νευρικότητα που προσδίδει στην ατμόσφαιρα μεταμορφώνει την φαινομενικά απλή multiplayer εμπειρία, καθώς υπάρχει ο παράγοντας του ρίσκου όσον αφορά το εάν θα πάτε με τον σταυρό στο χέρι ή θα αποκτήσετε το πολύτιμο contaminated loot δια της πλαγίας οδού. Όσον αφορά την co-op και γενικότερα την online εμπειρία του, το The Division 2 μου τα χαλούσε στο θέμα των servers. Η σύνδεση τις περισσότερες φορές δεν ήταν και η καλύτερη δυνατή με αποτέλεσμα να παίζω συχνά με την ένδειξη "poor connection", ενώ όταν καλούσα ενισχύσεις ώστε να με βάλει με άλλους παίκτες, προκαλούσε έντονο framedrop. 

Και εκεί που έλεγα ότι όλα τελείωσαν, το παιχνίδι ξεδιπλώνεται ξανά, όταν άνοιξαν τα specializations μαζί με το gear score (τα αντίστοιχα Light lvl του Destiny για να έχετε μια ιδέα) στο ακραία δύσκολο, αλλά απίστευτα γενναιόδωρο, Endgame του. Αφότου ολοκληρώσετε τις αποστολές και φτάσετε τα 30lvl -μετά από αρκετό άρμεγμα των αποστολών να προσθέσω- θα διαλέξετε ανάμεσα σε τρία specializations (Demolitionist, Survivalist, Sharpshooter)  που σας δίνουν από ένα όπλο που λειτουργεί σαν “ulti” και ένα αντίστοιχο skill tree για να βελτιώσετε τον χαρακτήρα σας, με επιπλέον buffs για εσάς και τους γύρω σας.

Η τελική επιλογή έγκειται και στον τρόπο που παίζετε, οπότε εγώ έχοντας μια έμφαση στα snipers και τα rifles καθόλη τη διάρκεια του κυρίως παιχνιδιού, πήγα με το Demolition για να δώσω μια απαραίτητη εκρηκτικότητα στο loadout μου, αλλά και να ενισχύσω τη συλλογή των LMGs και SMGs που είχαν συγκεντρωθεί στο inventory μου. Το Endgame απαιτεί να αφοσιωθείτε στο Gear Score σας το οποίο εάν δεν πληρείται το απαιτούμενο νούμερο δεν σας αφήνει να προχωρήσετε στα World Tiers του. Εκεί που το Endgame χωλαίνει, παρά την σθεναρή προσπάθεια του να ξεχωρίσει, είναι στη δομή του, παρά στο loot του.

Μόλις τελειώσετε το campaign και έχετε χαρεί που καθαρίσατε όσο το δυνατόν περισσότερα εικονίδια και Control Points στον χάρτη, εισβάλλει η Black Tusk -αυτοί οι μισθοφόροι από το πρώτο παιχνίδι- για να σας τα πάρει όλα! Θα πρέπει λοιπόν να…ξαναπάρετε πίσω τη Washington αφού μόλις πριν από λίγα λεπτά την είχατε…απελευθερώσει. Την έλλειψη δημιουργικότητας εδώ θέλουν να σπάσουν τα νέα είδη εχθρών, που έχουν ίδιο εξοπλισμό με εσάς πλέον και κυκλοφορούν ακόμη και με mechs στους δρόμους, ενώ είναι σαν αγρίμια μπροστά στους κοινούς εχθρούς με την AI τους να… μοιράζει πόνο όσον αφορά το πόσο εύκολα θα βρεθούν στα τυφλά σημεία σας. Επομένως, το να παίξετε σε co-op με τουλάχιστον έναν φίλο ή συμπαίκτη γίνεται μια απαραίτητη προϋπόθεση.

Επειδή όμως έχουμε να κάνουμε και με έναν συνεχώς εξελισσόμενο τίτλο, το περιεχόμενο θα είναι ιδιαίτερα πλούσιο για αυτούς που επιλέξουν να το προμηθευτούν. Οι κύριες αποστολές, επίσης, στην προσπάθεια διαφοροποίησής τους έχουν ανανεωμένα objectives όταν επισκέπτεστε τις «endgame” βερσιόν τους. Δεν παύει, όμως, να περνάτε για δεύτερη, τρίτη, ή και τέταρτη φορά από το ίδιο σημείο πράγμα που καταντάει μονότονο. Παρόλα αυτά, όλες οι αποστολές του The Division 2 ήταν καλοσχεδιασμένες τόσο όσον αφορά τις μάχες που προσφέρουν όσο και αισθητικά. Δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή και σημασία στα περιβάλλοντα και στα σκηνικά που εκτυλίσσονται σε αυτές, με διαδρόμους και δωμάτια που είναι αξιομνημόνευτα, όπως το Καπιτώλιο, το Μουσείο Διαστήματος, το κέντρο της CDC, το μουσείο Εθνικής Ιστορίας και άλλα πολλά αξιοθέατα της πρωτεύουσας των ΗΠΑ που δημιουργούν μια εξαιρετική ατμόσφαιρα στο παιχνίδι, διαφορετική και πλουσιότερη από αυτή της χιονισμένης και ομολογουμένως μονότονης Νέας Υόρκης.

Ένα πολύ μεγάλο μέρος της εμπειρίας του The Division 2 βρίσκεται στην πόλη της Washington D.C. και κατ’επέκταση στα περιβάλλοντά της. Αξίζουν συγχαρητήρια για ακόμη μια φορά στους καλλιτέχνες της Massive που δημιούργησαν μια όσο το δυνατόν πιο πιστή αναπαράσταση της πρωτεύουσας των ΗΠΑ, με λεπτομέρεια που βγάζει μάτια κυριολεκτικά. Όπως και στη Νέα Υόρκη έτσι και εδώ δεν χρειάζονται διάλογοι ή cutscenes για να μάθουμε περισσότερα για το τι έγινε. Μιλούν τα περιβάλλοντα από μόνα τους. Αστυνομικοί κατακρεουργημένοι στους δρόμους, απαγχονισμένοι στρατιώτες σε γέφυρες, κόσμος που αυτοκτόνησε στα σπίτια του ή πέθανε στο κρύο, παρατημένες βαλίτσες, περιπολικά, πυροσβεστικά και αυτοκίνητα παντού. Όπου ο ιός χτύπησε πιο δυνατά η παλέτα των χρωμάτων κιτρινίζει, προσδίδοντας μια ξεχωριστή οπτική ταυτότητα στα σημεία αυτά, ενώ οι σακούλες των πτωμάτων πολλαπλασιάζονται.

Βάρβαρα σκηνικά βουτηγμένα στο μαύρο πέπλο του θανάτου συνθέτουν σχεδόν κάθε γωνιά της Washington, με το παιχνίδι να μου λέει ευθέως πως ο κόσμος είναι αφιλόξενος και ο πιο δυνατός θα επιβιώσει. Ωστόσο, υπάρχουν και μερικές ηλιαχτίδες ελπίδας καθώς στην πανίδα της πόλης θα συναντήσετε και ζώα όπως ελάφια και σκύλους να περιφέρονται. Εξαιτίας αυτού οι κύριες αποστολές σχεδιάστηκαν με γνώμονα να μείνουν στην σκέψη του παίκτη, τουλάχιστον σαν σκηνικά, αφού δεν γίνεται να μη σου μείνει στο μυαλό η επιβλητικότητα της αυλής του Καπιτωλίου ή το διαστημικό μουσείο ή η αποστολή στο ναυπηγείο. Ειλικρινά τα περιβάλλοντα του κόσμου ρίχνουν σαγόνια με την απύθμενη λεπτομέρειά τους και θέτουν μια μουντάδα στο ύφος του πως εσύ ως παίκτης είσαι η μόνη ελπίδα για να ορθοποδήσει η κοινωνία.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνω για το πώς κάθε περιοχή έχει την δική της ξεκάθαρη και μοναδική οπτική ταυτότητα,  είτε πρόκειται για ιστορικές περιοχές, είτε για πυκνά κατοικημένες όπως τα προάστια. Ακόμη και αν δεν είχα χάρτη να μου λέει σε ποια περιοχή βρίσκομαι, η οπτική γλώσσα του παιχνιδιού λειτουργεί τόσο καλά που προσανατολίζομαι εύκολα. Πρόκειται, επίσης, για ένα τεχνικά άρτιο παιχνίδι που καταφέρνει να τρέχει ικανοποιητικά ακόμη και σε μέτρια PCs, μιας και αυτή ήταν η έκδοση που έπαιξα. Στα highlights του τεχνικού τομέα του δεν γίνεται να μη συμπεριλάβω τους φωτισμούς και την ακραία ρεαλιστική εναλλαγή μεταξύ ημέρας, νύχτας αλλά και καιρικών φαινομένων. Τα τελευταία μάλιστα είναι τόσο έντονα που δημιουργούν και αντίξοες συνθήκες, όπως χαμηλή ορατότητα, εάν για παράδειγμα η βροχόπτωση είναι τόσο έντονη.

Πάρα πολύ καλά δουλεμένο είναι και το sound design που όχι μόνο βρίθει λεπτομερειών αλλά εξαιτίας τους αποτελεί και σημαντικό βοήθημα για τη μάχη. Ακούγονται διαφορετικά οι εξοστρακισμοί της σφαίρας εάν είναι σε κάποιον τοίχο, μια μεταλλική επιφάνεια ή μια ασπίδα για παράδειγμα, ενώ επηρεάζεται σημαντικά και από το να βρίσκεσαι σε έναν υπόνομο όπου έχει ηχώ ή μια ανοιχτή πεδιάδα. Το ίδιο ισχύει και για το soundtrack του που θέτει και αυτό με τη σειρά του την ατμόσφαιρα του The Division 2 με έντονα ηλεκτρονικά και industrial κομμάτια πάλι από τον Ola Strandh που ανέλαβε και το πρώτο παιχνίδι.

Συνοψίζοντας : Εν κατακλείδι το The Division 2 προσφέρει από την πρώτη μέρα που θα το προμηθευτεί κάποιος πλούσιο περιεχόμενο και εγγυημένα δεκάδες ώρες gameplay. Τονίζω το «από την πρώτη μέρα» καθώς τα προβλήματα ήταν τόσο λίγα που πέρασαν απαρατήρητα χάρη και στην ποιότητα του ως παιχνίδι. Καλοδουλεμένο σε όλους μα όλους τους τομείς είτε πρόκειται για κάποιον που θα ασχοληθεί περισσότερο solo, είτε για κάποιον που θα παίξει χαλαρά με την παρέα του είτε για κάποιον που θέλει να την δει Agent και να ρισκάρει συνεχώς στα ανταγωνιστικά Dark Zones. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει παρατυπίες στη παρωχημένη δομή του περιεχομένου του, ιδιαίτερα το πώς σου σερβίρει το Endgame ή το σχεδόν ανύπαρκτο story. Παρόλα αυτά είναι πανέμορφο οπτικά, με ένα στιβαρό, σφιχτό και γεμάτο πρόκληση cover shooting gameplay, βαθύ και πολύπλοκο customization και loot που θα ικανοποιήσει και τον πιο απαιτητικό. Το sequel της Ubisoft αξίζει τις ώρες που θα περάσετε μαζί του.
Box Art
Tested on : PC
Developer : Massive Entertainment
Publisher : Ubisoft
Distributor : CD Media S.A.
Available for : PS4, Xbox One, PC
Release date : 15-03-2019

1 comment(s)