The Witcher 3: Wild Hunt - Review

Η επιστροφή του αντιήρωα...

Μόνο γκρινιάζουμε μου φαίνεται. Γκρινιάζουμε για τα λίγα παιχνίδια, για τα μικρά παιχνίδια, για τα “εξάωρα” παιχνίδια, χωρίς βάθος, χωρίς ουσία, χωρίς νόημα. Δε ξέρω για εσάς, αλλά εγώ μέσα σε λίγους μήνες έπαιξα Dragon Age: Inquisition, Bloodborne και τώρα παίζω The Witcher 3: Wild Hunt. Και λέω “παίζω”, γιατί το ότι έπεσαν οι τίτλοι τέλους, δε σημαίνει ότι πράγματι τελείωσα με ένα παιχνίδι που έχει περισσότερες από 200 ώρες περιεχομένου να σου προσφέρει. Στα της προαναφερθείσας γκρίνιας, εννοείται πως συγκαταλέγω και τον εαυτό μου, ο οποίος χρειάζεται πολλές φορές τα χαστούκια συνειδητοποίησης της γεροπαραξενιάς που τον πιάνει ώρες-ώρες. Βασικά, υπαίτια δεν είναι η γεροπαραξενιά -όχι τόσο τουλάχιστον. Είναι το γεγονός ότι τα γρανάζια του μάρκετινγκ και της αγοράς, έχουν φέρει το gaming κοινό σε τέτοια τροχιά που το κάνει να περιμένει τα “next-big-things” από μεγάλα ονόματα του χώρου, τους συνήθεις ύποπτους κολοσσούς που -σε αυτή τη γενιά τουλάχιστον- έχουν απογοητεύσει από την ανικανότητά τους να δώσουν αυτό το “κάτι” που ζητάνε οι gamers.

Η CD Projekt RED, ένα αναλογικά, μικρό στούντιο που εδρεύει στη Βαρσοβία της Πολωνίας, έρχεται για να αλλάξει λιγάκι τα δεδομένα. Δεν αναφέρομαι στα δεδομένα των βιντεοπαιχνιδιών αυτών καθαυτών, αλλά κυρίως της επιχειρησιακής σκακιέρας αυτού του μέσου. Με αργά, σταθερά και οργανωμένα βήματα, που πατούν ρεαλιστικά στο έδαφος και βασίζονται εξολοκλήρου σε αυτό που θέλει και ζητάει το κοινό, οι Πολωνοί κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα παντοδύναμο brand name, που κάθεται απειλητικά δίπλα σε “νονούς” του χώρου. Η σειρά The Witcher, από μία “έκπληξη”, αυτή τη στιγμή κουβαλάει στις πλάτες της κάτι πολύ μεγάλο. Πλάτες, οι οποίες υπενθυμίζω πως είναι πολωνικές. Ούτε αμερικανικές, ούτε αγγλικές, ούτε γαλλικές. Πολωνικές!

Στο The Witcher 3 ήμουν πάλι ο Geralt of Rivia, αυτός ο αντιήρωας, ο ειρωνικός, ο απότομος, ο επαγγελματίας γκριζομάλλης, ο οποίος αποτελεί μία από τις ωριμότερες φιγούρες της σύγχρονης gaming σκηνής. Λατρεύω την ωμότητα που περιβάλλει τις πράξεις του, τις βουτηγμένες στο μυαλό λέξεις του και τη γενικότερη αντίληψη που έχει για τον κόσμο γύρω του. Ο Geralt, λοιπόν, αυτή τη φορά βρίσκεται προς αναζήτηση της θετής κόρης του, της Ciri, η οποία έχει εξαφανιστεί χωρίς ίχνη. Από την άλλη, ένας σκοτεινός, δαιμονικός στρατός, ονόματι “Wild Hunt” (εξ ού και ο υπότιτλος του παιχνιδιού) βρίσκεται ήδη καθ' οδόν για τα Βόρεια Βασίλεια και αποτελεί τον πλέον σοβαρό εχθρό. Η ιστορία του τρίτου κεφαλαίου έρχεται απελευθερωμένη από την έντονη πολιτική ίντριγκα του Assassins of Kings και αυτό, κατ' εμέ, είναι θετικό, μιας και από ένα σημείο και μετά ο προκάτοχος του Wild Hunt ίσως να κούρασε μεγάλο μέρος του κοινού. Εδώ το σενάριο έρχεται σε δεύτερη μοίρα και τρέχει “δίπλα” και όχι “μπροστά” από την εμπειρία. Δε θέλω να σας τρομάξω. Υπάρχει μία πολύ ενδιαφέρουσα, με έντονες συγκινήσεις ιστορία, η οποία μάλιστα προς το τέλος κλιμακώνεται εξαιρετικά, ωστόσο οι Πολωνοί αποφάσισαν να δώσουν έμφαση στο προφανές στοιχείο που αναδεικνύει ένα τέτοιο RPG: τον κόσμο του.

Ας είμαστε αντικειμενικοί. Το The Witcher 2 αμιγώς open-world δεν το έλεγες. Ενώ υπήρχαν οι προθέσεις, διάφορα πράγματα κρατούσαν τον παίκτη εγκλωβισμένο σε ένα αρκετά στενό και γραμμικό μονοπάτι. Στο Wild Hunt είναι λες και οι Πολωνοί θύμωσαν με τους εαυτούς τους και αυτοτιμωρήθηκαν δημιουργώντας, όχι απλά έναν μεγάλο κόσμο, αλλά έναν αχανή, πνιγμένο σε περιεχόμενο χάρτη, ο οποίος είναι κατά 20% περίπου μεγαλύτερος από αυτόν του The Elder Scrolls V: Skyrim και αυτό νομίζω πως τα λέει όλα! Αυτή η “RPG συνειδητοποίηση” φέρνει στο franchise αυτό που εδώ και χρόνια ζητούσαν οι θασιώτες, δηλαδή περιεχόμενο που θα τους κάνει να μείνουν στον κόσμο του The Witcher περισσότερο. Βέβαια, το μέγεθος του χάρτη πολλές φορές παραείναι μεγάλο και “τραβηγμένο”, αλλά εξαλείφει μια για πάντα τη γκρίνια περί διάρκειας, έκτασης κλπ. Για τους τεμπέληδες έδωσε το fast travel -το οποίο όμως γίνεται μόνο μέσω signposts- και για τους πιο ταξιδιάρηδες έδωσε μέσα μεταφοράς, όπως είναι το αγαπημένο άλογο του Geralt που μάλιστα ακούει στα σφυρίγματα (αλά Red Dead Redemption) και εμφανίζεται άμεσα, όποτε ο γκριζομάλλης το χρειαστεί.

Ένας τόσο εκτενής χάρτης, πρέπει να είναι και γεμάτος με κουκκίδες, ώστε να δώσει το έναυσμα στον παίκτη να τον ανακαλύψει. Οι κουκκίδες μεταφράζονται, φυσικά, σε quests και δραστηριότητες και σε αυτόν τον τομέα το Wild Hunt είναι εντυπωσιακά επαρκές, ίσως και με περιττό περιεχόμενο. Το πολύ νόστιμο σε αυτή τη συνηθισμένη κατά τ' άλλα συνταγή, είναι το γεγονός ότι τα quests και κατ' επέκταση ο κόσμος, έχουν συνοχή. Δηλαδή, κάθε τι που κάνει ο Geralt, είτε ανήκει στη λίστα των κύριων, είτε στη λίστα των δευτερευουσών αποστολών, έχει επίπτωση στον κόσμο και τα αποτελέσματα τα γεύεται, τόσο με την καλή, όσο και την κακή έννοια. Το εν λόγω στοιχείο του Wild Hunt, θα έλεγα πως είναι το υγρό όνειρο του Peter Molyneux, ο οποίος καιρό τώρα οραματίζεται έναν τέτοιο, αλληλεπιδραστικό, ζωντανό και με συνοχή κόσμο. Να σημειώσω σε αυτό το σημείο, πως οι πρώτες ώρες του παιχνιδιού, μέχρι ο παίκτης να προσαρμοστεί με τη δομή και να διαπιστώσει ότι δεν περπατάει σε έναν χάρτη, που πάνω του απλά θα πρέπει να διαγράφει objectives λιστών, είναι από λίγο, έως αισθητά κοινότοπες.

Στην πορεία και αφότου οι πρώτες πράξεις αρχίζουν να ξεβράζονται στην επιφάνεια, το The Witcher 3 ξεδιπλώνει τις αρετές του. Αναμενόμενα, σε μία τέτοια δομή, ο παίκτης θα κληθεί να αντιμετωπίσει μία πληθώρα καθοριστικών επιλογών, ενώ μέσω μιας ιδιαίτερα έξυπνης διαδικασίας, αντλεί ύπουλα πληροφορίες από τις πράξεις του παίκτη (πάντα κατά προσέγγιση) από το προηγούμενο παιχνίδι, μιας και είναι αδύνατον (τουλάχιστον στις εκδόσεις των κονσολών) να μεταφερθεί το save από το Assassins of Kings.

Για να επιστρέψω λιγάκι στα quests, αυτό που βρήκα πραγματικά ως μία πολύ ευχάριστη προσθήκη και έρχεται σαν κερασάκι στην πολλών στρώσεων τούρτα της CD Projekt RED, είναι το κυνήγι μεγάλων τεράτων, το οποίο δεν αρκείται απλά στο “πήγαινε, σκότωσε και φέρε πίσω το κεφάλι”, αλλά πολλές φορές ο Geralt θα πρέπει να μάθει για αυτά, να ανακαλύψει τα τρωτά τους σημεία, να συλλέξει αντικείμενα που θα τον βοηθήσουν στη μάχη κλπ. Υπάρχει, επίσης, μία ντετέκτιβ φλέβα στον πρωταγωνιστή, που με τη βοήθεια της διαίσθησης που διαθέτει ως Witcher, μπορεί και ανιχνεύει στοιχεία που, είτε του δίνουν πληροφορίες, είτε καθορίζουν την αλήθεια, την οποία αργότερα μπορεί να χρησιμοποιήσει κατά ή υπέρ των περιστάσεων. Δε σας κρύβω πως σε κάποια σημεία, την εν λόγω διαδικασία τη βρήκα από λίγο έως πολύ γραφική και...noir, αλλά σε γενικές γραμμές είχε ενδιαφέρον.

Στις υπόλοιπες δραστηριότητες, ο Geralt θα επισκεφτεί ταβέρνες, να πιει, να συνομιλήσει, να παίξει, να...ζυμωθεί με γυναίκες, να τσακωθεί ή απλά να περάσει την ώρα του, θα αγοράσει όπλα και πανοπλίες, τα οποία σαφώς και μπορεί να αναβαθμίσει, θα κατασκευάσει ο ίδιος του -μέσω παραγγελίας δηλαδή- δικά του αντικείμενα και γενικά θα κάνει ότι κάνουν οι πρωταγωνιστές των μεγαλύτερων σύγχρονων RPG. Ως The Witcher, ο τίτλος δίνει και αυτή τη φορά έμφαση στην αλχημεία, η οποία μπορεί να είναι από απλή, έως τρομερά πολύπλοκη (τα ίδια ισχύουν και για το crafting βεβαίως). Όσον αφορά το skill tree -το οποίο, μαντέψτε, γεμίζει με πόντους που μαζεύονται από το level up- υπάρχουν μερικές προσθήκες στο χτίσιμο του χαρακτήρα, ωστόσο δε νομίζω να χρειάζεται να ξοδέψω λεπτά από τη ζωή σας για να περιγράψω πράγματα που οι περισσότεροι ξέρετε ότι θα συναντήσετε σε παιχνίδι τέτοιου βεληνεκούς. Αρκεί νομίζω αν πω πως το RPG στοιχείο είναι πλούσιο και πληρέστατο.

Και περνάω στο gameplay. Εδώ το The Witcher 3 έχει απλοποιηθεί αισθητά και έχει γίνει σαφέστατα πιο γρήγορο και άμεσο. Μπορεί ο Geralt να είναι γηραιότερος, αλλά οι κινήσεις του μοιάζουν πιο αθλητικές από ποτέ. Οι αλληλουχίες των επιθέσεων έχουν και αυτές συντομεύσει, τόσο που κάνει τον παίκτη να νιώθει ότι έχει περισσότερο τον έλεγχο της μάχης, απ' ότι στο παρελθόν. Βάθος συνεχίζεται να δίνεται στη μάχη μέσω των Signs, των μαγειών δηλαδή που έχει στη διάθεσή του ο κυνικός Witcher, τα οποία μάλιστα μπορούν να εξελιχθούν και να προσθέσουν ακόμη περισσότερα στο σύνολο. Δεν πρέπει, επίσης, να ξεχάσω να αναφέρω τα potions και τα εκρηκτικά που και αυτά συμβάλλουν τα μέγιστα στο να νιώθει ο παίκτης πως ένα καλό σπαθί και μια καλή πανοπλία, δεν είναι αρκετά, οπότε μπαίνει πάντα στη διαδικασία να πειραματίζεται με τις πολλές επιλογές που του δίνονται. Σε γενικές γραμμές, όμως, το σύστημα μάχης του The Witcher 3, όπως και των δύο προηγούμενων προκατόχων του, δεν είναι κάτι που συγκλονίζει και σίγουρα δε θα έλεγα πως είναι το δυνατό του σημείο. Απλά λειτουργεί και σπανίως ενοχλεί για κάτι.

Αυτό που προσωπικά με απογοήτευσε στο παιχνίδι των Πολωνών και περίμενα πιο προσεγμένη δουλειά, είναι στην κίνηση του Geralt στο χώρο και γενικότερα στο χειρισμό. Δε μπορώ να προσδιορίσω 100% τι είναι αυτό που με κάνει να νιώθω μία ελαφριά δυσφορία όταν παίζω, αλλά με βεβαιότητα μπορώ να πω πως κάτι δεν έχει γίνει σωστά. Λίγο οι σπασμωδικές κινήσεις, λίγο το γεγονός ότι ο χαρακτήρας έχει βαρύνει κατά την κίνηση, λίγο το μέτριο collision detection, συμβάλλουν στο να κάνουν τη ζωή του παίκτη ελαφρώς πιο δύσκολη, ειδικότερα σε στενούς χώρους. Προσπαθήστε να ανεβείτε, τρέχοντας, μία ξύλινη στενή ράμπα ενός κτηρίου και θα καταλάβετε ακριβώς εννοώ. Έχω την εντύπωση πως οι δημιουργοί προσπάθησαν παραπάνω απ' ότι απαιτούσε η περίσταση στο να κάνουν τον Geralt πιο “ανθρώπινο” στην κινησιολογία του (άλλωστε πλέον πηδάει εμπόδια, κολυμπάει, σκαρφαλώνει κ.α), αλλά εν τέλει χάλασαν κάτι που δούλευε πολύ καλύτερα στα προηγούμενα παιχνίδια της σειράς.

Το The Witcher 3 προωθήθηκε, επιτηδευμένα και μη, ως το επόμενο “killer app” όσον αφορά τα γραφικά. Κατ' εμέ, τέτοιες στάμπες καλά θα κάνουν να μπαίνουν σε παιχνίδια με επιφανειακές εμπειρίες και όχι σε δημιουργίες με βάθος, χαρακτήρα και μεράκι. Παρόλα αυτά, ο τίτλος τιμάει και αυτά τα παντελόνια που του φόρεσαν, μιας και σε γενικές γραμμές παραδίδει μία ουσιαστικά όμορφη οπτική εμπειρία. Τα γραφικά είναι υπέροχα, απ' όποια πλευρά κι αν τα κοιτάξεις, οι λεπτομέρειες αρκετές για να καλύψουν όλων των ειδών τις ανάγκες, ενώ το εντυπωσιακότερο κατά την άποψή μου χαρακτηριστικό είναι το πόσο ζωντανός και μεταβαλλόμενος δείχνει ο κόσμος. Σε αυτό βοηθάει και ο πραγματικού χρόνου κύκλος νύχτας-μέρας, που σε συνάρτηση με τους εξωφρενικά όμορφους φωτισμούς, χαρίζουν έναν πρωτόγνωρο φωτορεαλισμό. Λάτρεψα το γεγονός ότι κάθε μικρό φυλλαράκι χορεύει στο ρυθμό του ανέμου, λάτρεψα τα physics στο νερό, το τεράστιο draw distance και τα πλούσια σε πολύγωνα μοντέλα των χαρακτήρων. Ωστόσο, αυτό που λάμπει στο The Witcher 3 είναι ο κόσμος του. Τοποθεσίες που μαγνητίζουν, με μεγάλη ποικιλία και ευάλωτες σε καιρικά φαινόμενα. Ίσως ο πειστικός κόσμος που έχω δει μέχρι σήμερα σε βιντεοπαιχνίδι.

Τα ωραία που αναφέρω παραπάνω, δεν αναιρούν ωστόσο ότι στο παιχνίδι είδα και κάποια πράγματα που δε μου άρεσαν. Για να είμαι πιο σαφής, στην κατοχή μου είχα την pre-release review έκδοση για το PlayStation 4 (στην οποία βασίστηκε και η παρουσίαση) και την τελική έκδοση για το Xbox One. Καταρχάς, στο PS4 υπάρχει έντονο και ενοχλητικό -σε σημεία- framedrop, ενώ υφίσταται και tearing της οθόνης. Στο Xbox One αυτά τα φαινόμενα δεν υπάρχουν, το framerate είναι ομαλό -με εξαίρεση μερικές πολύ λίγες εξαιρέσεις- και γενικά ο τίτλος τρέχει καλύτερα. Ωστόσο, θα πρέπει να αναφέρω δύο πολύ σημαντικά στοιχεία. Πρώτον, στο Xbox One το The Witcher 3 τρέχει σε 900p ανάλυση, η οποία είναι σε σημεία αισθητή σε σχέση με τα 1080p του PS4 και δεύτερον, η έκδοση του Xbox που είχα στα χέρια μου ήταν η τελική, ενώ στο PS4 ήταν review κώδικας.

Από την άλλη, η CD Projekt RED έχει υποσχεθεί ότι την ημέρα κυκλοφορίας ο τίτλος θα συνοδευτεί από ένα μεγάλο patch το οποίο θα διορθώσει πολλά από τα τεχνικά προβλήματα του τίτλου (framedrops, bugs, glitches κλπ). Αν ρίξουμε μία γρήγορη ματιά στο παρελθόν, θα διαπιστώσουμε πως γενικότερα η εταιρία δεν υπόσχεται πράγματα που δε θα κάνει, οπότε το patch -φυσιολογικά- θα βελτιώσει πράγματι την κατάσταση. Τέλος, οφείλω να ομολογήσω πως περίμενα περισσότερα και από το πεντάγραμμο του Wild Hunt. Όχι ότι η μουσική δεν είναι ωραία, ποιοτική και ταιριαστή στις συνθήκες, αλλά ήθελα κάτι πιο ιδιαίτερο που θα μένει εντονότερα στο αφτί.

Συνοψίζοντας : Το Wild Hunt επενδύει πολλά περισσότερα στην αργή σύνδεση με τον παίκτη, παρά στον γρήγορο, ρηχό και “παιδικό” ενθουσιασμό. Και νομίζω πως ήταν αυτό που χρειαζόταν η σειρά. Ένα παιχνίδι που θα σου παρέχει πλούσιο περιεχόμενο, σωστούς RPG μηχανισμούς και έναν διαδραστικό, ζωντανό και πειστικό κόσμο. Οι Πολωνοί, αν και δεν το χρειάζονταν, έχτισαν και πάλι τη σχέση τους με το κοινό, κομμάτι-κομμάτι, από την αρχή. Ο τίτλος ξεκινάει χλιαρά, προβάλλοντας τα απολύτως βασικά και στην πορεία ξεδιπλώνει τις όμορφες αρετές του. Αν το καλοσκεφτείτε, θέλει κότσια να αλλάζεις τόσο ριζικά την όλη φιλοσοφία και αρχιτεκτονική μιας σειράς που αγαπήθηκε. Θέλει θάρρος να δίνεις ένα τέτοιο παιχνίδι, που βασίζει τα πάντα στην μακροπρόθεσμη ενασχόληση, σε ένα κοινό που περιμένει να του “φύγουν τα σαγόνια” όταν βάλει το δισκάκι στην κονσόλα. Αυτό σημαίνει ότι εκεί στη Βαρσοβία, κάποιοι δεν επαναπαύονται και σίγουρα δεν κολυμπούν σε μπανιέρες με ροδοπέταλα. Έχουν μεράκι, έχουν όρεξη για δουλειά, έχουν στόχο και πολύ καλά θα κάνουμε εμείς να τους δώσουμε την αναγνωρισιμότητα και τα εύσημα που τους αξίζουν.
Box Art
Tested on : PS4
Developer : CD Projekt RED
Publisher : Bandai Namco
Available for : PC, PS4, Xbox One
Release date : 2015-05-19

90 comment(s)