Hereditary Movie Review 

Η οικογενειακή θαλπωρή εκτοπίζεται για τα καλά από το "φάντασμα" του παρελθόντος και έναν ακαταμάχητο υπαρξιακό φόβο

Hereditary Movie Review

O ανερχόμενος στο χώρο της σκηνοθεσίας Ari Aster, σε συνεργασία με το A24, την εταιρεία παραγωγής του The Witch και του Split, επιχειρεί να αφηγηθεί με το Hereditary την δική του ιστορία τρόμου, έχοντας επηρεαστεί ομολογουμένως σε σημαντικό βαθμό από την μανιέρα του Roman Polanski στο Μωρό της Ρόζμαρι (1968) που συνιστά ορόσημο του συγκεκριμένου είδους θεαμάτων. Το αρχικό πέρασμα της Διαδοχής από το φεστιβάλ Sundance 2018 αποτέλεσε μία πρόγευση του σοκ που μπορεί να προκαλέσει σε έναν θεατή η κινηματογραφική εμπειρία του εν λόγω φιλμ, αφού δεν αγγίζει αλλά γδέρνει ευαίσθητες χορδές του ψυχισμού του δέκτη ειδικά όσον αφορά τον τρόπο που προσωποποιείται ο φόβος.

Το κουβάρι της υπόθεσης αρχίζει να ξετυλίγεται γύρω από την Annie (Toni Collette), μία diorama artist που ανακαλύπτει συνταρακτικές αλήθειες όσον αφορά το γενεαλογικό της δέντρο ύστερα και από τον θάνατο της μητέρας της, Ellen. Καθένας από την οικογένεια της ηρωίδας, συνειδητοποιεί βαθμιαία ότι στις ρίζες του παρελθόντος τους λανθάνει ένα πολύ ζοφερό μυστικό που σιγά σιγά πια ξεθάβεται. Τα μέλη της εστίας των Graham όσο περισσότερο αναζητούν απαντήσεις, τόσο πιο κοντά ζυγώνουν σ’ ένα απάνθρωπο πεπρωμένο το οποίο μοιάζει με επαχθές φορτίο που μεταβιβάζεται από τους προγόνους στα παιδιά τους. Στα θεμέλια του οίκου τους ξεφυτρώνουν τα αγκάθια μίας ανείπωτης τραγωδίας, η οποία θα φορέσει το ένδυμα μίας ανατριχιαστικά δυσοίωνης εκδοχής της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο Ari Aster μέσα από την δουλειά του αυτήν, προσπάθησε να πάρει το βάπτισμα του πυρός ως δημιουργός πετυχαίνοντας ναι μεν να χτίσει την βαριά, γοτθική, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα ενός αξιόμαχου θρίλερ, χωρίς ωστόσο να αποφύγει τις υπερβολές και κάποιες σεναριακές αστοχίες πάνω στον ενθουσιασμό του να εντάξει στο έργο του μπόλικους συμβολισμούς. Ο καλλιτέχνης αποπειράται να απομυθοποιήσει και να αποδομήσει το κοινωνικοπολιτικό οικοδόμημα της αμερικανικής οικογένειας προσθέτοντας το στοιχείο του μεταφυσικού το οποίο παίρνει την μορφή μίας αναπόδραστης και καταραμένης μοίρας, μίας μελανής αυτοεκπληρούμενης προφητείας η οποία τελικά αρθρώνεται μέσα από σκηνικά που αποπνέουν υπέρμετρη φρίκη και νοσηρότητα, ανοίγοντας παράλληλα την πόρτα στο άγνωστο και στο υπερπέραν.  Το απευκταίο μεταστοιχειώνεται σε έναν ζωντανό εφιάλτη όπου η κηδεία της ηλικιωμένης μητέρας της Annie καταλήγει να στέκει σαν φάρος θανάτου και μαγνήτης ανατριχιαστικών συμφορών για τους δρώντες.

Ως πυρήνας της ταινίας αποβαίνει ο παράγοντας του μακάβριου ο οποίος επιτείνει την έννοια του κινδύνου ο οποίος υποβόσκει στο θολό τοπίο που κυριαρχεί, αλλά δίνει και δυσανάλογες διαστάσεις όχι τόσο στον φόβο όσο στην ψυχοφθόρα φύση και την σκληρότητα ορισμένων συμβάντων, με το γεγονός της απώλειας και της συνακόλουθης οδύνης του πένθους να έχουν πάντα τον πρώτο λόγο. Επιπρόσθετα, παρατηρείται η επίμονη προσκόλληση του δημιουργού στην σκιά μίας δυσβάσταχτης κληρονομιάς που ακολουθείται από θλίψη, εμμονές και ενοχές, καταπίνοντας την ελεύθερη βούληση του ατόμου.

Βέβαια, μεταξύ άλλων εντοπίζονται και αρκετά σεναριακά κενά αφού υφίστανται πράγματα που παραμένουν κάπως μετέωρα όσον αφορά την πλοκή, με την παράμετρο του αποκρυφισμού να τοποθετείται λιγάκι άγαρμπα καθώς πλησιάζουμε στον επίλογο. Ενίοτε πάλι είναι σαν ανιχνεύει έντονα κανείς το λεγόμενο «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα» και ίσως η επανάληψή του σαν μοτίβο κάπου να κουράζει. Επιπλέον, η διάρκεια της ταινίας θα μπορούσε να είναι και πιο σύντομη από το δίωρο μέσα στο οποίο διαδραματίζονται τα τεκταινόμενα της χωρίς να προκύψει κάποιο ζήτημα όσον αφορά την συνοχή τους.

Πάντως, οφείλει να παραδεχτεί κανείς ότι η επιλογή του cast ήταν εξαιρετική αφού τόσο η Toni Collette ως μία μητρική φιγούρα που βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση όσο και οι υπόλοιποι συνάδελφοί της, δηλαδή ο Alex Wolff, η Milly Shapiro, η Ann Dowd και ο Gabriel Byrne, πλαισιώνουν υποκριτικά την πρωταγωνίστρια με εξίσου αξιόλογες ερμηνείες. Τα πανοραμικά πλάνα, οι γκρίζοι τόνοι, η εναλλαγή φωτός και σκοταδιού, και το ημίφως που πέφτει πάνω στις αυστηρές γεωμετρικές επιφάνειες του σπιτιού, συντείνουν στην εδραίωση ενός υποβλητικού περιβάλλοντος δράσης, κάτι που έρχονται να βελτιστοποιήσουν οι γωνίες λήψης της κάμερας, και η φωτογραφία του Pawel Pogorzelski σε συνδυασμό με την μουσική επιμέλεια από τον Colin Stetson. Ο μικρόκοσμος των Graham, η κατοικία τους θυμίζει και εκείνη με την σειρά της μία από τις μακέτες που κατασκευάζει η Annie, ένα κουκλόσπιτο, με τους ενοίκους του να φαντάζουν σαν βασανισμένα πιόνια στα χέρια ενός αδιόρατου και απόκοσμου ‘κακού’.

Με την τραγική πράξη του φινάλε, ο Ari Aster φιλοδοξεί τόσο πολύ να προκαλέσει, εξασφαλίζοντας ένα κρεσέντο γεμάτο ένταση, που όμως κάνει το κοινό να κλονίζεται και να ταλαντεύεται μουδιασμένο όσον αφορά αυτό που παρακολούθησε, με τον απόηχο του φιλμ να αφήνει μία απροσδιόριστη ενόχληση όπως το σύρσιμο των νυχιών πάνω σε μαυροπίνακα.

Οι γνωστές κινηματογραφικές αναφορές τρόμου που δανείζεται το Hereditary, από τη μία παραπέμπουν στην version ενός ασθμαίνοντος δράματος με ψυχαναλυτικές και κοινωνικοδυναμικές προεκτάσεις, και από την άλλη ενός μεταφυσικού θρίλερ με μυστικιστικά χαρακτηριστικά που μπορεί να πάει ένα βήμα παραπέρα όσον αφορά τέτοιου τύπου ανθολογίες της μεγάλης οθόνης, αλλά εξαιτίας της αμφισημίας, της οργανικής αυτής αντίφασης που εισάγει, το καθιστούν αμήχανο στο να εξηγήσει τον εαυτό του και να βρει το ίδιο πιο ξεκάθαρα την ταυτότητά του.

Βρείτε την ταινία στο IMDB

4 comment(s)