Όταν ακούς μια ταινία να φέρει στον τίτλο της το μνημειώδες brand name του Wolf Man εν έτει 2025, το λιγότερο που περιμένεις είναι μια συναρπαστική και φρέσκια προσέγγιση στον κλασικό μύθο του λυκανθρώπου και μια ιστορία που αν μη τι άλλο θα σε τρομάξει. Δυστυχώς, το Wolf Man του Leigh Whannell δυσκολεύεται να ανταποκριθεί σε αυτές τις προσδοκίες, προσφέροντας μια ταινία που μοιάζει περισσότερο με σκιά των προκατόχων της, παρά με μια φρέσκια αναβίωση.
Η πλοκή επικεντρώνεται στον Lawrence Talbot (Christopher Abbott), έναν άνδρα που μετά το θάνατο του πατέρα του, αποφασίζει να επισκεφτεί μαζί με την οικογένεια του την εγκαταλελειμμένη φάρμα του στο Oregon. Εκεί όμως, θα έρθει αντιμέτωπος με ένα παράξενο και αιμοσταγές πλάσμα που θα του μεταδώσει την κατάρα του. Μεταθέτοντας τη δράση από μια σύγχρονη πόλη, στις δασώδεις ερημιές της αμερικάνικης επαρχίας, το Wolf Man, προσπαθεί να συνδυάσει το προσωπικό και οικογενειακό δράμα με τον τρόμο, καθώς ο Lawrence παλεύει με τη σκοτεινή του πλευρά, η οποία βγαίνει στην επιφάνεια και απειλεί τη σχέση του με τη σύζυγό του, Gwen (Julia Garner).

Αν και διαφαίνεται μια κάποια πρόθεση του σεναρίου να συνδέσει το λυκανθρωπισμό με ένα διαγενεακό τραύμα που πηγάζει από παραδοσιακά αρσενικά πρότυπα, αυτή μένει υπερβολικά ασαφής. Μπορεί μια τέτοια προσέγγιση να διέθετε τις βάσεις για μια ενδιαφέρουσα ιστορία, όμως η ταινία δεν βουτάει ποτέ σε τέτοιο βάθος. Η αφήγηση φαίνεται απελπιστικά προβλέψιμη, ακολουθώντας όλες τις γνωστές διαδρομές χωρίς να προσθέτει κάτι νέο. Λίγες στιγμές έντασης δείχνουν δυνατότητες, αλλά χάνονται σε ένα αδιάφορο σενάριο που βασίζεται υπερβολικά σε παλιομοδίτικα κλισέ τρόμου.
Ο Christopher Abbott καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια να αποδώσει την εσωτερική πάλη του Lawrence. Η ερμηνεία του συλλαμβάνει την απελπισία και την οργή ενός ανθρώπου που χάνει τον έλεγχο, αλλά μοιάζει να κουβαλάει το βάρος της ταινίας μόνος του. Η Julia Garner είναι πειστική ως Gwen, ισορροπώντας την αγάπη και τον φόβο στις σκηνές της, αλλά ο χαρακτήρας της είναι τόσο προχειρογραμμένος που της δίνει λιγοστές ευκαιρίες και το περιθώριο να ξεχωρίσει.

Οι δευτερεύοντες ρόλοι, αν και περιλαμβάνουν γνώριμα πρόσωπα, επίσης δεν αφήνουν ιδιαίτερο αποτύπωμα. Ακόμη και αν το cast είναι ταλαντούχο, το αδύναμο σενάριο και η ρηχή ανάπτυξη χαρακτήρων εμποδίζουν τους ηθοποιούς να κάνουν εντύπωση.
Αν υπάρχει κάτι που το Wolf Man καταφέρνει εν μέρει σωστά, είναι η ατμόσφαιρα. Η κινηματογράφηση δημιουργεί μια απόκοσμη, ζοφερή αίσθηση που ταιριάζει στα πιο σκοτεινά θέματα της ιστορίας. Ωστόσο, η ταινία αποτυγχάνει κι εκεί που περίμενες τουλάχιστον ότι θα της ήταν εύκολο να θριαμβεύσει: στις μεταμορφώσεις του λυκανθρώπου. Παρόλο που μερικά πρακτικά εφέ είναι αποτελεσματικά, η υπερβολική χρήση CGI είναι αποσπαστική και υπονομεύει τον τρόμο. Αντί να προκαλούν ρίγος, οι μεταμορφώσεις μοιάζουν καρτουνίστικες, αφαιρώντας τη δυναμική του τέρατος.

Το Wolf Man του Whannell στοχεύει σε ένα μείγμα ψυχολογικού τρόμου και creature feature, αλλά το αποτέλεσμα είναι περίεργα άτονο. Οι τρομακτικές σκηνές είναι λίγες και η συναισθηματική ένταση που απαιτείται για να στηριχθεί η ιστορία απουσιάζει. Αντί να σε βυθίσει στον αγώνα του Lawrence, η ταινία σε κρατάει σε απόσταση, βασιζόμενη σε επιφανειακά σοκ που δεν μένουν αξέχαστα.
Η ροή της ιστορίας είναι άλλο ένα πρόβλημα. Η πρώτη πράξη παίρνει υπερβολικά πολύ χρόνο για να στηθεί, ενώ το αποκορύφωμα είναι βιαστικό και αντι-κλιματικό. Μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους, είναι δύσκολο να αποφύγεις την αίσθηση ότι η ταινία δεν βρήκε ποτέ το ρυθμό της.
Το Wolf Man είχε τη δυνατότητα να αναβιώσει έναν κλασικό ήρωα της μυθολογίας του τρόμου, αλλά αποτυγχάνει σχεδόν σε κάθε επίπεδο. Παρά τη δυνατή προσπάθεια των Christopher Abbott και Julia Garner, η ταινία βαραίνει από μια προβλέψιμη πλοκή, μέτρια εφέ και παντελή έλλειψη πρωτοτυπίας.