Εικοσιτέσσερα χρόνια μετά τον πρωτότυπο «Μονομάχο», το Gladiator II έρχεται να μας ξεναγήσει και πάλι στις αιματοβαμμένες αρένες και το πολιτικό χάος της αρχαίας Ρώμης. Αυτή τη φορά, του cast ηγείται ο Paul Mescal σ’ έναν ρόλο - πνευματικό (και κυριολεκτικό) απόγονο αυτού που καθιέρωσε τότε για τα καλά τον Russell Crowe στο χολιγουντιανό στερέωμα.
Στη σκηνοθετική καρέκλα συναντάμε και πάλι τον Ridley Scott, ο οποίος στα 86 του χρόνια εξακολουθεί να παράγει έναν κινηματογράφο επικών διαστάσεων, παραμένοντας καλλιτεχνικά εύρωστος και ακμαίος και κερδίζοντας έτσι τον τίτλο του αληθινού «μονομάχου» της μεγάλης οθόνης.

Το πολυαναμενόμενο αυτό sequel, λοιπόν, που βγαίνει από αύριο στις ελληνικές αίθουσες, διαθέτει όλη τη μεγαλοπρέπεια που υπόσχεται τόσο το όνομα του δημιουργού του, όσο και ο μύθος της πρώτης ταινίας, παρόλα αυτά, συχνά μοιάζει σαν να πολεμά με τη σκιά του προκατόχου του. Στην προσπάθειά του ο Scott να αναδημιουργήσει μια ατμόσφαιρα αντάξια του original, επαναλαμβάνει πολλά από όσα λειτούργησαν στην πρώτη ταινία χωρίς όμως αυτά πλέον να προσφέρουν το ίδιο συναισθηματικό αντίκτυπο.
Η ιστορία ξεκινά 15 χρόνια μετά το θάνατο του Maximus, με τον γιο του Lucius να επιστρέφει στη Ρώμη υπό ζοφερές συνθήκες. Είναι αιχμάλωτος και αναγκάζεται να πολεμήσει στην αρένα. Η πορεία του εκεί ανακινεί το ενδιαφέρον του Macrinus (Denzel Washington), ενός πρώην σκλάβου που πλέον έχει καταφέρει να ανελιχθεί σε έναν φιλόδοξο μέντορα μονομάχων.

Εδώ, να σημειώσουμε πως ο Washington στο συγκεκριμένο ρόλο κλέβει την παράσταση, δανείζοντας την προσωπική του γοητευτική αύρα σε ένα ρόλο που στα χέρια κάποιου άλλου, λιγότερου ικανού ηθοποιού, θα ‘χε αποδοθεί ως καρικατούρα. Υποδυόμενος έναν αδίστακτο χαρακτήρα που χειραγωγεί και εκμεταλλεύεται τον Lucius για να προωθήσει τη δική του άνοδο, καταφέρνει να εφευρίσκει τρόπους να παραμένει διασκεδαστικός και κυρίως πολυδιάστατος, μπολιάζοντας με φρεσκάδα το κλισέ ενός κατά τα άλλα αρχετυπικού villain. Έτσι, ο ρόλος του προσφέρει μια ευπρόσδεκτη ανατροπή που ξεφεύγει από τις επαναλαμβανόμενες δυναμικές που επιβαρύνουν την πλοκή.
Ο Paul Mescal, παράλληλα, φέρνει κι αυτός μια διαφορετική ενέργεια στο ρόλο του Lucius. Αντί για τη γεμάτη οργή αποφασιστικότητα που έκανε τον Maximus του Russell Crowe εμβληματικό, ο Lucius του Mescal είναι πιο εσωστρεφής και στοχαστικός, αποδίδοντας με αληθοφάνεια το βάρος που κουβαλάει ο ήρωας του στους ώμους του. Η λιτή του ερμηνεία συγκινεί και αναδεικνύεται ιδιαίτερα στις σκηνές με τη μητέρα του, Lucilla. Ωστόσο, ανα στιγμές, το ίδιο το σενάριο μοιάζει να τον περιορίζει και να τον οδηγεί σε προβλέψιμα κλισέ, περιορίζοντας το συναισθηματικό του εύρος.

Όσον αφορά τώρα τους πραγματικούς villain της ιστορίας, οι Joseph Quinn και Fred Hechinger επιλέγουν να αποδώσουν τους ρόλους των διεφθαρμένων διδύμων αυτοκρατόρων, Geta και Caracalla, που κυβερνούν τη Ρώμη, επιστρατεύοντας ένα κράμα αλαζονείας και παραφροσύνης που είναι σχεδόν καρτουνίστικο. Φανταστείτε κάτι σαν τους Beavis and Butt-Head με ρωμαϊκές στολές. Είναι διασκεδαστικοί, σίγουρα, αλλά οι υπερβολικές τους αντιδράσεις μερικές φορές ωθούν την ταινία προς την ακούσια κωμωδία.
Το highlight της ταινίας, πάντως, καταλήγει να είναι ο Pedro Pascal ως ο Στρατηγός Acacius. Ο χαρακτήρας του, φέρνει την απαραίτητη τραγική διάσταση στη δραματουργία και τα ηθικά διλήμματα που αντιμετωπίζει καθρεφτίζουν κάτι από το πρωτότυπο arc του Maximus. Η παραίτηση που κουβαλάει ωστόσο αυτός ο ρόλος, χαρίζει έναν πιο ευπρόσδεκτα σκοτεινό τόνο στην ταινία και ο Pascal την αποδίδει μοναδικά. Κρίμα που το σενάριο του χαρίζει μια απογοητευτική έξοδο, εκθέτοντας το μεγαλύτερο ελάττωμα μιας ταινίας, που στην προσπάθειά της να τσεκάρει τα κουτάκια ενός κλασικού «Μονομάχου», ξεχνάει να εκμεταλλευτεί τους πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες της.

Όπως αναμένεται φυσικά, το Gladiator II προσφέρει αρκετά θεαματικές και μεγάλες σε διάρκεια σκηνές δράσης και δε διστάζει να θυσιάσει την ιστορική του ακρίβεια, ρίχνοντας αυτή τη φορά στην αρένα του Κολοσσαίου, επισκέπτες που δεν περίμενες να δεις, όπως καρχαρίες και ρινόκερους. Ο Scott βάζει τα δυνατά του, χρησιμοποιώντας ένα συνδυασμό CGI και πρακτικών εφέ, να κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή, παρόλα αυτά, οι μάχες του δεν έχουν την ίδια επίδραση με αυτές του πρωτότυπου. Εκεί που το πρωτότυπο ισορροπούσε τη σκληρή δράση με μια ανάπτυξη χαρακτήρων που έδινε νοηματικό βάρος στις αγριότητες που διαδραματίζονταν επι της οθόνης, το sequel αρκείται στο να είναι απλώς ένα έπος – καλογυρισμένο μεν - για χάρη του έπους.
Εντέλει, το Gladiator II σερβίρει στους fans αυτό που υπόσχεται: Ένα εύπεπτο κοκτέιλ μπλοκμπαστεριάς και νοσταλγικής αναδρομής, που δεν παίρνει ωστόσο κανένα σημαντικό ρίσκο. Η ταινία παίζει με ασφάλεια στο γήπεδό της και αρνείται να εξελιχθεί σε κάτι διαφορετικό από το πρωτότυπό της. Παραμένει, έτσι, καταδικασμένη να μείνει στη σκιά του και να μην «αντηχήσει» στην αιωνιότητα της κινηματογραφικής ιστορίας, όπως κατάφερε ο πρώτος Μονομάχος.