Το φινάλε του Better Call Saul δίδαξε και άφησε πίσω μια ολόκληρη εποχή  

Peak TV…Gone

Το φινάλε του Better Call Saul δίδαξε και άφησε πίσω μια ολόκληρη εποχή

Ακολουθούν SPOILERS για το φινάλε του Better Call Saul


Έχουν περάσει αρκετά 24ωρα από το φινάλε που περίμενα να δω όσο τίποτα άλλο τον τελευταίο καιρό σαν λάτρης των τηλεοπτικών σειρών. Το τέλος του Breaking Bad saga γράφτηκε και επίσημα με το τελευταίο επεισόδιο του Better Call Saul που έφερε αλληγορικά και κυριολεκτικά τον τίτλο "Saul Gone". Ήθελα να εκφράσω τις σκέψεις μου και τα συναισθήματά μου για το αρτιότερο φινάλε σειράς που έχω δει προσωπικά από τότε που τελείωσα το Mad Men -πάλι σειρά του AMC, τυχαίο; - πριν μερικά χρόνια.

Προφανώς μιλάμε για εκ διαμέτρου αντίθετες θεματικά σειρές, αλλά το να κλείσεις μια ιστορία απλωμένη σε 6 σεζόν τόσο αεροστεγώς είναι ένα κατόρθωμα τεράστιο. Εδώ δεν είναι ένα review της 6ης σεζόν του “Saul”, αλλά ένας φόρος τιμής που ήθελα πολύ να εκφράσω εδώ και καιρό, σε μια σειρά που ολοκληρώθηκε αριστουργηματικά και μαζί της έκλεισε και μια τηλεοπτική εποχή. Αυτήν πριν από τις εβδομαδιαίες streaming μετριότητες, αυτήν που ξεπλήρωνε τον θεατή δίνοντας τα ρέστα της σε κάθε στροφή, που τιμούσε το κάθε λεπτό που θα ξόδευε πάνω σε αυτή και δεν υποτίμησε ποτέ την ευφυία του.

Σε αυτό το γιγαντιαίο κατόρθωμα δύο είναι οι αρχιτέκτονές του. Οι Vince Gilligan και Peter Gould πρέπει να γίνουν άγαλμα στο πάνθεον των μεγάλων μοντέρνων δημιουργών, showrunners και κυρίως σεναριογράφων του Χόλιγουντ, αυτής της χρυσής τηλεοπτικής εποχής. Απορώ ακόμα πως γίνεται να ξεπέρασαν πολλές φορές τον εαυτό τους καθ’ όλη τη διάρκεια του Better Call Saul, έχοντας θέσει ήδη ένα πανύψηλο πήχη με το Breaking Bad πριν από μερικά χρόνια.

Όλο αυτό το βραδύκαυστο storyline που χτιζόταν επί 6 ολόκληρες σεζόν, έσκασε επιτέλους ξεβράζοντας αποκαλύψεις, αντικρουόμενα συναισθήματα, αλλά κυρίως ένα αίσθημα απόλυτης ολοκλήρωσης για τον θεατή. Ειδικά το "payoff" της ιστορίας είναι τόσο μα τόσο μελετημένο που πραγματικά θα μελετάται σε masterclass για σεναριογράφους.

O Bob Odenkirk κέντησε σαν Jimmy McGill, λατρεύτηκε από όλους ως Saul Goodman αλλά μας κάνει να ταυτιστούμε ενίοτε με τον Gene Takovic. Κάποιος που άφησε πίσω του μια άλλη μεγαλειώδη ζωή για μια θλιβερή πραγματικότητα, μια δουλειά που κατά βάθος μέσα του μισεί. Μια ζωή γεμάτη λάθος επιλογές και καταστροφικό εγωισμό. Κάπου εκεί νομίζω ότι εξανθρωπίζεται ο πανούργος Saul και ο Gilligan δίνει μια πιο "λαϊκή" υπόσταση στον χαρακτήρα αυτόν. Η 3η του περσόνα, λοιπόν, είναι αυτή που σαν άλλος διακόπτης, πέφτει για να τον ρίξει, να τον προσγειώσει και να έρθει αντιμέτωπος με την σκληρή πραγματικότητα από την οποία είχε αποκοπεί από τότε που οραματίστηκε τον Saul Goodman -και ακόμη περισσότερο μετά τον χωρισμό του με την Kim Wexler (Rhea Seehorn).

Η σκηνή που γελάει σαν…Joker στο κελί του και μουρμουρίζει "πως είναι να σε πιάνουν έτσι" είναι η πρώτη καθοριστική για το ξετύλιγμα ενός φινάλε που πραγματικά δεν περίμενα ότι θα εξελιχθεί έτσι. Παίρνει τόσες συναισθηματικές στροφές και ανηφόρες που η λύτρωση δεν έμοιαζε σαν ένα πιθανό τέλος. Την μεγαλύτερη ανηφόρα τη διαβαίνει όταν διαπραγματεύεται την ποινή του, εκεί όπου χρησιμοποιεί κάθε του διαβολική, χειριστική κίνηση με την πειθώ του Saul Goodman να αγγίζει το ζενίθ της.

Ακόμα ένα highlight είναι ο μονόλογος του Odenkirk ως Saul που αποκαλύπτει ίσως την πιο πανούργα πτυχή του χαρακτήρα του, πως αυτός κρυβόταν πίσω από τον σατανικό ναρκέμπορα "Heisenberg". Η στιγμή αυτή σηματοδοτεί την προτελευταία "δεκάρα" που λαμβάνει η περσόνα του Saul, η τελική δικαίωση των δυνατοτήτων του και της ιδιοφυίας του. Το ξεσκέπασμα δηλαδή του μαριονετίστα πίσω από τη μαριονέτα, που μέχρι πρότινος νομίζαμε ότι ήταν ο εγκέφαλος όλης της υπόθεσης. Δεν είναι μια απλή ανατροπή και αποκάλυψη, αλλά μια εντελώς διαφορετική οπτική για ολόκληρο το σύμπαν του Breaking Bad, που σε κάνει να θες να γυρίσεις πίσω και να το ξαναδείς υπό αυτό το πρίσμα. Η τελευταία "πληρωμή" της περσόνας του Saul γίνεται στο λεωφορείο προς την φυλακή με τους συγκρατούμενούς του να φωνάζουν "Better Call Saul", ως μια αναγνώριση προς τη βοήθεια που πρόσφερε στον εγκληματικό κόσμο. 

Θεματικά ακόμη και αυτό θα έβγαζε νόημα έτσι όπως κυλούσε το επεισόδιο, όμως όχι, οι Gould/Gilligan είχαν ένα πολύ καλύτερο, ακόμη πιο ποιητικό και ανατρεπτικό φινάλε. Εκεί όπου ο Saul έμοιαζε να οδεύει προς τον δρόμο χωρίς γυρισμό, η συνείδησή του έκανε στροφή 180 μοιρών. Βλέποντας την Kim να έχει κάνει αυτή το πρώτο βήμα προς την εξιλέωση από μια ζωή γεμάτη ψέματα και απάτες, ο ίδιος του παίρνει το θάρρος να αναλάβει το βάρος όλων των πράξεων του, έστω και στο "παρά πέντε" της ιστορίας του. Από τον θάνατο του Chuck, τους δαίμονές του και όλες του τις απάτες, τις αναγνώρισε ενοποιών της δικαιοσύνης και βγήκε καθαρός, εξιλεωμένος, έτοιμος για την επανεκκίνηση στη ζωή του πριν την κατηφόρα.

Ολόκληρη η δομή του επεισοδίου "Saul Gone" χτίζεται γύρω από το concept του ταξιδιού στο χρόνο και του διλήμματος "τι θα έκανες αν γύριζες το χρόνο πίσω". Μέσα από αυτό πανέξυπνα ξεφλουδίζονται άγνωστες στιγμές και πτυχές των Walter White (Bryan Cranston), του Mike Ehrmantraut (Jonathan Banks, τα σέβη μου για την ερμηνεία σου), του Jesse Pinkman (Aaron Paul) ακόμη και της Kim, όπου μαθαίνουμε ότι συναντήθηκαν σε μια ακόμη μοναδική σκηνή.

Marvel, πάρε σημειώσεις

Το σύμπαν του Breaking Bad δεν χτίστηκε με αναφορές, easter eggs και cameos. Χτίστηκε από συναισθήματα, ερωτήματα, προβληματισμούς και χαρακτήρες με τεράστιο βάθος, που μέσα από αυτό άρχισαν να πηγάζουν όλες οι πτυχές του. Χαρακτηριστικό παράδειγμά του πως τα cameos αποκτούν τεράστιο νόημα και δίνουν βάθος σε ένα "σύμπαν" χωρίς σουπερήρωες, κάπες, σπάντεξ και υπερδυνάμεις είναι αυτά των Walter White και Jesse Pinkman. Η εμφάνισή τους γίνεται σε 3-4 στιγμές καίριες για την εξέλιξη του Saul και την μετάνοιά του πίσω στον Jimmy.

Όχι μόνο προσφέρουν στο συνολικό αφηγηματικό τόξο του Better Call Saul και ανατρέπουν την οπτική σου για το Breaking Bad, αλλά βάζουν το κερασάκι στην τούρτα στις σχέσεις μεταξύ των πρωταγωνιστών και γιατί ήταν τελικά αυτοί που ήταν. Το ίδιο ακριβώς έκανε και η αναπάντεχη εμφάνιση της Marie Schrader, χήρας του Hank και κουνιάδου του Walter White. 

Και όλα αυτά τα κάνει με τη χρήση του "τι θα γινόταν εάν είχες χρονομηχανή", ένα concept κατά κόρων της επιστημονικής φαντασίας, που χρησιμοποιείται μελετημένα σε ένα εντελώς προσγειωμένο και εξανθρωπισμένο περιβάλλον. Εν τέλει κάθε σκηνή, κάθε αντικείμενο σε κάθε μακρόσυρτο πλάνο, ακόμη και η διάβρωση των τίτλων αρχής είχαν τεράστια σημασία στο σύνολο του Better Call Saul και του ευρύτερου Breaking Bad universe.

Κάπως έτσι χτίζεις αεροστεγώς ένα σύμπαν χωρίς να βάζεις πολλά καρπούζια σε μια μασχάλη. Άλλο ένα masterclass λοιπόν που παρέδωσαν οι Peter Gould και Vince Gilligan στο σύγχρονο Χόλιγουντ για τη δημιουργία και την σωστή εξέλιξη ενός σύμπαντος.

Το αιώνιο δίλημμα

Ποιο είναι τελικά καλύτερο, το Breaking Bad ή το Better Call Saul; Είναι μια πολύ δύσκολη ερώτηση για να απαντηθεί αντικειμενικά και περισσότερο θαρρώ θα κρίνεται υποκειμενικά. Προσωπικά θεωρώ ότι οι Gould/Gilligan έκαναν την υπέρβαση. Πήραν ό,τι "λάθη" είχε το Breaking Bad και τα διόρθωσαν στο prequel/sequel του. Το μεγαλύτερο "μπαμ" και αντίκτυπο πάντοτε θα το έχει ο πρώτος, δηλαδή το Breaking Bad, ωστόσο, ας μη ξεχνάμε ότι πήρε μπρος σχετικά αργά και ακόμη πιο αργά το αναγνώρισε ο κόσμος προς την 3η - 4η σεζόν του, κάτι που το παραδέχονται οι ίδιοι οι συντελεστές του.

Κάτι τέτοιο θαρρώ θα συμβεί με το Better Call Saul. Κάποιο καιρό που οι streaming υπηρεσίες θα έχουν μπουκώσει τον θεατή με μετριότητες, κάποιος/κάποιοι θα αναζητήσουν θαλπωρή στο BCS και εκεί είναι που θα αναγνωρισθεί η υστεροφημία του. Κυρίως όσοι ποτέ δεν είδαν το BCS επειδή νόμιζαν ότι θα είναι κατώτερο των προσδοκιών όντας ένα spinoff του Breaking Bad. Κάπως έτσι τουλάχιστον το φαντάζομαι.

Επίσης το Breaking Bad είχε την τύχη να ανθίσει σε μια εποχή που το Netflix μόλις που ξεκινούσε την επανάστασή του, οπότε δεν υπήρχε και ο θόρυβος άλλων σειρών/μεγάλων συμπάντων και βομβαρδισμού περιεχομένου εβδομαδιαίως. Το Better Call Saul, αντίθετα, πάλεψε με τα κύματα εν μέσω του ακραίου ανταγωνισμού των streaming υπηρεσιών και από τον όσο ντόρο προκάλεσε το φινάλε στα social media, μπορώ να πω ότι άφησε τη δική του εποχή. Έστω κι έτσι, αν αυτό δεν είναι ορισμός της σωστής και ουσιαστικής συνέχειας τότε τι;

Μετά λύπης συνειδητοποιώ ότι το Better Call Saul είναι το τέλος μιας εποχής πιο αθώας, πιο τίμιας προς τον τηλεθεατή που περνάει μάλλον ανεπιστρεπτί. Με μια γλυκόπικρη γεύση το αφήνουμε πίσω και ελπίζω μια και καλή. Τέτοιες δημιουργίες άλλωστε δεν χρειάζονται περαιτέρω spinoffs όταν λένε αυτά που θέλουν να πουν τόσο μεθοδικά και όσο το δυνατόν πιο ανθρωπίνως τέλεια γίνεται. Βαθιά υπόκλιση και ένα μεγάλο ευχαριστώ σαν τηλεθεατής στους δημιουργούς του Breaking Bad saga για αυτό το μοναδικό και ανεπανάληπτο -με την ολοκληρωτική του έννοια- ταξίδι.