Τα περισσότερα δεδομένα κλινικών δοκιμών για τον καρκίνο παραμένουν κρυφά  

Δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση οι ερευνητές

Τα περισσότερα δεδομένα κλινικών δοκιμών για τον καρκίνο παραμένουν κρυφά

Το ξέρατε πως τα δεδομένα των κλινικών δοκιμών, μερικών εκ των κορυφαίων φαρμάκων για την αντιμετώπιση του καρκίνου, παραμένουν κρυφά; Μία σοκαριστική νέα μελέτη αποκαλύπτει πως από τις 300 κλινικές δοκιμές για αντικαρκινικά φάρμακα που έχουν εγκριθεί από τον οργανισμό φαρμάκων των ΗΠΑ τα τελευταία δέκα χρόνια, μόνο το 45% αυτών έχουν μοιραστεί τα δεδομένα των ασθενών ή υποσχέθηκαν πως θα το κάνουν. Μάλιστα από τις κλινικές δοκιμές για τα τρία κορυφαία φάρμακα της αγοράς, μόνο το 1/10 αυτών έχουν προσφέρει τα δεδομένα τους δημόσια.

Ο διαμοιρασμός ανώνυμων δεδομένων ασθενών (για την προστασία της ιδιωτικότητάς τους) είναι απαραίτητος για μελέτες γνωστές ως μετα-αναλύσεις, οι οποίες συγκεντρώνουν τα δεδομένα από κλινικές δοκιμές για να εκτιμήσουν την ακρίβεια νέων και υπαρχόντων θεραπειών.

Οι φαρμακευτικές εταιρίες δε θα προσφέρουν δεδομένα σε άλλες φαρμακευτικές λόγω του ανταγωνισμού, οπότε αυτή η εργασία πρέπει να γίνει από ανεξάρτητους ερευνητές. Αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς δεδομένα και διαφάνεια.

Πέρα από τις μετα-αναλύσεις όμως, ο διαμοιρασμός των δεδομένων είναι απαραίτητος για να χρησιμοποιήσουν οι ερευνητές τα υπάρχοντα δεδομένα, να αναπαράγουν τις μελέτες και να πιστοποιήσουν τα αποτελέσματα, βοηθώντας στην ενδυνάμωση της εμπιστοσύνης του κοινού στην επιστήμη.

Παρόλο που οι μηχανισμοί βελτιώνονται στη διαφάνεια τα τελευταία πέντε χρόνια, τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν πως ένα σημαντικό ποσοστό καινοτόμων δοκιμών στην ογκολογία που οδήγησαν σε αντικαρκινικά φάρμακα, παραμένουν απρόσιτα σε πιστοποιημένους ερευνητές.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ εταιριών μπορεί να θέλει να κρύβουν τα δεδομένα τους, ωστόσο το κοινό περιμένει μεγαλύτερη διαφάνεια από τις φαρμακοβιομηχανίες που βγάζουν δισεκατομμύρια δολάρια. Φέρουν την ευθύνη, μαζί με τους κρατικούς μηχανισμούς, της διασφάλισης της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας νέων φαρμάκων. Ο πιο κοινός λόγος που οι φαρμακοβιομηχανίες αρνούνται να μοιραστούν τα δεδομένα των κλινικών δοκιμών, είναι η συνέχιση της μακροπρόθεσμης μελέτης των συμμετεχόντων.

Η συνέχιση της μελέτης είναι φυσικά απαραίτητη, αλλά δεν πρέπει να στέκεται εμπόδιο στο διαμοιρασμό σημαντικών δεδομένων που εμπλέκονται στην κυκλοφορία φαρμάκων για εκατομμύρια ανθρώπους.

Με την κυκλοφορία μόνο των συνοπτικών δεδομένων των δοκιμών, πλήττεται η αξιοπιστία των μετα-αναλύσεων επειδή οι ερευνητές δεν μπορούν να αμφισβητήσουν τα ωμά δεδομένα, τα οποία όπως στην περίπτωση του ivermectin, οδήγησαν σε εσφαλμένες μελέτες.

Μία μη σωστά ελεγμένη δοκιμή οδήγησε στη χορήγηση εκατομμυρίων δόσεων ενός πιθανώς αναποτελεσματικού φαρμάκου παγκοσμίως. Όταν τα δεδομένα άνοιξαν σε έναν πολύ βασικό αριθμητικό έλεγχο, η μελέτη κατέρρευσε μέσα σε μερικές εβδομάδες. Πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερη διαφάνεια σε καινοτόμες δοκιμές για να προστατευτεί η υγεία του κόσμου και για να διασφαλίσουμε πως οι συνεισφορές των συμμετεχόντων και των οικογενειών τους στις έρευνες θα φτάσουν το μέγιστο των δυνατοτήτων. Αν τα δεδομένα δεν είναι διαθέσιμα, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σωστά.

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο JAMA Oncology.