Η αρχή του πολιτισμού ίσως να μην έγινε όπως νομίζουμε  

Νέα αμφιλεγόμενη υπόθεση έρχεται στο φως

Η αρχή του πολιτισμού ίσως να μην έγινε όπως νομίζουμε

Η απαρχή του ανθρώπινου πολιτισμού έχει συνδεθεί άρρηκτα με τη γεωργία, καθώς όσο μεγάλωνε η παραγωγή, μεγάλωναν και οι πληθυσμοί και το εμπόριο. Το πλεόνασμα τροφής επέτρεψε τη δημιουργία ιεραρχιών, μικρών πόλεων, κρατών και τελικά την ύπαρξη μεγάλων πολιτισμών όπως η αρχαία Μεσοποταμία, η αρχαία Αίγυπτος και άλλοι. Τώρα όμως, οικονομολόγοι έρχονται να προσφέρουν μία νέα υπόθεση σύμφωνα με την οποία το πλεόνασμα τροφής δεν ήταν αρκετό για να οδηγήσει τη μετάβαση από κοινωνίες κυνηγών-συλλεκτών σε ιεραρχικά κράτη τα οποία ίδρυσαν τον πολιτισμό όπως τον ξέρουμε.

Μελετώντας σετ δεδομένων πολλών χιλιάδων ετών, διαπίστωσαν πως ακόμα κι αν υπήρχε πλεόνασμα τροφής από τη γεωργία σε ορισμένα μέρη, αυτό δεν οδηγούσε απαραίτητα σε περίπλοκες ιεραρχίες και κράτη που τροφοδοτούνταν από φόρους.

Η υπόθεση λέει πως μόνο όταν οι άνθρωποι ξεκίνησαν να καλλιεργούν τροφές οι οποίες μπορούσαν να αποθηκευτούν, να χωριστούν, να εμπορευθούν και να φορολογηθούν, ξεκίνησαν να παίρνουν μορφή οι κοινωνικές δομές. Και για αυτό το λόγο, σε κάθε ανεπτυγμένο πολιτισμό της εποχής βρίσκουμε σιτηρά όπως το σιτάρι και το ρύζι ως το κύριο προϊόν γεωργίας αντί για πατάτες ή γιαμ και άλλες ρίζες.

Η σχετική ευκολία αποθήκευσης σιτηρών, η υψηλή ενεργειακή πυκνότητά τους και η αντοχή τους ενίσχυσε την ικανότητα να διατηρήσουν την αξία τους, οδηγώντας στην ανάδειξη μίας ελίτ που βασιζόταν στους φόρους. Οι ρίζες σε αντίθεση ήταν πολυετείς και δε χρειαζόταν να θεριστούν σε συγκεκριμένη περίοδο, αλλά μόλις θερίζονταν χαλούσαν εύκολα.

Έτσι, ενώ οι ρίζες οδηγούσαν σε μεγαλύτερο βραχυπρόθεσμο κέρδος τους αγρότες, απέκλεισαν την οικονομική ανάπτυξη και την πιθανότητα δημιουργίας ενός οργανωμένου πολιτισμού με φορολογικό σύστημα.

Κοινωνίες βασισμένες σε γεωργία ριζών, δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν πέρα από ιεραρχίες τύπου αρχηγών, παρόλο που υπήρχε αρκετή τροφή για να ταϊστούν οι πάντες. Αντίθετα, πολιτισμοί όπως οι Μάγια στην Κεντρική Αμερική και οι Ίνκας στις Άνδεις, βασίζονταν σε σιτηρά. Ο τύπος της τροφής ήταν πιο σημαντικός από την ποσότητα που παραγόταν για την ανάπτυξη του πολιτισμού.

Ο τρόπος λειτουργίας αυτής της δομής είναι ο εξής. Αν οι επικεφαλής της κοινωνικής δομής συγκέντρωναν φόρους με τη μορφή σιτηρών από τους αγρότες οι οποίοι δεν είχαν πλεόνασμα φαγητού στα χέρια τους, τότε οι αγροτικές κοινότητες δε θα μπορούσαν να υποστηρίξουν μεγάλο πληθυσμό. Ως αποτέλεσμα, οι αριθμοί τους θα μειώνονταν, δημιουργώντας ένα πλεόνασμα τροφής για να αποδοθεί στις ανώτερες τάξεις. Αν οι αγρότες δεν προστάτευαν τις ανώτερες τάξεις, τότε και αυτές με τη σειρά τους δε θα προστάτευαν το αποθηκευμένο πλεόνασμα τροφής από τους ληστές.

Έτσι, καταλήγουμε πως με τη συμβατική θεωρία παραγωγής, οι αγρότες παράγουν μεν πλεόνασμα σε ιεραρχικές κοινωνίες, αλλά η θέση μας είναι πως αντί το πλεόνασμα να παράγει τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις, οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις παράγουν το πλεόνασμα με το οποίο μπορεί να αναπτυχθεί, μόλις δοθεί η ευκαιρία.

Χρησιμοποιώντας αυτά τα δεδομένα μπορέσαμε να δείξουμε πως οι περίπλοκες ιεραρχίες όπως τα κράτη, αναπτύχθηκαν σε μέρη με σοδιές σιτηρών. Παραδόξως, μέρη με πιο παραγωγικά εδάφη τόσο για σιτηρά όσο και για ρίζες, δεν είδαν τις ίδιες πολιτικές εξελίξεις.

Οι οικονομολόγοι ονομάζουν το φαινόμενο “η κατάρα της αφθονίας”, στο οποίο χωρίς ένα τύπο τροφής ο οποίος μπορεί να συλλεχθεί και να προστατευτεί από μία ανώτερη κοινωνική τάξη, δεν υπάρχει οργανωμένη κοινωνία που να κυβερνάται με νόμους. Τελικά, η εξάρτηση από σοδιές ριζών στέρησε την άνοδο των κρατών και την οικονομική ανάπτυξη από μέρη του κόσμου όπως τα νησιά του νότιου Ειρηνικού.

Τα δεδομένα μας δείχνουν πως όσο μεγαλύτερη ήταν η παραγωγή των σιτηρών σε σχέση με τις ρίζες, τόσο μεγαλύτερες οι πιθανότητες ανάδειξης μίας ιεραρχίας.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο Journal of Political Economy.