Monday Review – "Γκρικ λοβ" με δύο ξένους  

Sebastian Stan και Denise Gough ζουν έναν έρωτα με φόντο την ελληνική πραγματικότητα

Monday Review – "Γκρικ λοβ" με δύο ξένους

Δυνατή μουσική, κορμιά να τσουγκρίζουν στους ρυθμούς της, άνθρωποι κοντά ο ένας στον άλλον, να φλερτάρουν, να χορεύουν. Εικόνες που έχουμε να δούμε πάνω από ένα χρόνο, στην χτυπημένη από μια πανδημία πραγματικότητα που ζούμε και όσο κλισέ -και ίσως κουραστική- να μοιάζει μια ακόμη αναφορά στις συνθήκες αυτές, είναι η πραγματικότητα. Μέσα από μια πραγματικότητα πηγάζει και το λαβ στόρι με γκρικ ρίζες που είναι το κεντρικό θέμα του “Monday”, το οποίο στοχάζεται στη σκέψη του «και τι θα γίνει όταν χτυπήσει η Δευτέρα». Μια ιδέα που ο δικός μας Αργύρης Παπαδημητρόπουλος σκέφτηκε για τη νέα του ταινία, την οποία σκηνοθετεί και υπογράφει το σενάριό της μαζί με τον Rob Hayes. Έχοντας παρακολουθήσει την προηγούμενή του δουλειά το «Suntan” με τον Μάκη Παπαδημητρίου καταλαβαίνει κανείς πως έχει μια κλίση στους αυτοκαταστροφικούς χαρακτήρες και τον αυθορμητισμό, κάτι που στην περίπτωση του Monday ηχεί ξανά, όμως με το δεύτερο στοιχείο πολύ πιο έντονα.

Το ότι βλέπουμε τον Sebastian Stan, που κακά τα ψέματα όλοι μάθαμε ως "Winter Soldier" στις ταινίες της Marvel, να φοράει λευκό μινέρβα φανελάκι, πουκάμισα και να ενστερνίζεται στο στιλ του γκρικ λόβερ (όχι γύπα) είναι ένα θέαμα από μόνο του. Εδώ υποδύεται τον Mickey έναν Αμερικανό 30-φεύγα DJ, ο οποίος ζει εδώ και χρόνια στην Ελλάδα, έχοντας φτιάξει μια ζωή που του πηγαίνει φαινομενικά, με τρελές βραδινές αποδράσεις. Είναι ένα πάρτι άνιμαλ και δεν κρύβεται.

Ξαφνικά ένα βράδυ γνωρίζει, χάρη σε ένα φίλο του την Chloe, μια δικηγόρο επίσης στα 30 της και φρεσκοχωρισμένη. Δε θα μπορούσε να γίνει με πιο ελληναράδικο τρόπο η γνωριμία τους αφού κυριολεκτικά ο Γιώργος Πυρπασόπουλος τους λέει «Είσαι Αμερικανός, είσαι Αμερικανίδα. Είσαι άντρας, είσαι γυναίκα, ορίστε!» πριν τσουγκρίσει τα κεφάλια τους και εκεί κάπου δημιουργείται αυτή η κεραυνοβόλα, μαγική έλξη, ξεκινώντας ένα ερωτικό παραμύθι με ελληνικό φόντο. Εκτός από την ηλιόλουστη φωτογραφία της ταινίας του Χρήστου Καραμάνη, με τις κιτρινωπές καλοκαιρινές αποχρώσεις να αποδίδουν σε όλο το μεγαλείο την ελληνικότητά της, αποδεικνύεται για ακόμη μια φορά πόσο πολύ τα σκηνικά της Ελλάδας ταιριάζουν γάντι σε τέτοιες ανέμελες ιστορίες και όχι μόνο.

Παρά το ότι προέρχονται από δύο διαφορετικούς κόσμους, η Chloe αποφασίζει να περάσει κάτι παραπάνω από ένα φλογερό Σαββατοκύριακο με τον Mickey, συνειδητοποιώντας ότι πράγματι δε θέλει να γυρίσει πίσω στην Αμερική και σε μια έτοιμη στρωμένη δουλειά για αυτήν. Εκεί όπου ο παθιασμένος έρωτας δύο ξένων σε μια ξένη χώρα μετατρέπεται σιγά σιγά σε ρουτίνα. Αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι αυτό που δούλεψε τόσο μαγικά για μερικά 24ωρα αρχίζει και σβήνει μπροστά στο γκρίζο τέρας της πραγματικότητας. Δύο εκ δια μέτρου αντίθετοι χαρακτήρες, που ήρθαν πιο κοντά εξαιτίας κάποιων χημικών εγκεφαλικών αντιδράσεων και πρωτόγονων ενστίκτων.

Ο Stan εδώ παίζει με αέρα «Greek lover” τον ρόλο του, με ζεστή καρδιά και ελληνικό ταπεραμέντο, που τον κάνει αστραπιαία φιλικό και αγαπητό. Η Denise Gough, από την άλλη, που υποδύεται την Chloe και οι gamers θα τη γνωρίζουν ως τη voice actor της Yennefer από το Witcher 3: Wild Hunt, διαφέρει από τον Mickey. Δεν είναι τόσο ανέμελη και πάρτι άνιμαλ, αλλά σαγηνεύεται από το ελεύθερο πνεύμα του. Φαίνεται όμως στο δίωρο αυτό πως η χημεία τους ξεχειλίζει στην οθόνη και είναι η κινητήριος δύναμη, που λειτουργεί καλύτερα από κάθε άλλη πτυχή της.

Όλα αυτά συμβαίνουν στο πρώτο μισάωρο της ταινίας και πολύ γρήγορα ο Παπαδημητρόπουλος δεν χάνει χρόνο για να ξεφύγει από το rom-com που έβλεπα μέχρι τώρα. Tους προσγειώνει απότομα, χωρίς όμως αυτοί να θέλουν να το παραδεχτούν. Κάθε προσπάθεια συμβίωσης φαίνεται να καταλήγει στο κενό και τα “red flags” πατάνε τσαλαπατούν εκείνο το αχαλίνωτο βράδυ της Παρασκευής. Κάπου μέσα σε όλα αυτά καταφέρνει να χωρέσει και αρκετά κοινωνικά σχόλια και να καυτηριάσει τη μουσική βιομηχανία και την κατάντια της, εκεί όπου προσωπικά κέρδιζε μερικούς έξτρα πόντους για μέναΘα μπορέσουν να κρατήσουν όμως την αίγλη αυτή που βλέπουν ότι ξεθωριάζει; Μπορούν δύο διαφορετικοί κόσμοι να συνυπάρξουν σε μια στυγνή πραγματικότητα; Γίνεται ένας αυτοκαταστροφικός και νάρκισσος χαρακτήρας να στεριώσει και να αναλάβει τις ευθύνες του;

Το Monday είναι μια ταινία που θα τη πρότεινα σαν ένα δίωρο απόδρασης, σε μια εποχή που τα ξέφρενα πάρτι και οι ανθρώπινες σχέσεις μπορούσαν να λαμπαδιάσουν με απόλυτο αυθορμητισμό και μάλλον περισσότερη ειλικρίνεια. Τότε που γνώριζες κόσμο έξω και κάποιοι από αυτούς κατάφερναν και σου έφερναν τα πάνω-κάτω.  Στον πυρήνα της όμως είναι ικανή να χτυπήσει καμπανάκια για τις ανθρώπινες σχέσεις και το πώς χτίζονται είτε εν μέσω είτε και εκτός πανδημίας. Είναι ένα φιλμ που αλλάζει διαθέσεις σαν καρδιογράφημα, ανάλογα με τα σκαμπανεβάσματα που ταλαιπωρούν τους πρωταγωνιστές του και απλά περιμένει να την αποδεχτείς για αυτό που είναι. Πολλές φορές αυτό δεν κάνουμε άλλωστε;