DOOM - Review

The only way is to kill them all

Λίγα είναι τα παιχνίδια όπου έχουν φέρει την επανάσταση ή έχουν στιγματίσει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο το μέσο. Για κάποιους είναι το Tetris, με τη χειρουργική απλότητά του, που προσελκύει ανθρώπους όλων των ηλικιών, για άλλους είναι ο Donkey Kong και ο Mario της Nintendo, που πρακτικά γιγάντωσαν το platforming genre, και για κάποιους άλλους το Wolfenstein 3D και το Doom, που κυριολεκτικά δημιούργησαν την first-person shooter κατηγορία παιχνιδιών, με τους “παπάδες” που είχε καταφέρει να κάνει η ιδιοφυΐα του προγραμματισμού, John Carmack. Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια έκανε την εμφάνισή της η μόδα των reboots αγαπημένων first-person shooter παιχνιδιών μετά από απουσία πολλών χρόνων. Αναμενόμενο ήταν λοιπόν, ήταν να δούμε την περιποίηση της σειράς Doom μετά τη θερμή αποδοχή και τα διθυραμβικά σχόλια που δέχτηκαν τα Wolfenstein: The New Order και Shadow Warrior.

Το DOOM -ανεπίσημα Doom (2016)- αποτελεί reboot της ομώνυμης εικονικής σειράς, αναπτύχθηκε από την id Software, ενώ publisher είναι η Bethesda. Εκτός από την PC έκδοση (στην οποία βασίστηκε και το review), κυκλοφορεί και στα PS4 και Xbox One. Οι πρώτες ενδείξεις με είχαν προσωπικά ανησυχήσει. Αρχικά είχαμε έναν multiplatform τίτλο, που σημαίνει ότι θα έπρεπε να γίνει αρκετά αργός ώστε να μην προκαλεί σύγχυση στο κοινό των κονσολών. Στη συνέχεια είχαμε τις κλειστές και ανοιχτές beta του multiplayer κομματιού, οι οποίες εκτός από τον τεχνικό τομέα, δεν απέπνεαν ιδιαίτερη αισιοδοξία και τέλος η απουσία review αντιτύπων και η λήξη του εμπάργκου την ημέρα κυκλοφορίας. Προς μεγάλη μου ανακούφιση, το DOOM μου έδωσε ότι του ζήτησα, και ακόμα περισσότερα.

Αρκετά συνοπτικά θα αναφέρω το setting στο οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα του παιχνιδιού. Είμαστε στον Άρη, σε ένα εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας, όπου κάτι πάει πολύ στραβά και καλούμαστε τελικά εμείς, ο βουβός Doom Guy, να κλείσουμε για άλλη μια φορά τις πύλες της κολάσεως. Η ιστορία σε γενικές γραμμές κάνει απλά τη δουλειά της, δίνοντας στον πρωταγωνιστή μια αφορμή να σηκώσει το όπλο του και να καθαρίσει όποιον εχθρό σταθεί εμπόδιο στην αποστολή του με άκρως γραφικά βίαιους τρόπους. Τη συνταγή συμπληρώνουν το ικανοποιητικό voice acting, η μέτρια αφήγηση και τα σχετικά σύντομα και σποραδικά cut scenes και ένα plot twist που “βγάζει μάτι” από το χιλιόμετρο.

Το γενικότερο ύφος του παιχνιδιού δε θυμίζει horror, αλλά μια over the top arcade “σπλατεριά” με αυτογνωσία, που δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά.

Το gameplay του είναι αναμενόμενα γρήγορο, ασταμάτητο με ελάχιστες καθυστερήσεις. Όπως θα είδατε και στο UH play, το παιχνίδι δεν κωλυσιεργεί καθόλου με βαρύγδουπες εισαγωγές και ψυχαναγκαστικά tutorials, από τα πρώτα δευτερόλεπτα σου δίνει ένα όπλο στα χέρια και σε αφήνει ελεύθερο να ξεπαστρέψεις τους εισβολείς της κολάσεως. Δε γίνεται καμία προσπάθεια εμπλουτισμού του gameplay με stealth κομμάτια, όπως για παράδειγμα στο Wolfenstein, ή επιλογές διαλόγων, οι developers έχοντας το «γνώθι σαυτόν» κάνουν “all in” στο δυνατό σημείο του τίτλου, που τελικά κλέβει και τις εντυπώσεις, στο ξέφρενο shooting. Η κίνηση είναι γρήγορη, αέρινη, ένας χαοτικός χορός ανταλλαγής πυρών. Στη διάθεσή του ο παίκτης έχει μια μεγάλη γκάμα όπλων (Pistol, Shotgun, Super Shotgun, Heavy Assault Rifle, Chaingun, Plasma Rifle, Gauss Cannon, Rocket Launcher), χωρίς να λείπει το BFG-9000 (με πολύ περιορισμένα πυρομαχικά) και το Chainsaw.

Όλα έχουν την αναμενόμενη δύναμη και feedback, καθώς και αναβαθμίσεις, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την εξερεύνηση που είναι διατεθειμένος να κάνει ο παίκτης. Το αλυσοπρίονο αποτελεί ένα 1-hit-kill όπλο, η χρήση του περιορίζεται σημαντικά από το αναλώσιμο fuel που χρειάζεται για να λειτουργήσει, ενώ ο άτυχος δαίμονας κάνει spawn πυρομαχικά για τα υπόλοιπα όπλα σας. Ένας μηχανισμός ο οποίος με είχε ανησυχήσει αρχικά, μέχρι που τον είδα στην πράξη, ήταν τα Glory Kills. Πρόκειται, πρακτικά, για αιμοβόρα melee finishers τα οποία μπορείς να πραγματοποιήσεις σε εχθρούς όταν βρίσκονται στα πρόθυρα του θανάτου. Διαρκούν 1 με 2 δευτερόλεπτα ώστε να μην διακόπτουν τη ροή της μάχης, αλλά αρκετά ώστε να σου δώσουν μια πολύ μικρή, σύντομη ανάσα από την ακατάπαυστη δράση, ενώ προωθούν μια πιο ριψοκίνδυνη προσέγγιση. Σαν bonus, οι εχθροί που πεθαίνουν με Glory Kills κάνουν spawn μικρά orbs υγείας και σας βγάζουν από τη δύσκολη θέση να διακόψετε το πιστολίδι για αναζήτηση των health pickups.

Οι εχθροί που θα συναντήσετε είναι παλιοί γνωστοί από τα προηγούμενα παιχνίδια της σειράς (Imps, Cacodemons, Lost souls, Barons of Hell, Hell Knights, Mancubuses, Revenants, κα), σε πολλά πολύγωνα πλέον και μεγάλη ανάλυση, η id Software δε ρισκάρει και ακολουθεί μια δοκιμασμένη συνταγή χωρίς νέες προσθήκες, ενώ τα Boss Fights είναι τρία με κλιμακωτό βαθμό δυσκολίας. Η δομή των αποστολών μπορεί να κουράσει ορισμένους, καθώς τα objective περιορίζονται στο καθάρισμα δωματίων από συνεχόμενα κύματα δαιμόνων, ενώ η ποικιλία των εχθρών μετά τις 6 πρώτες ώρες παραμένει σταθερή. Το γενικότερο ύφος του παιχνιδιού δε θυμίζει horror, αλλά μια over the top arcade “σπλατεριά” με αυτογνωσία, που δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά. Εκτός από τη βάση της Union Aerospace Corporation στον κόκκινο πλανήτη, όπου οι πίστες αν και αρχικά έχουν μια linear μορφή, αργότερα ανοίγουν και δημιουργούν μικρούς λαβυρίνθους, θα μεταβείτε και στην κόλαση με το ανάλογο-αναμενόμενο εικαστικό. Τα περισσότερα δωμάτια είναι ανοιχτές αρένες, ενώ τα σκοτεινά και κλειστοφοβικά περιβάλλοντα του Doom 3 αποτελούν παρελθόν. Παντού διάσπαρτα βρίσκονται collectables, τα οποία συνδέονται με την αναβάθμιση των όπλων και της στολής του χαρακτήρα μας, ενώ με την εύρεση των μυστικών δωματίων ξεκλειδώνονται 13 πίστες από το original Doom. 

Σε αντίθεση με το single player του DOOM το οποίο αναπτύχθηκε από την id Software, το multiplayer αποτελεί αποτέλεσμα της συνεργασίας του studio με την Certain Affinity, ομάδα που έχει συνεισφέρει στη δημιουργία multiplayer περιεχομένου τίτλων των σειρών Call of Duty και Halo. Το gameplay χαρακτηρίζεται από γρήγορη κίνηση και συνεχόμενη δράση, τα οποία του δίνουν ένα άρωμα παλαιάς σχολής. Η αναπλήρωση της υγείας και πυρομαχικών γίνεται με pick ups τα οποία βρίσκονται διάσπαρτα στην πίστα, ενώ τα όπλα δεν έχουν reload, ώστε να μην διακόπτεται ποτέ η ροή της μάχης. Το παιχνίδι στην κυκλοφορία του περιλαμβάνει 6 διαφορετικά game modes (Team Deathmatch, Soul Harvest, Domination, Warpath, Freeze Tag, Clan Arena), 9 διαφορετικές αρένες (Beneath, Chasm, Disposal, Excavation, Heatwave, Helix, Infernal, Perdition, Sacrilegious), 11 διαφορετικά όπλα (Chaingun, Heavy Assault Rifle, Plasma Rifle, Rocket Launcher, Super Shotgun, Vortex Rifle, Burst Rifle, Hellshot, Combat Shotgun, Lighting Gun, Static Rifle) και 7 είδη εξοπλισμού (Frag Grenade, Personal Teleporter, Tesla Rocket, Siphon Grenade, Shield Wall, Threat Sensor, Hologram).

Το παιχνίδι δεν κωλυσιεργεί καθόλου με βαρύγδουπες εισαγωγές και ψυχαναγκαστικά tutorials, από τα πρώτα δευτερόλεπτα σου δίνει ένα όπλο στα χέρια και σε αφήνει ελεύθερο να ξεπαστρέψεις τους εισβολείς της κολάσεως. Δε γίνεται καμία προσπάθεια εμπλουτισμού του gameplay με stealth κομμάτια, όπως για παράδειγμα στο Wolfenstein, ή επιλογές διαλόγων, οι developers έχοντας το «γνώθι σαυτόν» κάνουν “all in” στο δυνατό σημείο του τίτλου, που τελικά κλέβει και τις εντυπώσεις, στο ξέφρενο shooting.

Υπάρχει leveling system μέσω του οποίου ξεκλειδώνεται ένας αριθμός όπλων, καθώς και 5 custom loadouts τα οποία περιλαμβάνουν δύο όπλα και ένα κομμάτι εξοπλισμού της επιλογής σας. Με το πέρας κάθε αγώνα δίνονται ως ανταμοιβή ένας αριθμός cosmetic items για την παραμετροποίηση των όπλων και της στολής σας. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό, το σύνολο των διαφορετικών κομματιών στολής, χρωμάτων, μοτίβων και πανηγυρισμών (taunts) ξεπερνάει τα 700. Στις πίστες εκτός από τα Health και Ammo pick ups υπάρχουν τα Armor pick ups (για πανοπλία-έξτρα ζωή), τα Power Ups (με bonus όπως τα Quad Damage για προσωρινή αύξηση της ζημιάς και Invisibility το οποίο σας κάνει σχεδόν αόρατο), τα Power Weapons (το αργό αλλά θανατηφόρο Gauss Cannon που είδαμε και στο single player) και το Demon Rune, όπου με την απόκτηση του ο παίκτης μεταμορφώνεται σε έναν προεπιλεγμένο πανίσχυρο δαίμονα με αυξημένη μη αναπληρώσιμη ζωή.

Αφού τελειώσαμε με την παρουσίαση των βασικών μηχανισμών και του περιεχομένου του multiplayer κομματιού του DOOM, ας περάσουμε στο review αυτό καθ’ αυτό. Σε αντίθεση με το single player όπου ο Doom Guy είναι μια φονική μηχανή του κιμά και μπορεί να κουβαλήσει στις τσέπες της στολής του μια ντουζίνα όπλα, στο multiplayer υπάρχει ο περιορισμός των δύο του loadout. Τα όπλα έχουν μια αδύναμη σχετικά αίσθηση, ειδικά όταν συγκριθούν με τα αντίστοιχα του single player, ενώ ένας μικρός αριθμός αυτών ξενίζουν, καθώς προωθούν την στόχευση μέσω της διόπτρας, aim-down-sights για τους αγγλομαθείς, όπως το Vortex Rifle (το Sniper Rifle του παιχνιδιού), κάτι το οποίο καθυστερεί αισθητά το κατά τα άλλα γρήγορο gameplay. Οι χάρτες παρουσιάζουν μια ικανοποιητική ποικιλία, τόσο στο σχεδιασμό -εργοστασιακός στον Άρη και βραχώδης στην κόλαση- όσο και στη δομή, με ιδανικό συνδυασμό κλειστών και ανοιχτών χώρων. Το Demon Rune, αν και μια πρωτότυπη ιδέα, δεν έχει υλοποιηθεί σωστά.

Πρακτικά, μετατρέπει το στόχο κάθε game mode σε κυνήγι του Demon Rune, καθώς η ομάδα που το κατέχει αποκτά πολύ σημαντικό προβάδισμα στο παιχνίδι, συντελώντας έτσι στο “φαινόμενο της χιονοστιβάδας”. Μόνο στο Warpath (το game mode που φέρνει σε King of The Hill) ταιριάζει οργανικά, καθώς γίνεται spawn αντιδιαμετρικά του objective. Αν και είναι σχετικά νωρίς για να βγάλω κάποιο ασφαλές συμπέρασμα, μου φαίνεται ότι η μείωση της συχνότητας που εμφανίζεται το Rune θα βοηθούσε σημαντικά στην εξισορρόπηση της κατάστασης. Το matchmaking είναι τουλάχιστον απογοητευτικό, ενώ συνεχίζει να απουσιάζει κάποιας μορφής server browsing, και το weapon balancing θα χαρακτηριζόταν στην καλύτερη περίπτωση αμφιλεγόμενο. Με τον γενικότερο χαρακτήρα του παιχνιδιού δεν ταιριάζουν ούτε τα Taunts, τα οποία είσαι αναγκασμένος να παρακολουθείς στο τέλος κάθε αγώνα από τους παίκτες με το υψηλότερο score. Προσωπικά, θα προτιμούσα αντί για τρεις Power Rangers που χορεύουν να δω το αναλυτικό scoreboard ώστε να αξιολογήσω τόσο την δική μου απόδοση, όσο και των συμπαικτών και των αντιπάλων μου. Ευτυχώς, πολλά από τα παράπονα που είχα για τον τεχνικό τομέα της κλειστής και ανοιχτής beta, έπαψαν να ισχύουν. Field of view για όλα τα γούστα (φτάνει μέχρι τις 130 μοίρες για τους μερακλήδες των Quake), ξεκλείδωτο framerate, ικανοποιητικό optimization και δυνατότητα απενεργοποίησης του motion blur. Δυστυχώς, όμως, στον ήχο έχουμε ακόμα το υποτονικό voice over του εκφωνητή, ενώ τα περισσότερα ηχητικά εφέ δεν δίνουν το επιθυμητό feedback.

Γενικότερα, η επιρροή της Certain Affinity φαίνεται έντονα στο multiplayer του DOOM, αφού αποτελεί ένα συνονθύλευμα στοιχείων από δημοφιλή multiplayer παιχνίδια του “σήμερα”, με πολλά υποσχόμενες ιδέες αλλά φτωχή εκτέλεση, που αποτυγχάνει να του δώσει δικό του χαρακτήρα ή έστω να δώσει μια εμπειρία αντάξια του single player. Σε καμία περίπτωση δεν μιλάμε για αναβίωση του arena shooter genre, αλλά για ένα ευχάριστο “generic” διάλειμμα λίγων ωρών μετά από πολλαπλά playthroughs της ιστορίας του παιχνιδιού, το οποίο δύσκολα, όμως, θα χαρακτήριζα ως λόγο αγοράς του τίτλου. Πέραν των single player και multiplayer, δίνεται και ένα ακόμα εργαλείο δημιουργίας αρενών και σεναρίων, το Snapmap, με συνεχώς καινούργιο υλικό φτιαγμένο από την κοινότητα. Στην αρκετά σύντομη ενασχόλησή μου βρήκα πίστες-προκλήσεις σχετικές με parkour, μικρά fanmade campaigns και ένα άκρως ενδιαφέρον horde mode που μπορεί να παιχτεί, είτε solo, είτε με μια ομάδα 4 ατόμων.

Στον τεχνικό τομέα, εκτός των όσων αναφέρθηκαν και στο multiplayer κομμάτι της κριτικής, έχουμε πολύ όμορφα textures και φωτισμούς, ενώ στις 12 ώρες το παιχνίδι crashare 3 φορές και υπήρξαν 2 σημεία όπου για ελάχιστα δευτερόλεπτα έκανε μεγάλη βουτιά το framerate. Δίνονται, επίσης, οι επιλογές ενεργοποίησης και απενεργοποίησης μιας μεγάλης γκάμας ρυθμίσεων σχετικά με τις πληροφορίες που είναι εμφανείς στην οθόνη. Γενικότερα, οπτικά, το DOOM είναι πανέμορφο και μεστό, με λεπτομέρειες, πλούσια πολύγωνα στους χαρακτήρες και υψηλής ανάλυσης textures. Στη μουσική του DOOM, και όσοι είχατε την τύχη να ακούσετε ένα δείγμα της στο μενού της beta ξέρετε σε τι πράγμα αναφέρομαι, έχουμε ένα αριστουργηματικό πάντρεμα industrial, metal και ηλεκτρονικών ήχων, οι οποίοι έδεναν πάντα με την δράση στην οθόνη, ανεβάζοντας την αδρεναλίνη, ενώ η παύση τους σου έδινε το πράσινο φως να πάρεις μερικές βαθιές ανάσες, καθώς σήμαινε την απουσία πλέον εχθρικών δυνάμεων από τον χώρο. Δημιουργός της, ο ταλαντούχος Mick Gordon, που τον είχαμε «ακούσει» το ίδιο ορεξάτο και στα τελευταία Wolfenstein.

Συνοψίζοντας : Σίγουρα, και έως ένα βαθμό δικαιολογημένα, μπορεί κανείς να γκρινιάξει για τη μικρή βάση στην ιστορία που δίνει το παιχνίδι, για την μικρή ποικιλία των εχθρών και των objective. Όντως, η διάρκεια είναι σχετικά μικρή, και αυτό γίνεται πιο έντονο στο τελικό cut scene του παιχνιδιού, το οποίο στήνει πολύ επιδεικτικά ένα επερχόμενο standalone expansion ή sequel, αφήνοντάς σε στα “κρύα του λουτρού”, ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί την αρχή ενός τελευταίου Act διάρκειας ακόμα 2-3 ωρών. Πράγματι, θα ήθελα παραπάνω bosses, και γιατί όχι, ένα επίσημο horde mode αντί για το ανάλατο multiplayer. Αυτό που με κάνει να συγχωρώ αρκετά, όχι όλα, από τα παραπάνω είναι ότι κατά τη διάρκεια του campaign το παιχνίδι δε μου έδωσε ποτέ το χρόνο να σκεφτώ τί του λείπει ή τί θα μπορούσε να είναι, δεν με άφησε ποτέ να βαρεθώ, με σχεδόν 12 ώρες καθαρής non-stop δράσης. Σε μια προσπάθεια να προλάβω τυχόν γκρίνιες, παράπονα ή παρεξηγήσεις, αναφέρω ότι για τον βαθμό κάτω από το review έλαβα σε μικρότερο βαθμό υπόψη τον παράγοντα του multiplayer.
Box Art
Tested on : PC
Developer : id Software
Publisher : Bethesda Softworks
Distributor : I.G.E.
Available for : PC, Xbox One, PS4
Release date : 2016-05-13

23 comment(s)