A Plague Tale: Innocence Review - Ένα εφιαλτικά πανέμορφο παραμύθι

Που αναμιγνύει την ιστορία με το μεταφυσικό

Το A Plague Tale: Innocence μας έρχεται από το Γαλλικό Asobo Studio, το οποίο στο παρελθόν έχει αναπτύξει παιχνίδια που αφορούσαν κυρίως κινηματογραφικές μεταφορές animation ταινιών της Pixar, όπως τα Ratatouille, WALL-E, Up και Toy Story 3. Το μικρό στούντιο, εμπνευσμένο από το The Last of Us και Brothers: A Tale of Two Sons, βουτά για πρώτη φορά μετά το Fuel του 2008 στα βαθιά νερά και μας προσφέρει τον δικό του original τίτλο, στοχεύοντας σε μια μοναδική story-driven περιπέτεια με ανάλαφρους RPG μηχανισμούς, έμφαση στο stealth και στην έξυπνη μάχη.

Τελευταία βλέπουμε μικρά studio να κάνουν γενναία βήματα μπροστά, κλείνοντας τα μάτια σε αυτό που η πλειοψηφία ορίζει ως αντιεμπορικό. Σε άλλα βγαίνει σε άλλα όχι. Αν όμως ένα μικρό στούντιο έχει να χάσει πολλά περισσότερα από ένα αναγνωρίσιμο κολοσσό, μήπως τελικά το αξιοθαύμαστο αυτό άλμα πίστης γίνει το έναυσμα που θα ξυπνήσει τους γίγαντες που έχουν επαναπαυθεί στις δοκιμασμένες και σίγουρες δάφνες τους; Η Asobo η αλήθεια είναι ότι στοχεύει ψηλά. Το A Plague Tale: Innocence είναι ένα παιχνίδι που θέλει να μιλήσει στις καρδιές των παικτών και να τους κάνει να το αγαπήσουν. Το κατάφερε άραγε;

Η ιστορία του παιχνιδιού λαμβάνει μέρος στη μεσαιωνική Γαλλία του 14ου αιώνα και συγκεκριμένα στο 1348, όπου ο εκατονταετής πόλεμος μεταξύ Άγγλων και Γάλλων έχει ήδη ξεσπάσει, ενώ η μαύρη πανώλη ή όπως έμεινε γνωστή στην ιστορία «Μαύρος Θάνατος», χτυπά την πόρτα της χώρας. Η επιδημία εξαπλώνεται με ταχύτατους ρυθμούς μέσω των ποντικιών, τα οποία ως φορείς σπέρνουν το θάνατο σε εκατομμύρια ανθρώπους και ζώα, είτε μολύνοντας είτε καταβροχθίζοντας τα πάντα στο πέρασμά τους.

Η παντελής έλλειψη γνώσεων των γιατρών που αντλούσαν γνώση από την αστρολογία, το μεταφυσικό και τις δεισιδαιμονίες, προτείνοντας λύσεις όπως η αφαίμαξη, καθώς και η εκκλησία, η οποία ανήμπορη να βοηθήσει εξαπέλυσε την ιερά εξέταση σε ένα μάταιο και καταστροφικό κυνήγι μαγισσών στηριζόμενη στη δαιμονολογία και τις προκαταλήψεις, οδήγησαν την Γαλλία και κατ’ επέκταση την Ευρώπη στις πιο μαύρες στιγμές τις ιστορίας της, με συνέπεια να χαθεί το ένα τρίτο του πληθυσμού της. Σε αυτό το ζοφερό περιβάλλον των δέκα περίπου ωρών, η Amicia και ο Hugo de Rune, δυο νεαρά αδέρφια μιας ευκατάστατης οικογένειας θα κληθούν να αφήσουν πίσω την αθωότητά τους και να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα προκειμένου να επιβιώσουν.

Η οικογένεια de Rune ωστόσο δεν είναι μια συνηθισμένη οικογένεια. Εδώ και αιώνες κρύβει το μυστικό της κατάρας του αίματος που περνά από γενιά σε γενιά. Σύμφωνα με αυτή ένα μέλος της γίνεται κάθε φορά ο φορέας μιας υπερφυσικής δύναμης, η οποία όπως γράφει η προφητεία που είναι γνωστή στους κύκλους της εκκλησίας, είναι ικανή να προκαλέσει την καταστροφή της ανθρωπότητας ή τη σωτηρία της.

Ο Hugo όντας ο φορέας της κατάρας στη παρούσα γενιά, πέρασε τη ζωή του απομονωμένος στην έπαυλη της οικογένειας όπου η αλχημίστρια μητέρα του αφιερώθηκε εξολοκλήρου στο να βρει τη θεραπεία και να απαλλάξει τον μικρό γιο της από το βάσανο και τους κινδύνους αυτής της ευθύνης. Η ήρεμη ζωή τους όμως διαταράσσεται όταν ο καρδινάλιος τυφλωμένος από τη δύναμη της εξουσίας και πεπεισμένος ότι εκτελεί θεϊκό έργο, διατάσσει την ιερά εξέταση να επιτεθεί στην έπαυλη των de Rune και να απαγάγει τον εξάχρονο Hugo με σκοπό να σφετεριστεί τη δύναμή του και να σώσει, όπως ο ίδιος πιστεύει, την ανθρωπότητα από τα δεινά.

Κόστος αυτής της παράνοιας είναι να δολοφονήσει όλη την οικογένεια και το προσωπικό της, αναγκάζοντας την Amicia και τον Hugo -οι οποίοι δεν έχουν ιδέα για τη κατάρα της οικογένειας- να τραπούν σε φυγή και να αναζητούσουν ύστερα από την ύστατη συμβουλή της μητέρας τους τον αλχημιστή που συνεργαζόταν για τη θεραπεία της «αρρώστιας» του Hugo ώστε να τον βοηθήσει. Η Amicia κυνηγημένη από την ιερά εξέταση, τους Άγγλους στρατιώτες, τα ασταμάτητα σμήνη αρουραίων που έχουν κατακλύσει τα πάντα και την απειλή της μαύρης πανώλης, θα αναλάβει ως μεγαλύτερη τη προστασία του μικρού αδερφού της. Τα δυο παιδιά ερχόμενα πρόσωπο με πρόσωπο με τη βαναυσότητα του νέου κόσμου θα μάθουν παλεύοντας στις αντίξοες αυτές συνθήκες και ενάντια σε όλα τα εμπόδια να εμπιστεύονται το ένα το άλλο εκθέτοντας παράλληλα το σκοτεινό μυστικό.

Τα δυο αδέρφια ωστόσο δεν θα είναι μόνα τους. Στο δρόμο τους θα προστεθούν νέοι χαρακτήρες, οι οποίοι ο κάθε ένας με τις δυνατότητές του, θα τους βοηθήσουν στο μακρύ και δύσκολο αυτό ταξίδι, όπως ο μικρός μαθητευόμενος αλχημιστής Lucas, τα ορφανά αδέρφια κλεφτών Mellie και Arthur, καθώς και ο γιος του blacksmith, Rodrick. Η παρέα των ανήλικων χαρακτήρων είναι καλογραμμένη και η εξέλιξή τους δημιουργεί τους απαραίτητους δεσμούς ώστε να μας κάνει να νοιαστούμε. Η μεγαλύτερη βέβαια βαρύτητα όπως είναι αναμενόμενο επικεντρώνεται στη σχέση της Amicia και του Hugo. Η Amicia μπορεί να είναι μεγαλύτερη, όμως δεν έχει ιδέα πώς να φερθεί ή να προστατέψει τον μικρό αδερφό της, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά της απέναντί του ώρες-ώρες να διακατέχεται από ξεσπάσματα που επηρεάζουν τον μικρό και τη σχέση τους. Ωστόσο, το ένστικτο της επιβίωσης και η αγάπη που βλέπουμε να χτίζεται και να ανθίζει μεταξύ τους μέσα στη μαυρίλα και την αποσύνθεση του περιβάλλοντος καθώς η ιστορία εξελίσσεται, είναι το δυνατότερο χαρτί του παιχνιδιού και ευτυχώς η Asobo studio το έχει διαχειριστεί άριστα αφήνοντας στην άκρη φθηνές τακτικές που προκαλούν συναίσθημα.

Η αφέλεια του μικρού μπροστά στον κίνδυνο και η αμηχανία της Amicia να διαχειριστεί τα εμπόδια που παρουσιάζονται διατηρώντας όσο μπορεί την παιδικότητά του ασφαλή, λέγοντας αλήθεια ή ψέματα τις περισσότερες φορές, μας βάζει για τα καλά στο ρόλο του κηδεμόνα και μας μεταδίδει στο μέγιστο βαθμό την ψυχοσύνθεσή της. Μπορεί κάποιες στιγμές ο μικρός να αντιδρά σαν κακομαθημένο και να μην μας ακούει, όμως υπάρχουν και κάποιες στιγμές όπου οι αφελείς ερωτήσεις και αντιδράσεις του είναι σαν μαχαίρι στη καρδιά που μας το έκαναν αδύνατο να μην τον συμπαθήσουμε.

Όσο καλογραμμένοι όμως είναι οι κεντρικοί χαρακτήρες, τόσο ρηχοί και μονοδιάστατοι είναι οι «κακοί» της ιστορίας. Δυστυχώς αυτοί αποτελούν καρικατούρες και στερεότυπα με προβλέψιμες τροπές τόσο ως προς την προσωπικότητά τους όσο και στην ίδια την ιστορία. Δε με ενόχλησε ιδιαίτερα, απλά όταν ένα παιχνίδι δίνει τόσο βάρος στην ιστορία και τους χαρακτήρες του περιμένεις να κάνει το ίδιο για όλους.

Το A Plague Tale: Innocence στον πυρήνα του είναι ένα γραμμικό παιχνίδι επιβίωσης που βασίζεται αρκετά στην stealth τακτική και στην καλή εκμάθηση των ικανοτήτων. Εύλογα τα δυο αδέρφια, εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας τους και όντας μαθημένα σε άλλου είδους ζωή, δεν έχουν γνώσεις μάχης. Με αυτόν τον τρόπο η Asobo μας καλεί να γίνουμε εφευρετικοί και να προσεγγίζουμε προσεκτικά τις καταστάσεις, αποφεύγοντας όσο γίνεται τη μάχη. Η Alicia το μόνο «όπλο» που έχει στη κατοχή της να αμυνθεί είναι η σφεντόνα, την οποία έχει μάθει να χρησιμοποιεί από τις εξορμήσεις που έκανε στο δάσος με τον πατέρα της για κυνήγι.

Αρχικά είχα τις αμφιβολίες μου στο κατά πόσο διασκεδαστική θα ήταν μια σφεντόνα ή στο κατά πόσο σαν όπλο μπορεί να εξελιχθεί ώστε να μη γίνεται μονότονο το combat στοιχείο του παιχνιδιού. Ευτυχώς όσο προχωρούσα το παιχνίδι διαπίστωσα πως έχει δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο combat system. Ο μικρός Lucas που έρχεται αργότερα στη παρέα των δυο παιδιών, μας βοηθά με τις στοιχειώδεις γνώσεις αλχημείας που διαθέτει να την αναβαθμίσουμε και να τη μετατρέψουμε σε ένα αρκετά ισχυρό και θανατηφόρο όπλο, μέσω των υλικών που συγκεντρώνουμε.

Οι πέτρες που μαζεύουμε ουσιαστικά αποτελούν τη βάση για κάθε τεχνοτροπία και σε συνδυασμό με τα «μαγικά» κόλπα του Lucas που θα κάνουμε, ανοίγεται μια ικανοποιητική γκάμα επιλογών στη διάθεσή μας. Θα μπορούμε για παράδειγμα να ανάψουμε ή να σβήσουμε φωτιές, να αναγκάσουμε με μια τοξική ουσία τον εχθρό να αφαιρέσει το κράνος του ώστε να είναι τρωτός στις επιθέσεις μας, να προσελκύσουμε τους αρουραίους σε ένα σημείο ή να τους στείλουμε σε έναν εχθρό και τέλος να δημιουργήσουμε ισχυρές πηγές φωτός που θα τους απομακρύνουν από κοντά μας αν μας επιτεθούν.

Δεν είναι κάτι πρωτοποριακό, κάτι σύνθετο ή κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί να γίνεται σε άλλα παιχνίδια με άλλα όπλα όπως για παράδειγμα τα τόξα, άλλωστε το κυκλικό UI κατασκευής εξοπλισμού θα θυμίσει σε αρκετούς το αντίστοιχο του Horizon: Zero Dawn. Ωστόσο με εντυπωσίασε η εφευρετικότητα του στούντιο και ο τρόπος με τον οποίο αξιοποίησε την ιστορία για να το πετύχει.

Ο Hugo ως μικρό παιδί αντιδρά ρεαλιστικά μπροστά στη φρίκη και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την Amicia. Όταν για παράδειγμα εκείνη απομακρύνεται αρκετά από κοντά του αφήνοντάς τον για λίγο μόνο του, εκείνος πανικοβάλλεται κι αρχίζει να φωνάζει. Αυτό μας αναγκάζει να τον έχουμε συνεχώς από κοντά, γιατί οι φωνές του προσελκύουν τους εχθρούς. Υπό διαφορετικές συνθήκες θα με εκνεύριζε κάτι τέτοιο. Ο Hugo όμως εκτός ότι είναι αξιαγάπητος δεν είναι αυτό που λέμε το «βαλιτσάκι» που σέρνουμε μαζί μας για το οποίο θα πρέπει να βρίσκουμε τρόπους να τον κάνουμε να μας ακολουθήσει ή να σκεφτούμε εναλλακτικές διαδρομές όπως συμβαίνει στα περισσότερα παρόμοια παιχνίδια με δυο χαρακτήρες.

Αντιθέτως μένει πάντα κοντά μας χωρίς να μας κάνει τη ζωή δύσκολη και μάλιστα προσφέρει κι ο ίδιος σημαντική βοήθεια. Το μικρό του μέγεθος μπορούμε να το αξιοποιήσουμε προς όφελός μας στέλνοντάς τον σε στενά ανοίγματα σε τοίχους ή σε παράθυρα ανοίγοντάς μας το δρόμο για να προχωρήσουμε παρακάτω. Αργότερα βέβαια σε κάποια κεφάλαια που θα έχουμε τον έλεγχό του, θα έχει και ο ίδιος τα δικά του abilities, όμως αυτά καθώς και ο τρόπος με τον οποίο θα τα αποκτήσει είναι κάτι που θα πρέπει να το ανακαλύψετε μόνοι σας.

Το stealth στοιχείο βέβαια, παρά το διασκεδαστικό combat system, παραμένει το βασικότερο όλων. Όπως συνηθίζεται στα περισσότερα stealth παιχνίδια, έτσι κι εδώ θα έχουμε τη δυνατότητα να κρυβόμαστε σε ψηλά χορτάρια ή πίσω από αντικείμενα αποσπώντας τη προσοχή των εχθρών ρίπτοντας πέτρες ή βάζα, με σκοπό να τους βγάλουμε από τη μέση. Αυτό το πετυχαίνουμε είτε πηγαίνοντας πίσω τους αθόρυβα αφήνοντάς τους αναίσθητους ή πετώντας τους πέτρες ως άλλος Δαβίδ στο μέτωπο. Εξαίρεση αποτελούν τα λιγοστά boss που θα συναντήσουμε, τα οποία απαιτούν να στοχεύσουμε σε συγκεκριμένα σημεία. Ούτε εδώ όμως η Asobo ανακαλύπτει τον τροχό, μιας και το σύστημα απόκρυψης είναι τόσο απλοϊκό όσο ακούγεται.

Η χαμηλή επίσης νοημοσύνη της A.I. δεν βοηθά ιδιαίτερα την κατάσταση, αφού οι εχθροί όχι μόνο μπορούν να ξεγελαστούν πανεύκολα, αλλά ακόμα κι αν δουν το πτώμα ενός δικού τους ή επί παραδείγματι δουν τα ποντίκια που έχουμε κατευθύνει πάνω σε ένα κοντινό τους άτομο, θα κοντοσταθούν για λίγο λέγοντας «μάλλον ήταν η φαντασία μου» και θα επιστρέψουν στην προγραμματισμένη τους ρουτίνα σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Αυτό να πω την αλήθεια στερεί αρκετά την απόλαυση της πρόκλησης, όμως όσα δεν πετυχαίνει το σύστημα απόκρυψης και η A.I το πετυχαίνουν στο μέγιστο βαθμό οι αρουραίοι. 

Οι αρουραίοι από την άλλη είναι αυτοί που κλέβουν τη παράσταση και κάνουν την εμπειρία του A Plague Tale: Innocence ξεχωριστή. Συμβάλλουν ισομερώς τόσο στους μηχανισμούς του παιχνιδιού όσο στην ιστορία και την πρόκληση ατμόσφαιρας. Είναι αποκρουστικοί, καταβροχθίζουν οτιδήποτε ζωντανό ή μη στο πέρασμά τους και παραμονεύουν στο σκοτάδι ή σε κουφάρια ζώων για να επιτεθούν. Τα σμήνη τους μετακινούνται σαν ένα κύμα αποσύνθεσης και θανάτου που μου προκαλούσαν ανατριχίλα κάθε φορά που τους έβλεπα μπροστά μου να με κοιτάζουν με τα κόκκινα μάτια τους, περιμένοντας να κάνω κάποιο λάθος. Φυσικά όσοι έχουν φοβία με τα ποντίκια προφανώς θα πρέπει να το σκεφτούν διπλά πριν ακουμπήσουν το παιχνίδι. Εδώ εγώ που δεν έχω ιδιαίτερο πρόβλημα με αυτά, ένιωθα πολλές φορές τέτοια ανατριχίλα λες και περπατούσαν πάνω μου! Ευτυχώς που δεν ήταν κατσαρίδες δηλαδή γιατί εκεί θα είχα σοβαρότερο θέμα!

Ωστόσο για καλή μας τύχη οι αρουραίοι έχουν μια και μόνο αδυναμία. Φοβούνται το φως. Απ’ όπου κι αν προέρχεται είτε από εστίες φωτιάς, είτε από δαυλούς είτε από φανάρια, το φως θα γίνει ο καλύτερός σας φίλος στο παιχνίδι και θα σας επιτρέψει να ανοίξετε δρόμο ώστε να περάσετε ανάμεσά τους, να τα απομακρύνετε ή να σβήσετε μια πηγή και να τα κατευθύνετε στον εχθρό αφήνοντάς τα να κάνουν τη δουλειά για εσάς. Να πω την αλήθεια όσο φρικαλέο κι αν ήταν σαν θέαμα, το απολάμβανα όταν με τη σφεντόνα μου έσπαγα τα φανάρια των εχθρών κι έβλεπα την κινούμενη μαύρη μάζα να τους κουκουλώνει και να τους καταβροχθίζει σε ριπή οφθαλμού. Αυτό όμως που δεν απολάμβανα ιδιαίτερα ήταν όταν έπρεπε να ανάψω ένα κλαδί και να προχωρήσω ανάμεσά τους στον περιορισμένο λιγοστό χρόνο πριν σβήσει.

Μπορείς να φανταστείς πως ένιωσα όταν πρωτοανακάλυψα ότι τα κλαδιά δεν καίνε συνεχόμενα σαν τους δαυλούς. Από την άλλη αυτό το άγχος και το χτυποκάρδι που σου προκαλεί θεωρώ πως είναι απαραίτητο γιατί σπάει τη μονοτονία και σε κρατά σε εγρήγορση. Επίσης οι αρουραίοι χρησιμοποιήθηκαν πολύ έξυπνα για να στηθούν τα περιβαλλοντολογικά puzzles. Αυτά έχουν να κάνουν με το να κατευθύνουμε, να ανάψουμε ή να σβήσουμε πηγές φωτός ώστε να ανοίξουμε διαδρομές που θα μας επιτρέψουν να προχωρήσουμε παρακάτω. Δεν είναι κάτι βέβαια που θα σας κάνει να χαλάσετε ιδιαίτερα φαιά ουσία, όμως προσθέτουν ποικιλία στη συνολική εμπειρία, είναι απολαυστικότατα και σε κάνουν να σκέφτεσαι.

Τα γραφικά του παιχνιδιού μπορεί να μην είναι ακριβώς αυτό που λέμε «eye candy» όμως είναι πανέμορφα και σε συνδυασμό με την ικανοποιητική HDR υποστήριξη, δημιουργούν εξαιρετική ατμόσφαιρα. Οι περιοχές που θα συναντήσετε είναι καλοδουλεμένες τόσο ως προς το στήσιμό τους όσο και στο να σου μεταδώσουν το κλίμα της αρρώστιας και της αποσύνθεσης που κυριαρχεί, χωρίς ωστόσο να σημαίνει πως το παιχνίδι δεν κάνει παύσεις για να σου δείξει γοητευτικές εικόνες απαράμιλλου κάλλους πριν βυθιστεί ξανά στη σαπίλα. Σκηνές όπως ένα σφαγείο με χιλιάδες κουφάρια χοίρων πνιγμένα στο αίμα και τους αρουραίους ή ένα πεδίο μάχης γεμάτο αποσυνθεμένα πτώματα στρατιωτών, στα οποία κυριολεκτικά έπρεπε να πατήσω πάνω τους για να περάσω, είναι μερικές από τις εικόνες που μου χαράχθηκαν και μου προκάλεσαν δέος.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να δοθεί στην in-house game engine. Πραγματικά είναι εντυπωσιακό επίτευγμα το πώς η Asobo κατάφερε να εμφανίζει μέχρι και πέντε χιλιάδες αρουραίους ταυτόχρονα στην οθόνη να κινούνται σαν μια μονάδα. Ωστόσο κάποιες μικρές ατασθαλίες όπως να μένει αδικαιολόγητα πίσω κάποιος χαρακτήρας από την παρέα και να γίνεται μεζές ή κάποιοι εχθροί να μην αντιδρούν στις πέτρες που τους πέταγα υπήρχαν, όμως αυτό συνέβαινε σπάνια και σε καμία περίπτωση δε μπορώ να πω ότι μου χάλασε την εμπειρία.

Οι ερμηνείες των παιδιών που έδωσαν τη φωνή τους στους χαρακτήρες του παιχνιδιού είναι εξαιρετικές, αν και για να είμαι ειλικρινής ώρες-ώρες μου φαινόταν αστεία η Γαλλική προφορά πάνω στην Αγγλική γλώσσα. Αν δεν έχετε πρόβλημα με τα Γαλλικά θα σας πρότεινα να αλλάξετε τα Αγγλικά και να το παίξετε στη μητρική του γλώσσα. Άλλο ένα μεγάλο πλεονέκτημα του παιχνιδιού είναι ο ηχητικός τομέας. Ο Olivier Deriviere που στο παρελθόν έχει κάνει τη σύνθεση για τα Obscure, Alone in the Dark και τα πρόσφατα Vampyr και 11-11: Memories Retold, πραγματικά έχει κάνει εξαιρετική δουλειά. Οι μελωδίες που έχει χρησιμοποιήσει με τα βαριά βιολιά και τσέλα, εκτός ότι ταιριάζουν γάντι στο μεσαιωνικό στυλ του παιχνιδιού, είναι τόσο ιδιαίτερες που σε συνδυασμό με τους ανατριχιαστικούς ambient ήχους θα σας προκαλέσουν δέος και θα σας στοιχειώσουν.

Συνοψίζοντας : Η Asobo Studio βουτά για πρώτη φορά μετά το Fuel του 2008 στα βαθιά νερά και μας προσφέρει μια μοναδική περιπέτεια με αξιαγάπητους και αληθοφανείς χαρακτήρες, μένοντας αποστασιοποιημένη από φθηνές τεχνικές που προκαλούν δράμα. Παρά τις μικρές ατασθαλίες του όσο αφορά κάποια κομμάτια του gameplay ή τους μονοδιάστατους «κακούς» του, η ιστορία, η μουσική, η εξαιρετική ατμόσφαιρα και το δέσιμο που θα νιώσετε με τους χαρακτήρες, σίγουρα θα σας κάνει να το αγαπήσετε. Το A Plague Tale: Innocence αναμιγνύει στον σκοτεινό μεσαιωνικό καμβά του χρώματα από την πιο ζοφερή στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας με το μεταφυσικό, παραδίδοντάς μας ένα ανατριχιαστικό και συνάμα γλυκό παραμύθι που δεν πρέπει να λείπει από τη συλλογή σας.
Box Art
Tested on : PS4
Developer : Asobo Studio
Publisher : Focus Home Interactive
Distributor : IGE S.A.
Available for : PS4, Xbox One, PC
Release date : 23-05-2019

7 comment(s)