Η κωμωδία και ο τρόμος μοιράζονται την ίδια αφηγηματική ρίζα, καθώς και τα δύο είδη στήνουν μεθοδικά τις καταστάσεις τους ώστε να προετοιμάσουν τον θεατή για την κορύφωση, η οποία στον τρόμο τον κάνει να πεταχτεί από το κάθισμά του, ενώ στην κωμωδία τον οδηγεί στο γέλιο. Κλασικές παρωδίες όπως το The Pink Panther με τον Peter Sellers και το Hot Shots! αξιοποιούν αυτόν τον μηχανισμό με ακρίβεια ώστε κάθε σκηνή να χτίζει προς ένα αστείο που θα κορυφωθεί τη σωστή στιγμή.
Το ίδιο επιχειρεί να κάνει και το νέο The Naked Gun, το τέταρτο κεφάλαιο μιας θρυλικής σειράς που ξεκίνησε από τους δημιουργούς του Airplane! και της σειράς Police Squad!. Η ταινία του 2025 έρχεται σε μια εποχή όπου οι παρωδίες έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από τη μεγάλη οθόνη προσπαθώντας να αναβιώσει έναν είδος χιούμορ που στηρίζεται στη φυσική κωμωδία, στις παρεξηγήσεις και στις ακραίες, συχνά σουρεαλιστικές καταστάσεις.

Το μεγάλο στοίχημα της νέας ταινίας ήταν η αντικατάσταση του αξέχαστου Leslie Nielsen, με τον Liam Neeson να είναι αυτός που αναλαμβάνει να δώσει νέα πνοή στον ρόλο του αδέξιου ντετέκτιβ Frank Drebin. Οι δύο ηθοποιοί έχουν την ίδια αφετηρία, καθώς ξεκίνησαν την καριέρα τους σε δραματικούς ρόλους, με τον Nielsen να αλλάζει μονοπάτι στο Airplane!, ανοίγοντας τον δρόμο για την απόλυτη καταξίωση του στη φαρσοκωμωδία. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον Liam Neeson, γνωστός κυρίως για τους ρόλους του σε βαριές ταινίες όπως το Schindler’s List, το Michael Collins και το Silence.
Το στοίχημα ένιωσα ότι τελικά δεν κερδήθηκε. Δεν κέρδισε εμένα τουλάχιστον, αφού ο Liam Neeson δεν κατάφερε ποτέ να με πείσει ότι αναγνωρίζει τον ρόλο που πρέπει να υπηρετήσει και να παραδοθεί πλήρως στην υπερβολή, παρότι η επιβλητική του παρουσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως την απαραίτητη αντίθεση μέσα στο κωμικό χάος. Αντί γι’ αυτό, σε κάθε του σκηνή επικρατούσε αμηχανία και ένα σφίξιμο στην ερμηνεία του με αποτέλεσμα να μοιάζει συχνά έξω από το πνεύμα της ταινίας.

Σε πλήρη διαφοροποίηση, η Pamela Anderson φαίνεται να καταλαβαίνει ακριβώς σε τι είδους ταινία συμμετέχει και δεν προσπαθεί ούτε να υπερβεί τα όριά της ούτε να δείξει κάτι που δεν είναι. Συμπεριφέρεται σαν πεπειραμένη κωμική ηθοποιός και παραδίδει κάθε ατάκα και κάθε στραβοπάτημα ή ατσουμπαλιά του χαρακτήρα της σαν καλοκουρδισμένο ρολόι και με εντυπωσιακή φυσικότητα. Είναι εκείνη που χαρίζει έναν αέρα φρεσκάδας και ανανέωσης στην ταινία και είναι εκείνη που μπορει να σε κάνει να χαμογέλασεις πραγματικά.
Το σενάριο έχει τις στιγμές του, όμως συνολικά στερείται της σπιρτάδας και της ευφυΐας που χαρακτήριζαν τη θρυλική τριλογία, με πολλές σκηνές να αδυνατούν να βρουν ρυθμό και να καταλήγουν επίπεδες χωρίς την αίσθηση κλιμάκωσης και την απαιτούμενη κωμική ένταση που θα τις έκανε αστείες.
Παρά τις ενστάσεις μου, χαίρομαι ειλικρινά για όσους απόλαυσαν τη νέα ταινία, καθώς σε γενικές γραμμές απέσπασε θετικές κριτικές. Για εμένα, ωστόσο, παραμένει ένα άνισο κεφάλαιο που δεν καταφέρνει να σταθεί αντάξιο του θρυλικού franchise, αποτελώντας κυρίως μια καλή ευκαιρία να επιστρέψω ξανά στις παλιές ταινίες και να θυμηθώ γιατί το χιούμορ τους παραμένει αξεπέραστο.
Must Read
Obsession Review: Ένα από τα καλύτερα horror ντεμπούτα των τελευταίων ετών!
Star Fox Review – Δικαιολογείται ακόμα ένα remake του Star Fox 64;
Disclosure Day Review: Ένα καλοκαιρινό blockbuster που μας θυμίζει γιατί αγαπήσαμε τον Spielberg