Everybody's Gone to the Rapture Review

Κάψτε τα εγκεφαλικά σας κύτταρα!

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως το μέσο έχει μεγαλώσει και ωριμάσει εξαιρετικά πολύ, ώστε να είναι εφικτό να φιλοξενήσει νέες, αμφιλεγόμενες κατηγορίες, που όμως έρχονται απλά για να «συμπληρώσουν» και όχι -σαφώς- να «αντικαταστήσουν» κάτι. Είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, ρατσιστικό να μη δεχόμαστε τη διαφορετικότητα στα βιντεοπαιχνίδια. Εφόσον θέλουμε να τα δεχθούμε ως μορφή τέχνης, είμαστε «υποχρεωμένοι» να αποδεχτούμε την ύπαρξη όλων των παιχνιδιών. Είναι ευλογία για τούτο εδώ το μέσο να έχει πολλών ειδών εμπειρίες να χαρίσει στο κοινό του. Και στην τελική φίλοι μου, ένα βιντεοπαιχνίδι, εν έτη 2015, δεν πρέπει να περνάει από ελέγχους για το «πόσο» παιχνίδι είναι. Εφόσον υπάρχουν εκατομμύρια επιλογές για βιντεοπαιχνίδια που είναι περισσότερο ή λιγότερο παιχνίδια και εφόσον δεν υπάρχει ένα αόρατο χέρι που μας τα ταΐζει με το ζόρι, δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να τα πολεμάμε. Να τα αγνοούμε ναι. Άλλωστε γούστα είναι αυτά.

Το Everybody’s Gone to the Rapture είναι το τρίτο «μεγάλο» βήμα της The Chinese Room, το οποίο έρχεται μετά το εξαιρετικό Dear Esther και το αρκετά μέτριο Amnesia: A Machine for Pigs. Ο τίτλος, όμως, αποτελεί την πρώτη πραγματικά μεγάλη κυκλοφορία του βρετανικού στούντιο, μιας και κάνει το ντεμπούτο του –με τη βοήθεια της Santa Monica- στις κονσόλες και συγκεκριμένα στο PlayStation 4. Και για να γίνω εξ’ αρχής ξεκάθαρος, είναι από αυτά τα παιχνίδια που ο παίκτης απλά «περπατάει», έχει ελάχιστη αλληλεπίδραση με το περιβάλλον και το μόνο που κάνει είναι να ακούει, να βλέπει και που και που να κάνει trigger μερικά events, ώστε να εξελιχθεί η ιστορία. Η κατηγορία τείνει να πάρει το όνομα «walking simulator», ακριβώς γιατί όπως προανέφερα, ο παίκτης απλά κινείται στο χώρο. Αυτό σημαίνει ότι όσοι είστε από αυτούς που βαριέστε να περπατάτε και θέλετε να αλληλεπιδράτε παραπάνω από αυτό στα βιντεοπαιχνίδια, δεν έχετε κανένα λόγο να συνεχίσετε να διαβάζετε αυτό το κείμενο. Ενημερώνω, ωστόσο, ότι αν σας αρέσουν οι καλογραμμένες ιστορίες, με ουσία και βάθος, τότε σίγουρα έχετε να κερδίσετε από το παιχνίδι της The Chinese Room.

Στο Everybody’s Gone to the Rapture ο παίκτης παίρνει το ρόλο κάποιου ή κάποιας –δεν αποσαφηνίζεται πουθενά στο παιχνίδι- που ξυπνάει κάπου στη βρετανική επαρχία. Η περιοχή μοιάζει παράδεισος. Ασύλληπτης ομορφιάς τοπία, που ντύνονται από μικρές αραιοκατοικημένες συνοικίες. Τα πάντα οργανωμένα, καθαρά, τακτοποιημένα. Όχι τίποτα υπερπαραγωγές στα κτήρια και στα σπίτια, αλλά τόσο μα τόσο όμορφα. Η γαλήνη, η ηρεμία και ο ήχος της φύσης, σε συνεπαίρνουν από τα πρώτα κιόλας λεπτά. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Σοβαρό πρόβλημα. Λείπουν όλοι και μάλιστα είναι σαν να έφυγαν μόλις πριν λίγα λεπτά. Δεν υπάρχει «ψυχή» εδώ πέρα. Αισθάνεσαι πως στο επόμενο σοκάκι, στην επόμενη αυλή, θα συναντήσεις κάποιον να μιλήσεις. Ακόμη και οι γόπες από τα τσιγάρα στη σταχτοθήκη είναι αναμμένες, αλλά οι άνθρωποι λείπουν, έφυγαν και εσύ είσαι εκεί μόνος και προσπαθείς να μάθεις τι τους συνέβη.

"Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Σοβαρό πρόβλημα. Λείπουν όλοι και μάλιστα είναι σαν να έφυγαν μόλις πριν λίγα λεπτά."

Το παιχνίδι είναι τυπικά open world και αποτελείται από έναν και μοναδικό, ενιαίο χάρτη τεράστιας έκτασης. Υπάρχει ένα μόνο μεγάλης διάρκειας (περίπου 1.5 λεπτού) loading στην αρχή του εκάστοτε «Continue Game», και από εκεί και έπειτα ο παίκτης έχει στη διάθεσή του μία ποικιλόμορφη επαρχία να εξερευνήσει. Θα μπει σε σπίτια, σε αυλές, σε καταστήματα, σε δημόσια κτήρια, σε τροχόσπιτα, θα επισκεφτεί φάρμες, κατασκηνώσεις, χωράφια και άλλα. Γενικά, θα απολαύσει έναν απίστευτης ομορφιάς μικρό κόσμο ο οποίος σφύζει από ζωή, χωρίς να υπάρχει κανείς μέσα σε αυτόν. Μη ρωτήσετε πως γίνεται αυτό. Ούτε κι εγώ ξέρω…

Αυτό όμως που σίγουρα θέλετε και πρέπει να ρωτήσετε είναι το τι τελικά κάνει ο παίκτης εκεί πέρα. Ο κύριος σκοπός είναι να ανακαλύψει το τι έχει συμβεί. Η ιστορία ξετυλίγεται μέσω μονολόγων ή διαλόγων που προκύπτουν, είτε από ηχογραφημένα τηλεφωνήματα ή σήματα στα ραδιόφωνα, είτε από μερικές φωτεινές σκιές/ σιλουέτες - κάτι σαν φαντάσματα- που περιφέρονται μέσα στις περιοχές, αλλά περιγράφουν συμβάντα τα οποία έχουν ήδη συμβεί, αγνοώντας πλήρως την ύπαρξη του χαρακτήρα. Ας πούμε ότι ο παίκτης, μέσω των «σκιών», ξαναζεί ως θεατής μερικές στιγμές. Αυτές οι οντότητες έχουν όνομα και στο σύνολό τους δεν είναι πολλές. Είναι άνθρωποι που κάποτε –πριν λίγα λεπτά, ίσως- κατοικούσαν εδώ. Υπάρχει και κάτι όμως που έχει φυσική υπόσταση. Πρόκειται για μία φωτεινή, αιωρούμενη σφαίρα που γυρίζει στην περιοχή και δείχνει να θέλει να πει κάτι στον παίκτη ή να του δείξει το δρόμο. Σε μερικά σημεία δε σας κρύβω πως σκιάχτηκα μαζί της.

Επιστρέφω, όμως, στις «σκιές» οι οποίες τα πρώτα λεπτά ακούγονται αδιάφορες, ωστόσο στην πορεία αρχίζουν και ξεστομίζουν χρήσιμες για την έκβαση του τελικού πορίσματος πληροφορίες. Δυστυχώς δε μπορώ να πω περισσότερα πάνω σε αυτό, γιατί ενδέχεται να σας αποκαλύψω πράγματα που καλό είναι να ανακαλύψετε μόνοι σας. Εγώ θα γκρινιάξω μόνο πάνω στο εξής. Στο Everybody’s Gone to the Rapture «τρέχει» μία πολύ βαθιά και σκοτεινή ιστορία, η οποία όμως στο μεγαλύτερο μέρος της αναλώνεται σε ανθρώπινες σχέσεις και τριβές. Δεν αμφισβητώ ότι υπάρχουν σημεία, ειδικά στο τέλος, που καίγονται εγκεφαλικά κύτταρα, μιας και η κεντρική θεματολογία είναι πραγματικά πολύ «ψαγμένη», αλλά υπάρχουν αδυναμίες.

Ο τίτλος διαρκεί περίπου 5 ώρες, αλλά θα διαρκούσε σίγουρα λιγότερο αν η κίνηση του χαρακτήρα δεν ήταν τόσο αργή. Υπάρχει ένα ελαφρύ sprint με το R2 του χειριστηρίου που βοηθάει, αλλά σίγουρα δε σώζει την κατάσταση. Προς τραγική μου τύχη, το sprint το ανακάλυψα 15 λεπτά πριν το τέλος, οπότε τα δικά μου νεύρα δοκιμάστηκαν πολύ. Σε αυτό φταίει η τεράστια έκταση του χάρτη, ο οποίος με το ρυθμό που περπατάει ο χαρακτήρας, γίνεται δέκα φορές πιο μεγάλος στην αντίληψη του παίκτη. Οι χειρότερες στιγμές είναι αυτές που ανακαλύπτεις πως έχεις πάρει λάθος δρόμο και θα πρέπει να ξαναγυρίσεις πίσω. Παίρνεις βαθιές ανάσες και προσπαθείς να ηρεμήσεις βλέποντας τα τοπία.

"Πιστέψτε με, άπαξ και περάσετε το εμπόδιο που λέγεται «θέλω να παίξω παραπάνω από αυτό που μου δίνεται» και καταφέρετε να μπείτε στο κλίμα και στην παράξενη, σχεδόν τρομακτική ατμόσφαιρα, θα το απολαύσετε δεόντως."

Πρέπει, όμως, να επισημάνω κάτι. Μπορεί τα events που θα πρέπει να γίνουν trigger για να προχωρήσει η ιστορία να είναι μετρημένα, στο χάρτη ωστόσο υπάρχουν εκατοντάδες events και collectibles (δηλαδή ηχογραφημένα μηνύματα σε τηλέφωνα και ραδιόφωνα) που κρύβουν πικάντικες και πολλές φορές χρήσιμες πληροφορίες. Οπότε, ο παίκτης, αν θέλει να ευχαριστηθεί τον τίτλο, θα πρέπει να δώσει έμφαση στους διαλόγους, να ενώσει τα κομμάτια του puzzle που κρύβονται στο κάθε μικρό ή μεγάλο event και, εν τέλει, να ξετυλίξει, όσο μπορεί, το κουβάρι της ιστορίας. Πιστέψτε με, άπαξ και περάσετε το εμπόδιο που λέγεται «θέλω να παίξω παραπάνω από αυτό που μου δίνεται» και καταφέρετε να μπείτε στο κλίμα και στην παράξενη, σχεδόν τρομακτική ατμόσφαιρα, θα το απολαύσετε δεόντως.

Αν υπάρχει κάτι που βοηθάει στην καταπολέμηση της ανίας περισσότερο και από το sprint, περισσότερο και τα όπλα -που δεν υπάρχουν- είναι οι περιοχές και τα περιβάλλοντα τα οποία υλοποιούνται μέσα από τις γραμμές κώδικα της CryEngine 3. Η μηχανή γραφικών της Crytek, αν και στο Everybody’s Gone to the Rapture της λείπει η τρομερή ευκρίνεια και τα πολύ ζωντανά χρώματα, καταφέρνει να σαγηνέψει τα βλέμματα. Όλα δείχνουν τόσο αληθινά. Από τους φωτισμούς, τα textures, τη χλωρίδα, μέχρι το νερό και τις γεμάτο λουλούδια πεδιάδες, ο τίτλος είναι πραγματικά χάρμα οφθαλμών. Το τεράστιο draw distance και το μηδενικό loading που προανέφερα, βοηθούν με τη σειρά τους στην τελική οπτική εμπειρία.

Βέβαια, όλα τα παραπάνω θα ήταν απλά άψυχα στοιχεία, χωρίς την απίστευτη μουσική της Jessica Curry, η οποία μάλιστα σκηνοθέτησε και τον τίτλο. Το soundtrack είναι μάλλον ό,τι καλύτερο άκουσα φέτος και είναι υπερπλήρες όσον αφορά το πλήθος και την ποικιλία των κομματιών, που δεν σταματούν να ντύνουν τη «δράση» (βάλτε διπλά εισαγωγικά στη λέξη, γιατί είναι πραγματικά ξένη για το λεξιλόγιο των βρετανών) ούτε δευτερόλεπτο. Τα κομμάτια αποτελούνται κυρίως από νότες του πιάνου, με φωνητικά χορωδίας και σε σημεία συμπληρώνονται από παρεμβάσεις ορισμένων βαριών εγχόρδων και πνευστών. Τέλος, ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει και ερμηνείες των ηθοποιών που αν και δεν το περίμενα, είναι εξαιρετικά πειστικές και βάζουν τη δική τους πινελιά στην απόδοση της ατμόσφαιρας.

Συνοψίζοντας : Το Everybodys’ Gone to the Rapture θα μπορούσε να είναι αμφιλεγόμενο παιχνίδι, κυρίως γιατί δοκιμάζει αρκετά την υπομονή του παίκτη ως προς το πόσο αργή και λίγη αλληλεπίδραση έχει στο όλο σκηνικό. Στα δικά μου μάτια και για τα δικά μου γούστα, δεν υπάρχει τίποτα το αμφιλεγόμενο, μιας και απολαμβάνω και τέτοιου είδους παιχνίδια. Πρόκειται για μία πάρα πολύ ιδιαίτερη περίπτωση τίτλου, με ώριμο περιεχόμενο, «ψαγμένη» θεματολογία που κακά τα ψέματα απευθύνεται σε μικρό και πολύ συγκεκριμένο κοινό. Όσοι αρέσκεστε στο να «παίζετε» παιχνίδια και δεν ενθουσιάζεστε καθόλου στη ιδέα του «θεατή», καλά θα κάνετε να μείνετε μακριά. Όσοι, όμως, θέλετε να προσθέσετε μία παράξενη και με σημαντικά μηνύματα εμπειρία στη gaming σταδιοδρομία σας, δώστε άμεσα τα €19.99 που ζητάει (€14.99 για τους PS Plus συνδρομητές) και κάψτε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες εγκεφαλικά κύτταρα.
Box Art
Tested on : PS4
Developer : The Chinese Room
Publisher : SCE
Available for : PS4
Release date : 2015-08-11

35 comment(s)