Blair Witch Review - Βόλτα στην παράνοια

Οι χειρότερες αμαρτίες είναι εκείνες που επιλέγουμε να ξεχάσουμε

Φαντάζομαι είναι λίγοι οι horror fans εκεί έξω που δεν γνωρίζουν την κλασική ταινία τρόμου του 1999, The Blair Witch Project. Ο τρομακτικός μύθος της μάγισσας που παραμονεύει στο δάσος κλέβοντας παιδιά, εξελίχθηκε με τα χρόνια από παραμύθι σε αστικό θρύλο, ριζώνοντας για τα καλά στις τοπικές ανά τον κόσμο λαογραφίες, τις οποίες οι ντόπιοι εξιστορούσαν με ανατριχιαστικές περιγραφές αποτρέποντας τα παιδιά τους να πηγαίνουν μόνα τους στο δάσος. Το πυκνό και δαιδαλώδες δάσος του Black Hills στο Burkittsville, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση κι έτσι η έμπνευση μιας ταινίας αφιερωμένη στη τρομερή μάγισσα ήταν απλά θέμα χρόνου. Η προώθηση της ταινίας The Blair Witch Project, ήταν ένα από τα πιο έξυπνα marketing τρικ απ’ όσα μπορώ μέχρι σήμερα να θυμηθώ, καθώς υπήρχε η φήμη πως όχι μόνο βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, αλλά όλη η ταινία είναι μια συρραφή των πραγματικών αμοντάριστων πλάνων, από μια ομάδα τριών κινηματογραφιστών, οι οποίοι χάθηκαν το 1994 στο δάσος του Burkittsville στο Maryland των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ έκαναν ντοκιμαντέρ για το μύθο της Blair Witch.

Μάλιστα, πριν την προβολή της ταινίας είχαν κυκλοφορήσει κάποια αφιερώματα με αποσπάσματα από τις ειδήσεις στην τηλεόραση, που ανέφεραν την εξαφάνισή τους, καθώς και από την αστυνομική ομάδα που τους έψαχνε. Εν τέλει το 1996, βρέθηκαν εντελώς τυχαία από κάποιους περαστικούς οι βιντεοκασέτες που είχαν γυρίσει. Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια έντονου debate για το αν είναι αληθινά τα πλάνα ή όχι μέχρι να αποκαλυφθεί πως όντος ήταν όλο ένα marketing τρικ. Το The Blair Witch Project ήταν μια ταινία που με budget μόλις $60.000, απέφερε κέρδος της τάξης των $248.6 εκατομμυρίων.

Την επιτυχία της ταινίας διαδέχτηκε το 2000, η survival horror τριλογία παιχνιδιών Rustin Parr, The Legend of Coffin Rock και The Elly Kedward Tale για PC, τα οποία επικεντρωνόντουσαν σε διαφορετικές πτυχές της ιστορίας γύρω απ’ τη μάγισσα, επεκτείνοντας τον τρομακτικό μύθο της. Ωστόσο, η αποδοχή από το κοινό ήταν χλιαρή, καθώς το μεγαλύτερο μέρος παικτών και κριτικών τα βρήκαν αρκετά μέτρια. Έκτοτε, τουλάχιστον όσο αφορά των χώρο των βιντεοπαιχνιδιών, ο μύθος της μάγισσας άρχισε να ξεχνιέται για να επανέρθει στην επικαιρότητα 19 χρόνια αργότερα, από την Bloober Team. Οι δημιουργοί των first person narrative horror παιχνιδιών Observer και Layers of Fear μας ξάφνιασαν ευχάριστα στην φετινή Ε3 με την απρόσμενη ανακοίνωση του Blair Witch. Το παιχνίδι είναι επίσης πρώτου προσώπου story-driven, βασισμένο στην ομώνυμη ταινία του ‘99.

Ωστόσο, αυτή τη φορά το στούντιο εστιάζει άρδην στον ψυχολογικό τρόμο, έχοντας σκοπό να μας κάνει να νιώσουμε την ανάσα της μάγισσας στο σβέρκο μας καθ’ όλη τη διάρκεια. Δεν θέλει απλά να μας τρομάξει, άλλωστε δεν μπορώ να πω ότι βρήκα τρομακτικό το παιχνίδι και για να είμαι ειλικρινής εκτός ότι δεν τρομάζω εύκολα, δεν μου είναι κιόλας αρεστές φθηνές πρακτικές όπως τα jumpscares. Ένα παιχνίδι τρόμου θέλω να έχει ατμόσφαιρα, απρόβλεπτο σενάριο και καλογραμμένο χαρακτήρα. Θεωρώ πως το τρίπτυχο αυτό είναι το Α και το Ω σε ένα ψυχολογικό παιχνίδι τρόμου που σέβεται τον εαυτό του και τους αποδέκτες στους οποίους απευθύνεται. Η Bloober Team αυτή τη φορά φαίνεται να το έχει πάρει πιο ζεστά το θέμα, όντας αποφασισμένη να κάνει ένα βήμα μπροστά εμβαθύνοντας στον ψυχολογικό τρόμο ακόμα περισσότερο, προσφέροντας μια αγχωτική εμπειρία που θα καθηλώσει τους παίκτες. Τα κατάφερε άραγε;

Η ιστορία του παιχνιδιού ξεκινά το 1996, όπου ο Peter, ένα νεαρό αγόρι εξαφανίζεται στο ίδιος δάσος δυο χρόνια μετά τα γεγονότα της ταινίας στο Burkittsville του Maryland των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι βιντεοκασέτες με τα αμοντάριστα πλάνα των τριών κινηματογραφιστών που χάθηκαν στο Black Hills Forest έχουν βρεθεί, ενώ η υπόθεση των ίδιων παραμένει ανεξιχνίαστη με τους ντόπιους να αναφέρονται σε αυτούς ως ακόμα μια ομάδα άμυαλων παιδιών που χάθηκαν απλά στο δαιδαλώδες δάσος. Πρωταγωνιστής στο Blair Witch είναι ο Ellis. Ένας πρώην ατιμασμένος στρατιωτικός και νυν αστυνομικός με ύποπτο παρελθόν, ο οποίος υποφέρει από μετατραυματική αγχώδης διαταραχή (PTSD) και αυτοκτονικές τάσεις.

Ο ίδιος παίρνει την πρωτοβουλία να ενωθεί με την υπόλοιπη ομάδα που προπορεύεται της έρευνας και μαζί με τον πιστό του σκύλο Bullet εισέρχεται στο λημέρι της μάγισσας αναζητώντας τα ίχνη του παιδιού, δράττοντας παράλληλα την ευκαιρία να εξιλεωθεί για τις αμαρτίες που τον κατατρέχουν. Ωστόσο, το ταραχώδες παρελθόν του και η ασταθής ψυχική του κατάσταση, θα μετατρέψουν τον ανυποψίαστο Ellis στο τέλειο θήραμα. 

Ομολογουμένως το σενάριο μπορεί να φαντάζει απλοϊκό, όμως δεν είναι τίποτα άλλο από τη βάση πάνω στην οποία το στούντιο έχει στήσει μια εξαιρετική πλοκή, που δεν έχει να κάνει τόσο με τον στόχο του πρωταγωνιστή, όσο με το να μας βάλει στη θέση της διαταραγμένης του προσωπικότητας, εξερευνώντας μια διαστρεβλωμένη πραγματικότητα που θα δοκιμάσει τα όρια της λογικής και της παράνοιας. Ο Ellis είναι ένας καλογραμμένος χαρακτήρας με πλούσιο background, απ’ το οποίο η Bloober Team άντλησε μπόλικο υλικό για τη δημιουργία ενός εφιαλτικού σκηνικού που κάνει τον παίκτη συνεχώς να αναρωτιέται. Υπάρχει πράγματι κάτι κακόβουλο στο δάσος που μας παρασύρει εκεί που θέλει ή είναι όλα παραισθήσεις ενός άρρωστου μυαλού; Το τρομακτικό της υπόθεσης δεν είναι κάποια οντότητα που βλέπουμε, αλλά η αίσθηση μιας κακόβουλης παρουσίας που νιώθουμε σε κάθε μας βήμα. Δεν είναι η μάχη με ένα τέρας που ξέρουμε ότι θα κάνουμε τα πάντα για να βγούμε νικητές, αλλά η πάλη της παράνοιας μέσα στο μυαλό μας που αψηφά τη λογική, κάνοντάς μας ανήμπορους να ξεχωρίσουμε τι είναι πραγματικό και τι όχι ή ποιος είναι στ’ αλήθεια το τέρας.

Είναι μια κατάσταση που δεν γίνεται αντιληπτή από την αρχή, αλλά εξελίσσεται καθώς παίζουμε ολοένα και περισσότερο. Η Bloober Team δείχνει πλήρη σεβασμό στο πρωτογενές υλικό, όμως καταρρίπτει τον μύθο της κλασικής μάγισσας ή για να το πω καλύτερα του κλασσικού «κακού», αντικατοπτρίζοντας έξυπνα τον συγκεκριμένο ρόλο πάνω στον ίδιο τον πρωταγωνιστή και κατ’ επέκταση στον παίκτη. Όπως το Silent Hill αντλεί δύναμη χρησιμοποιώντας  τους προσωπικούς δαίμονες του άτυχου που θα ακούσει το κάλεσμα και θα εισέλθει στη πόλη πλέκοντας τη προσωπική του κόλαση, έτσι κι εδώ το «κακό» επιστρατεύει τις Ερινύες που καταδυναστεύουν και βασανίζουν τη συνείδησή του Ellis. Και το στούντιο δε σταματά εδώ. Επεκτείνει κι’ άλλο, ακολουθώντας το δρόμο που χάραξε η σχολή του P.T., με την τελευταία 1,5 ώρα να αποτελεί ότι πιο άβολο και mindfuck έχω δει τελευταία σε βιντεοπαιχνίδι, μετά το Alan Wake.

Για να είμαι ειλικρινής οι πρώτες 2-3 ώρες από τις περίπου 5-6 που έκανα για να δω τίτλους τέλους, δεν μπορώ να πω ότι με εξιτάρισαν. Το pacing του παιχνιδιού μέχρι και περίπου στο πρώτο του μισό πάει εξαιρετικά αργά κι αργεί αρκετά να πάρει μπρος η μηχανή του. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι είναι βαρετό ή ότι δεν σε κάνει το σενάριο να θέλεις να δεις τι θα γίνει παρακάτω. Απλά μέχρι να μπεις στο νόημα και να καταλάβεις πως δουλεύουν οι μηχανισμοί του, χρειάζεται τον χρόνο του. Το παιχνίδι επίσης προσφέρει ελάχιστη βοήθεια στον παίκτη, ενώ το ανοιχτό περιβάλλον με τα λαβυρινθώδες μονοπάτια του δάσους, μπορεί να εκνευρίσουν τον παίκτη. Βέβαια ο αποπροσανατολισμός γίνεται επιτηδευμένα μέσα στο παιχνίδι εξού και η απουσία του χάρτη. Επίσης μιας και βρισκόμαστε στο 1996 οποιαδήποτε τεχνολογική βοήθεια εννοείται δεν υφίσταται. Τα μόνα που έχουμε πάνω μας είναι ένα κινητό παλαιού τύπου, έναν φακό, ένα walkie-talkie, μια βιντεοκάμερα και ένα σακίδιο στο οποίο τοποθετούμε όλα τα αντικείμενα που βρίσκουμε.

Όπως και στην ταινία, βρέθηκα πάμπολλες φορές να καταλήγω ακολουθώντας ένα μονοπάτι στο ίδιο σημείο ξανά και ξανά ή να επιστρέφω εκεί απ’ όπου είχα ξεκινήσει. Συνηθισμένος από άλλα παρόμοια παιχνίδια, είχα την εντύπωση πως αν ακολουθήσω ένα μονοπάτι θα με πάει εκεί που θέλει το παιχνίδι χωρίς να χρειάζεται να καταναλώσω φαιά ουσία. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν ισχύει στο Blair Witch. Αν δεν έχεις κοφτερή ματιά και δεν βάλεις ο ίδιος σημάδι μέσα στο δάσος, μπορεί να κάνεις αιώνια κύκλους. Το παιχνίδι θέλει να σε μπερδέψει και να σε κάνει να νιώθεις χαμένος και αβοήθητος. Ωστόσο αν έχεις υπομονή και είσαι λίγο παρατηρητικός δεν είναι ακατόρθωτο. Ο σχεδιασμός των επιπέδων έχει γίνει σαφώς με τέτοια προσοχή που όσο σε μπερδεύει, άλλο τόσο θα σου δώσει κάτι που θα σε κάνει να βρεις τον δρόμο σου. Μπορεί να είναι η μορφολογία του εδάφους, μια περίεργη κλίση σε ένα δέντρο, ένας βράχος, οι στοιβαγμένες πέτρες δίπλα στο ρυάκι ή τα περίεργα σήμα κατατεθέν του The Blair Witch Project, μυστήρια χειροτεχνήματα. 

Το Blair Witch σε ορισμένες περιπτώσεις μου θύμισε το Firewatch. Μέσα στη μοναξιά, την απομόνωση και το φόβο όταν τη νύχτα τα πράγματα έπαιρναν απρόσμενα τρομακτική τροπή, βρέθηκα αρκετές φορές σχεδόν εξαρτημένος από το walkie-talkie στην προσπάθειά μου να ακούσω την φωνή της υπόλοιπης ομάδας ή έστω να καλέσω στο κινητό (όταν υπήρχε σήμα) ακούγοντας την καθησυχαστική φωνή της γυναίκας του Ellis, Jess. Η αποπνικτική ατμόσφαιρα ακόμα και όταν ο ήλιος καταφέρνει να περνά από τις πυκνές φυλλωσιές του δάσους, κάνει ακόμα πιο έντονα την ανάγκη για επικοινωνία. Για καλή μας τύχη ένας από τους ρόλους του Bullet, του πιστού Γερμανικό ποιμενικό που έχουμε μαζί μας, είναι να γίνει η συναισθηματική μας άγκυρα. Για το λόγο αυτό, παίζει σημαντικό ρόλο πως θα του φερθούμε. Αν θα του προσφέρουμε το χάδι μας και θα του δώσουμε μια λιχουδιά ή αν θα τον μαλώσουμε και δε θα του δώσουμε σημασία.

Στην ουσία ο σκύλος είναι η μόνη μας ελπίδα για να βγούμε ζωντανοί από αυτόν τον εφιάλτη, γιατί εκτός ότι μας επαναφέρει στην πραγματικότητα όταν το μυαλό του ήρωα αρχίζει να διχάζεται, βρίσκει στοιχεία, μας δείχνει τον δρόμο αν πιάσει κάποια μυρωδιά, γρυλίζει όταν υπάρχει κίνδυνος και παίρνει μέρος στη μάχη αν μας επιτεθεί κάτι γαυγίζοντας προς τη μεριά της απειλής. Ωστόσο έχουμε μεγάλο μέρος της ευθύνης του. Ο Bullet, αν είμαστε καλοί μαζί του και του δείχνουμε την αγάπη μας, θα κάνει τα πάντα για να μας προστατέψει. Το ίδιο όμως θα πρέπει να κάνουμε κι εμείς για εκείνον.

Μέσω των διαθέσιμων εντολών έχουμε τη δυνατότητα να του πούμε να μη μας ακολουθήσει κάπου επικίνδυνα, να μείνει κοντά μας ή να ψάξει την περιοχή που είμαστε. Βέβαια όπως στα περισσότερα παιχνίδια με ζώα (βλ. The Last Guardian) ο σκύλος δεν είναι ρομπότ που θα καταλάβει αμέσως μια εντολή και θα την εκτελέσει. Αν για παράδειγμα δεν εντοπίσει μόνος του μια μυρωδιά ή δεν του δώσουμε να μυρίσει κάτι για να το ακολουθήσει, θα μας κοιτάζει (όπως και τα σκυλιά στην πραγματικότητα) γέρνοντας το κεφάλι του λοξά ή μπορεί να φέρει απλά ένα άχρηστο πλαστικό μπουκάλι για να παίξουμε μαζί του.

Η εξερεύνηση και συλλογή στοιχείων που θα μας φέρουν κοντά στα ίχνη του αγνοούμενου Peter, δεν είναι προφανώς τα μόνα στοιχειά που προσδιορίζουν το gameplay. Κατά τη διάρκεια της νύχτας θα έρθουμε αντιμέτωποι με φρικιαστικές οντότητες που παραμονεύουν στο δάσος χωρίς να διστάσουν να μας επιτεθούν. Η μορφή των πλασμάτων όμως δεν είναι ξεκάθαρη και κινούνται τρομερά γρήγορα για να προλάβουμε να ξεχωρίσουμε τι ακριβώς είναι. Η μόνη μας άμυνα είναι όπως στο Alan Wake ο φακός μας και φυσικά ο Bullet. Τα τέρατα κρύβονται πίσω από τα δέντρα ή έρχονται κατά πάνω μας με τη μορφή κύματος από τα σάπια φύλλα στο έδαφος.

Το μόνο που τους απωθεί είναι το φως απ’ τον φακό μας. Ακόμα κι έτσι όμως κινούνται με τέτοια ταχύτητα που είναι δύσκολο να εστιάσουμε για πολύ ώρα πάνω τους μέχρι να εξαφανιστούν. Για καλή μας τύχη ο Bullet γαβγίζει συνεχώς προς το μέρος που κρύβονται, βοηθώντας μας έτσι να τα εντοπίσουμε. Ωστόσο πάνω στην ένταση της μάχης συχνά απομακρύνεται από κοντά μας αναγκάζοντάς μας τόσο για τη δική μας όσο και για τη δική του ασφάλεια, να τον καλούμε να μείνει δίπλα μας. Αν και σε μικρότερη συχνότητα απ’ όσο θα ήθελα, μπορώ να πω ότι μου άρεσε αρκετά το άγχος και η ένταση της μάχης, όπως επίσης και η ανάγκη να έχω συνεχώς δίπλα μου τον Bullet. Νομίζω αυτή η εξάρτηση αποδόθηκε πολύ όμορφα στο παιχνίδι συμβάλλοντας ακόμα περισσότερο στο άγχος και στην αδρεναλίνη που αποφέρουν.

Η συμπλοκή βέβαια με τις οντότητες αυτές δεν απαιτεί πάντα να εμπλακούμε σε μάχες. Αντιθέτως αρκετές φορές, ειδικά μετά τη μέση του παιχνιδιού, θα χρειαστεί να επιστρατεύσουμε stealth τακτική για να επιβιώσουμε. Κι όταν λέω stealth, δεν εννοώ όπως γίνεται στα περισσότερα παιχνίδια απλά να αποφύγουμε το βλέμμα τους. Θα πρέπει και το δικό μας βλέμμα να αποφύγει άμεση επαφή μαζί τους. Το κλειδί για να καταφέρουμε κάτι τέτοιο είναι το night vision της βιντεοκάμερας που έχουμε μαζί μας. Τα πλάσματα ειδικά όταν υπάρχει περιορισμένη ορατότητα λόγω σκότους ή ομίχλης, η σιλουέτα τους ξεχωρίζει στη μικρή της οθόνη. Ωστόσο μη νομίζεται ότι θα σωθείτε απλά και μόνο κοιτάζοντας μέσα από την κάμερα αλά Project Zero. Όταν οι οντότητες είναι κοντά, ακόμα και μέσω της κάμερας θα πρέπει να κοιτάζουμε αλλού αν δεν θέλουμε να μας εντοπίσουν. Ο συγκεκριμένος μηχανισμός προσωπικά μου άρεσε υπερβολικά και έκανε τα επίπεδα άγχους μου να χτυπήσουν κόκκινο, πιο πολύ ακόμα κι όταν με κυνηγούσε ο τρελογιατρός στο Outlast!

Τα υπόλοιπα στοιχεία του gameplay έχουν να κάνουν με την επίλυση περιβαλλοντολογικών γρίφων του τύπου να βρούμε τα εξαρτήματα που θα κάνουν μια μηχανή να δουλέψει ή να βρούμε το κλειδί ή τον συνδυασμό που ανοίγει μια πόρτα ή μια κλειδαριά. Προσωπικά αυτό που μου άρεσε και βρήκα ενδιαφέρον ήταν η βιντεοκάμερα. Η χρήση της δεν έχει να κάνει μόνο με τον εντοπισμό των πλασμάτων.

Κατά της διάρκεια της περιπέτειάς μας θα βρούμε στο δρόμο μας διάφορες κασέτες που άλλες απλά μας δείχνουν κάποια γεγονότα που έχουν γίνει και άλλες έχουν την δυνατότητα να κάμπτουν την πραγματικότητα και να τραβούν έξω από την κάμερα αντικείμενα, καθώς επίσης και να γκρεμίσουν ή να χτίσουν την πρόσβαση εκεί που πριν δεν υπήρχε. Αν σας παραξενεύει αυτό και σκέπτεστε πως κολλάει ο συγκεκριμένος μηχανισμός με το υπόλοιπο παιχνίδι, να σας υπενθυμίσω πως βρίσκεστε μέσα στο μυαλό ενός ψυχικά διαταραγμένου ανθρώπου. Οπότε να είστε έτοιμοι να δείτε αρκετά στοιχεία που θα αψηφούν την πραγματικότητα.

Όσο αφορά τα γραφικά, δεν μπορώ να πω ότι με άφησαν εμβρόντητο ή ότι δεν έχω δει καλύτερα σε παρόμοιου τύπου παιχνίδι. Ωστόσο, είναι αξιοπρεπή και κάνουν καλά την δουλειά τους ως προς την πρόκληση ατμόσφαιρας. Από την άλλη το frame rate, ακόμα και στην έκδοση του Xbox One X που παίξαμε, ήταν απογοητευτική. Η Bloober Team άλλωστε είναι γνωστή και από τα προηγούμενα παιχνίδια για τον τεχνικό της τομέα που σε πιάνει πονοκέφαλος στις κονσόλες. Δυστυχώς όμως το «κακό» δεν σταματά εδώ. Το Blair Witch υποφέρει από αρκετά bugs, που ενώ τουλάχιστον στη δική μου περίπτωση μπορεί να μη διέκοψαν τη ροή ή να χρειάστηκε να ξαναφορτώσω κάποιο checkpoint, ήταν πράγματι ενοχλητικά σε κάποια σημεία. Προσωπικά εντόπισα πολλά προβλήματα στον Bullet. Κάποιες φορές κολλούσε στα δέντρα ή σε θάμνους αγνοώντας όσο τον φώναζα να έρθει κοντά μου.

Και καλά όταν δεν υπήρχε γύρω μια απειλή. Όταν υπήρχε όμως, ήταν άκρως εκνευριστικό και με οδήγησε κάμποσες φορές στον θάνατό μου. Βέβαια, κάνοντας μερικά μέτρα πίσω και πατώντας το κουμπί που τον φωνάζει, αυτός κατά ένα «μαγικό» τρόπο εμφανιζόταν δίπλα μου λύνοντας έτσι το πρόβλημα. Παρόλα αυτά σε γενικές γραμμές δεν αντιμετώπισα κάποιο σοβαρό πρόβλημα που να με επηρέασε αρνητικά. Φαντάζομαι δε, πως με κάποιο μελλοντικό patch θα φροντίσει το στούντιο γι’ αυτά. Στον ηχητικό τομέα έχει δοθεί η δέουσα προσοχή με χειρουργική θα έλεγα λεπτομέρεια. Μπορεί να μη διαθέτει κάποιο αξιομνημόνευτο theme, όμως οι ambient ήχοι του δάσους με τον αέρα, τα κλαδιά που σπάνε, ο κρότος από πέτρες που πέφτουν, τα ανατριχιαστικά τσέλα, οι βαριές ανάσες των τεράτων και οι ψίθυροι που σου τρυπούν το μυαλό (ειδικά αν παίξεις με ακουστικά όπως προτείνεται), πρόσθεσαν τα μέγιστα σε αυτή την εμπειρία.

Συνοψίζοντας : Οι δημιουργοί των Observer και Layers of Fear στη Bloober Team, αυτή τη φορά εστιάζουν πλήρως στον ψυχολογικό τρόμο, αφήνοντας στην άκρη φθηνές τακτικές επίκλησης τρόμου, όπως τα jumpscares. Δείχνουν σεβασμό στο πρωτογενές υλικό της ταινίας The Blair Witch Project, καταρρίπτοντας παράλληλα τον μύθο του κλασικού «κακού», αφού αντικατοπτρίζουν έξυπνα τον συγκεκριμένο ρόλο πάνω στον ίδιο τον πρωταγωνιστή και κατ’ επέκταση στον παίκτη. Το παιχνίδι δεν είναι απλά ένα ακόμα παιχνίδι τρόμου. Είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ, το οποίο αντλεί έμπνευση από γίγαντες της κατηγορίας όπως τα Silent Hill, Alan Wake και P.T. Δεν έχει να κάνει τόσο με τον στόχο του πρωταγωνιστή, όσο με το να μας βάλει στη θέση της διαταραγμένης του προσωπικότητας, εξερευνώντας μια διαστρεβλωμένη πραγματικότητα που θα δοκιμάσει τα όρια της λογικής και της παράνοιας. Παρά τα τεχνικά του προβλήματα, το παιχνίδι προσφέρει μια αληθινή, αγχωτική εμπειρία και με την προσθήκη του πιστού σκύλου εξερευνά ενδιαφέροντες μηχανισμούς, φέροντας στη επιφάνεια συναισθήματα που δύσκολα παρόμοια παιχνίδια καταφέρνουν. Μπορεί το πρώτο μισό να κινείται σε αργούς ρυθμούς, όμως η τελευταία 1,5 ώρα θα αποτελέσει ότι πιο άβολο και "mindfuck" έχετε δει τελευταία σε παιχνίδι της κατηγορίας. Οι horror fans εννοείται ότι δεν πρέπει να το χάσουν.
Box Art
Tested on : Xbox One
Developer : Bloober Team
Publisher : Bloober Team
Available for : Xbox One, PC
Release date : 03-09-2019

9 comment(s)