Doctor Strange 2: Η metal πλευρά του MCU και οι μαγγανείες του Sam Raimi – Review  

Ή αλλιώς το "τρενάκι του τρόμου της Marvel"

Doctor Strange 2: Η metal πλευρά του MCU και οι μαγγανείες του Sam Raimi – Review

Το Doctor Strange in the Multiverse of Madness επιβίωσε μια αλλαγή σκηνοθέτη που έδωσε την εντύπωση ότι το όραμα του Scott Derrickson θα σπιλωθεί, καθώς η αποχώρησή του είχε να κάνει με δημιουργικής φύσεως διαφωνίες με την Marvel Studios. Η Marvel όμως είναι…Marvel και σαν ταχυδακτυλουργός (με πολύ βαθιά τσέπη) έβγαλε από το καπέλο της τον λαγό που λέγεται Sam Raimi, κυριολεκτικά βγάζοντάς τον από την παρατεταμένη αποχή που είχε από το σινεμά έχοντας να σκηνοθετήσει ταινία από το “Oz the Great and Powerful” του 2013.

Δεν είναι και λίγο να φέρνεις έναν θρύλο πίσω από τις κάμερες για να σου κάνει την εργολαβία την τελευταία στιγμή θεωρητικά. Κι όμως θα περίμενε κανείς πως το sequel του Dr. Strange του Benedict Cumberbatch να αποτελεί μια αυστηρή και συγκεκριμένη με bullet points παραγγελία της Marvel Studios αλλά δεν είναι. Βρωμάει Sam Raimi από πάνω μέχρι κάτω, όπως έκανε η Spider-Man τριλογία με το παλιομοδίτικο χιούμορ και όχι SNLικές και socialmediaκές φτηνές ατάκες, καθώς και με το camp ύφος και την λατρεία που έχει για τον αγνό old-school τρόμο.

Το Doctor Strange 2 ξεκινάει γραπώνοντας τον θεατή από τον σβέρκο και για τις υπόλοιπες ακριβώς δύο ώρες δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα καθώς περνάς από τις πολλές πύλες του Multiverse, με ταχύτητα roller-coaster και αισθήματα που ένα τρενάκι του τρόμου προκαλεί.

O Strange του Cumberbatch ψάχνει να μπαλώσει πάλι τα δικά του λάθη ουσιαστικά αλλά και να σώσει την νεαρή America Chavez της Xochitl Gomez, η οποία είναι ένα κορίτσι που ενώ νόμιζε ότι την έβλεπε στα όνειρά του, τελικά υπάρχει και έχει τη δυνατότητα να ταξιδεύει ανάμεσα στο Πολυσύμπαν. Και όπως ένα τρενάκι που θα κάνει και τις στροφές του μέχρι να καθυστερήσει λίγο να φτάσει στον τελικό προορισμό, έτσι και το Doctor Strange 2 κάνει διάφορες στάσεις στο Multiverse επιδεικνύοντας το νέο concept της Marvel που ανοίγει διάπλατα τις πιθανότητες και πρακτικά λέει σε όλους πως «τα πάντα γίνονται και τα πάντα επιτρέπονται».

Θα έλεγε κανείς ότι το σενάριο κάνει βόλτες πέρα-δώθε αλλά όταν είναι τόσο απολαυστικές και τεχνικά άρτιες, που απλά κάθεσαι και χαζεύεις τη βόλτα που ετοίμασε ο Raimi. Μπορεί να μην έχει την ακραία ψυχεδέλεια στο εικαστικό του όπως το πρώτο Doctor Strange αλλά έχει μια camp ψυχεδέλεια με «λίγο απ’όλα» που παραδόξως δουλεύει, φυσικά γιατί ο Raimi…ξέρει να τα χειρίζεται. Το χέρι του καθώς και αυτό της ομάδας του, με τον φωτογράφο και τον συνήθη ύποπτο μοντέρ του (Bob Murawski) είναι εμφανές πως δεν τραβήχτηκε ποτέ από τη Marvel. Τουλάχιστον όχι σε ενοχλητικό βαθμό ή σε τέτοιο που να μειώνει τις προσπάθειές τους.

Όλα τα κόλπα που συνθέτουν μια ατόφια Sam Raimi ταινία υπάρχουν και με ταξίδεψαν πίσω όταν έβλεπα το Spider-Man 2 στο σινεμά μικρός εκείνο το καλοκαίρι του 2004.  Τα σπαστά και στριφογυριστά πλάνα ζαλίζουν παρέα με την ίσως πιο πολύχρωμη (ναι ρε Marvel ξεκόλλησες από τη μουντίλα) και ποικιλόμορφη φωτογραφία του MCU μέχρι σήμερα, αυτή η "ολντσκουλίλα" στο πως παρουσιάζεται ο τρόμος, την άριστη σύνδεση μουσικής και μοντάζ (χωρίς να χρειάζονται licensed κομμάτια παρακαλώ), τα ζουμαρίσματα, οι παράξενες γωνίες λήψεις και πολλοί ακόμη άσσοι του Raimi κάνουν την βουτιά στο Multiverse όπως την ήθελα.

Νομίζω πως η καλύτερη αίσθηση που έβγαλε το ύφος της ταινίας ήταν λες και ήταν μια πολύ metal ταινία. Μαύρη, σκοτεινή, μυστικιστική και με όρεξη για σαματά. Αλλιώς θα το περιέγραφα έτσι: εάν το Thor: Ragnarok του Taika Waititi ήταν μια ταινία με ύφος «Led Zeppelin” , το Doctor Strange 2 είναι «Black Sabbath”. Στη σεκάνς που ο Strange συναντά τον Evil Strange (δεν είναι σπόιλερ πριν πεταχτείτε υπάρχει στο πρώτο κιόλας trailer) θα μπορούσε άνετα να συνοδευτεί μουσικά από το “Black Sabbath” κομμάτι. Η άψογη συνεργασία Raimi, Murawski  με την παρτιτούρα του Danny Elfman αποτελούν τη μισή απόλαυση της ταινίας.

Θέλω όμως να αναφερθώ στο πιο ιδιαίτερο και μοναδικό στοιχείο της ταινίας αυτό που συγχέει τον Raimικό τρόμο στο MCU και τον μπήγει βαθιά στη φλέβα της ταινίας, όχι σαν ένα μάρκετινγκ τρικ που νόμιζα ότι θα είναι αλλά πραγματικά στον κορμό της δράσης και του ρυθμού της. Άλλες φορές επίσης ο Raimi το διασκέδασε με τα tributes στον εαυτό του στα «Evil Dead” και «Drag Me To Hell”, χωρίς να φαίνεται ότι είχε το πιστόλι στον κρόταφο.

 Σε σημεία το Multiverse of Madness φτάνει να γίνεται σοκαριστικό και αποκρουστικό, τόσο που το θεώρησα ακραίο για Marvel/Disney αλλά πολύ τολμηρό εκ μέρους της και της δίνω το kudos. Τόσο καλό που θα πω ότι ήταν κρίμα που το έκανε τόσο επιδερμικά δηλαδή. Εδώ θέλω να κολλήσω και ένα σχόλιο για το σενάριο του Michael Waldron και να πω ότι είχε George R.R. Martin προθέσεις γιατί πραγματικά γίνεται ένα μακελειό που σε συνδυασμό με τα παραπάνω συστατικά, συνθέτουν μια φοβερή σεκάνς -χωρίς να μπω σε σποιλερικές λεπτομέρειες. Υπάρχουν καλά MacGuffins και κακά MacGuffins, μόνο που εδώ τα περισσότερα λειτουργούν μια χαρά πλην ενός.

Θα ήθελα λίγο παραπάνω να δοθεί φροντίδα στην Xochitl Gomez που ήταν συμπαθητική τελικά στην πρώτη της εμφάνιση στο MCU και καταλαβαίνω ότι ήταν εισαγωγή και πως θα τη δούμε σε κάποια σειρά Disney+ ή ταινία στο μέλλον. Εκεί όμως που νόμιζες ότι η ταινία είναι του Benedict Cumberbatch επειδή το όνομά του είναι στη μαρκίζα, έρχεται η Elizabeth Olsen να κλέψει την παράσταση ως Wanda Maximoff/Scarlet Witch τόσο με το πόσο ευέλικτα πηδάει από την μία Wanda στην άλλη όσο και από την δυνατή ερμηνεία της ως μια μάνα σε απόγνωση για τον χαμό των παιδιών της.

Η ορμή, το σθένος και η πεποίθησή της να κάνει ό,τι χρειαστεί για να δει τα παιδιά της είναι η αφηγηματική συσκευή που στην πραγματικότητα κάνει το Doctor Strange 2 να τσουλάει με τέτοιους ρυθμούς αλλά και σοκαριστικές ανατροπές. Για τα cameos που όλοι λίγο πολύ οι Marvel fans περιμένατε είναι εκεί, ρίχνουν σαγόνια τόσο με το σουρεαλιστικό σκηνικό -όπως όταν είδαμε τους Peter Parkers στο No way Home- όσο και με το πως ξύνουν την επιφάνεια κυριολεκτικά στο «ποιος άλλος μπορεί να εμφανιστεί μελλοντικά ως τάδε» σκεπτικό.

Θα πω κλείνοντας ότι είχα θέσει ψηλά τον πήχη για τις προσδοκίες μου από το Doctor Strange in the Multiverse of Madness και μπόρεσε να τις «τικάρει» όλες, χωρίς να κουράσει λεπτό. Πράγματι τελικά οι δύο ώρες και όχι δυομιση όπως κακώς τελικά η Marvel είχε το κακό συνήθειο να τηρεί, εδώ δούλεψαν και με το παραπάνω.

Είναι η πρώτη φορά που η Marvel δοκιμάζει τον τρόμο από το διαολεμένο δισκοπότηρο του Raimi και η πρώτη γουλιά αποδεικνύεται εθιστική, τόσο που ελπίζω να επιστρέψει για το Doctor Strange 3, ίσως ακόμη πιο «ελεύθερος» δημιουργικά αν γίνεται. Είναι μια ταινία το λες και ένα «Raimικό τρενάκι του τρόμου της Marvel» που ξέφυγε από την πεπατημένη του MCU και ικανοποιεί κάθε πλευρά. Δε το συναντάς πλέον και εύκολα αυτό.