The Flame In The Flood Review

Μια ιστορία του πονεμένου Αμερικανικού Νότου

Το 2016 είναι μέχρι στιγμής η χρονιά των ανεξάρτητων παραγωγών. Ήδη τους πρώτους αυτούς μήνες, έχουμε δει δημιουργίες που όχι μόνο επιδεικνύουν υψηλή ποιότητα στην παραγωγή και στο σχεδιασμό αλλά καλύπτουν και ένα ευρύ φάσμα εμπειριών και θεματολογιών διευρύνοντας τους ορίζοντες ενός μέσου που μοιάζει να έχει βαλτώσει σε μια βαρετή ανακύκλωση ιδεών και ειδών. Το συγκεκριμένο γεγονός βέβαια, φαντάζει ως αναπάντεχο ή αιφνιδιαστικό μόνο σε όσους δεν παρακολουθούν τη βιομηχανία από κοντά τα τελευταία χρόνια. Για όλους τους υπόλοιπους, είναι η φυσιολογική εξέλιξη αυτής της τεράστιας διαρροής ταλέντων που παρατηρείται εδώ και καιρό, από τα μεγάλα studio, που έπειτα από σύντομο χρονικό διάστημα, είτε “καίγονται” από το αχανές development των σύγχρονων, επικών διαστάσεων, εμπορικών παιχνιδιών, είτε απλά νιώθουν την ανάγκη να εκφραστούν και να δημιουργήσουν κάτι πιο προσωπικό και ουσιώδες για τους ίδιους. Η φετινή κατάσταση, λοιπόν, δεν μπορεί να εκληφθεί απλά ως κάποια ευτυχή συγκυρία ή μια λαμπρή εξαίρεση αλλά ως ο πιθανότερος κανόνας των επόμενων ετών. Και αν θέλετε την προσωπική μου άποψη, βλέπω το σκηνικό που διαμορφώνεται με εξαιρετικά θετικό μάτι. Αλλά ας αφήσουμε τις φλυαρίες και τα γενικόλογα και ας περάσουμε στην ουσία αυτού του κειμένου.

Το παιχνίδι που θα μας απασχολήσει εδώ, είναι ένα ακόμα “παιδί” του Kickstarter και δημιουργήθηκε από τη Molasses Flood, μια ομάδα αποτελούμενη από βετεράνους μεγάλων studio όπως η Bungie, η Harmonix και η Irrational Games. Στο Flame in The Flood, ο παίκτης καλείται να επιβιώσει σε έναν πλημμυρισμένο κόσμο που φαίνεται να “πνίγεται” σιγά-σιγά σε μια καταστροφή βιβλικών διαστάσεων. Με συνεχείς, σφοδρές καταιγίδες και λιγοστά κομμάτια ξηράς να έχουν απομείνει, θα πρέπει να επιβιώσει της κατάβασης ενός ποταμού αναζητώντας σωτηρία. Στην πορεία, για να μείνει ζωντανός θα πρέπει να εξερευνά τον κόσμο, αναζητώντας για πολύτιμα αγαθά που θα τον βοηθήσουν να αντέξει στο ταξίδι. Χωρίς να διευκρινίζεται ποτέ πού διαδραματίζεται, το Flame in The Flood, αποπνέει μια αυθεντική, νοτιοαμερικανική χροιά που τονίζεται ιδιαίτερα στην Folk μουσική επένδυση που υπογράφει ο –μάλλον- γνωστός καλλιτέχνης του είδους, Chuck Ragan. Νομίζω πως όποιος έχει ασχοληθεί με τον τίτλο θα συμφωνήσει μαζί μου πως η μουσική αποτελεί, περισσότερο και απ’ την εικόνα, τον καθοριστικότερο παράγοντα της ατμόσφαιρας του τίτλου προσδίδοντάς του μια μελαγχολία που “γέρνει” ελαφρά προς την πλευρά της αισιοδοξίας. Όλος ο υπόλοιπος αισθητικός σχεδιασμός του παιχνιδιού ακολουθεί τον “ρυθμό” των συνθέσεων του Ragan.

Παρόλο που σαν περιεχόμενο, μόνο “χαρούμενο” δε μπορεί να χαρακτηριστεί, περιέχει μια ιδιαίτερη μίξη στοιχείων που το αποτρέπει από το να γίνει “βαρύ και ασήκωτο”. Πάρτε για παράδειγμα την κεντρική ηρωίδα που είναι σχεδιασμένη σε καρτουνίστικο ύφος –όπως και το υπόλοιπο παιχνίδι- αλλά με μια περίεργη ασυμμετρία στο πρόσωπό και μια βλοσυρή έκφραση μονίμως “καρφωμένη” πάνω του. Ακόμα και το ίδιο το gameplay περιέχει τέτοιες αντιθέσεις όπως οι στιγμές της κατάβασης του ποταμού που εναλλάσσονται από ορμητικά, επικίνδυνα περάσματα, σε ήρεμα νερά που συνοδεύονται από τον γαλήνιο παφλασμό του ποταμού. Αντίστοιχα, οι διάφοροι χαρακτήρες που συναντάς, παρόλη την τρέλα τους, δε στερούνται καλοσύνης και εν τέλει, πάντα σε βοηθάνε. Ακόμα και στον τίτλο του, εντοπίζεται η αντίθεση της ένωσης της φωτιάς και του νερού. Αυτή η ιδιαίτερη, έμφυτη αισιοδοξία, η “φλόγα”, μαζί με μια ξεροκέφαλη αγάπη για τον τόπο και τη φύση, παρόλες τις δύσκολες συνθήκες που επικρατούν, φαίνεται πως είναι εμποτισμένη στην κουλτούρα του Αμερικανικού Νότου, μια ιδιαίτερα “βασανισμένη” περιοχή των Η.Π.Α.

Αυτή η ιδιαίτερη, έμφυτη αισιοδοξία, η “φλόγα”, μαζί με μια ξεροκέφαλη αγάπη για τον τόπο και τη φύση, παρόλες τις δύσκολες συνθήκες που επικρατούν, φαίνεται πως είναι εμποτισμένη στην κουλτούρα του Αμερικανικού Νότου, μια ιδιαίτερα “βασανισμένη” περιοχή των Η.Π.Α.

Παρόμοια αίσθηση διαφαίνεται και από τη λογοτεχνία του Mark Twain αλλά και από πιο πρόσφατες δημιουργίες όπως είναι η εξαιρετική ταινία “Beasts of the Southern Wild”. Δυστυχώς όμως, ο τίτλος δεν καταφέρνει να αποδώσει με βάθος αυτά τα συναισθήματα, μένοντας σε μια επιφανειακή και ημιτελή, θα έλεγα, προσπάθεια μιμητισμού. Το κυριότερο πρόβλημά του, κατά την άποψη μου, εντοπίζεται στο γεγονός πως τη συμπαθητική του αισθητική, δεν είναι σε θέση να υποστηρίξει μια ικανοποιητική αφήγηση και ιστορία. Σκεφτείτε πως ακόμα και στο τέλος, στο λιτό αλλά ωραίο τερματισμό του, δεν είχα αναπτύξει καμία σύνδεση ούτε με το χαρακτήρα μου αλλά ούτε και με το πιστό σκυλάκι που με συντρόφευε –που παρεμπιπτόντως φέρει το άκρως ελληνικό όνομα “Aesop” (Αίσωπος, δηλαδή)- από την αρχή του ταξιδιού μου. Και αν το πρώτο “χωνεύεται” σχετικά εύκολα, το δεύτερο είναι ένα –αρνητικό- κατόρθωμα. Ο Αίσωπος όμως, δυστυχώς, δεν είναι παρά ένα σχεδόν διακοσμητικό στοιχείο καθ’ όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού, με ελάχιστη χρησιμότητα σε πρακτικό επίπεδο και με ένα υπερβολικά συχνό, εκνευριστικό -σε βάθος χρόνου- γαύγισμα. Ουσιαστικά, για τον παίκτη, είναι μια κινούμενη βαλίτσα που γαυγίζει. Όταν σε έναν χαρακτήρα δεν έχεις σεναριακό υπόβαθρο και ταυτόχρονα δε δημιουργείς κάποιον συστημικό δεσμό μέσω του gameplay, τότε αυτός είναι καταδικασμένος να περάσει απαρατήρητος για τον παίκτη. Τουλάχιστον το ένα από τα δύο, πρέπει να υπάρχει.

Ευτυχώς, το gameplay του δεν κινείται στα ίδια επίπεδα με την ιστορία του όμως. Το A Flame in the Flood είναι ένα καθαρό παιχνίδι επιβίωσης με έμφαση στην εξερεύνηση και κυρίως στη διαχείριση του διαθέσιμου inventory. Ο παίκτης θα πρέπει να φροντίζει ώστε η ηρωίδα του να μην πεθάνει από αφυδάτωση, πείνα, κρύο, να μην πνιγεί στο ποτάμι και πάντα, να την προστατεύει από τις φονικές επιθέσεις ζώων όπως φίδια, λύκους, αγριογούρουνα και αρκούδες. Μέσα στον κόσμο υπάρχει μπόλικη “πρώτη ύλη” η οποία μπορεί να συνδυαστεί για να κατασκευαστούν διάφορα χρήσιμα αντικείμενα, όπως παγίδες για κυνήγι, ρούχα, ιαματικά τσάι, εργαλεία και πάει λέγοντας. Το παιχνίδι στο κομμάτι αυτό είναι αρκετά καλά ισορροπημένο, αναγκάζοντας τον παίκτη να παίρνει συνεχώς ενδιαφέρουσες αποφάσεις που μπορεί να καθορίσουν το μέλλον του με τρόπους που μπορεί να μη φαντάζεται εκείνη τη στιγμή. Είναι δύσκολο και ιδιαίτερα στην αρχή, μέχρι ο παίκτης να μπει στο νόημα, να μάθει τα αντικείμενα με τις χρήσεις τους και να διαχειρίζεται το χώρο του, θα πεθάνει αρκετές φορές χάνοντας αρκετή ώρα προόδου. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρω πως το “campaign” είναι χωρισμένο σε δέκα περιοχές, με checkpoint να γίνεται αποκλειστικά στην είσοδο κάθε νέας περιοχής.

Το παιχνίδι στο κομμάτι αυτό είναι αρκετά καλά ισορροπημένο, αναγκάζοντας τον παίκτη να παίρνει συνεχώς ενδιαφέρουσες αποφάσεις που μπορεί να καθορίσουν το μέλλον του με τρόπους που μπορεί να μη φαντάζεται εκείνη τη στιγμή.

Το παιχνίδι στην επίτευξη του συναισθήματος της επιβίωσης, θεωρώ πως είναι επιτυχημένο. Η χαρά του να ανακαλύπτεις, ελάχιστα πριν καταρρεύσεις από την πείνα, μερικούς καρπούς που θα σε κρατήσουν στα πόδια σου για λίγο ακόμα, η ασφάλεια και “ζεστασιά” μιας φωτιάς μέσα στην σκοτεινή και παγωμένη νύχτα ή η ανακούφιση όταν οδηγείς μια αγέλη λύκων στην περιοχή μιας τεράστιας αρκούδας και αφήνεις τη φύση να αναλάβει τα υπόλοιπα. Το gameplay δημιουργεί τις συνθήκες για μπόλικες τέτοιες και παρόμοιες στιγμές χαράς, ανακούφισης, θριάμβου αλλά και εκνευρισμού. Αν δεν είσαι κατάλληλα προετοιμασμένος, μια απρόσεκτη στιγμή μπορεί να σε οδηγήσει πολύ γρήγορα στον θάνατο. Θέματα υπάρχουν, όπως ο πολύ χοντροκομμένος έλεγχος της σχεδίας- ιδίως όταν δεν είναι καθόλου αναβαθμισμένη- που μπορεί να οδηγήσει σε ορισμένες άκρως εκνευριστικές αποτυχίες ή  η απουσία της δυνατότητας να “φας” κάτι απευθείας από το δέντρο χωρίς να το αποθηκεύσεις πρώτα στην τσάντα σου. Ωστόσο όλα αυτά είναι πταίσματα μπροστά στον αποτυχημένο τρόπο που κλιμακώνεται το ταξίδι.

Μετά από ένα σημείο, φαίνεται πως οι δημιουργοί είτε στέρεψαν από ιδέες, είτε από χρήμα και χρόνο. Εξηγούμαι. Από τη στιγμή που εξέλιξα τον αποθηκευτικό μου χώρο και μπόρεσα να εξοπλιστώ με αρκετό φαγητό και νερό, το υπόλοιπο ταξίδι έχασε παντελώς την αξία του. Θα μπορούσα να μην σταματάω πουθενά και απλά να κατεβαίνω το ποτάμι, περνώντας από κάθε περιοχή, μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου και να τελειώσει το παιχνίδι. Το παιχνίδι λοιπόν, χάνει έπειτα από ένα σημείο την ισορροπία του και δεν προσθέτει νέες προκλήσεις που να προσαρμόζονται στις αναβαθμίσεις και τις ανέσεις τους παίκτη. Ένιωσα, με λίγα λόγια πως το “εξάντλησα” αρκετά πριν τον τερματισμό του.

Αυτή η έλλειψη περιεχομένου είναι εμφανής και στα περιβάλλοντα, τα οποία επαναλαμβάνονται από αρκετά νωρίς και χωρίζονται σε 4-5 κατηγορίες –στην εκάστοτε κατηγορία μπορείς να βρεις και τα εκάστοτε αντικείμενα, ωθώντας σε να επιλέξεις που θα σταματήσεις-. Και εδώ επανέρχομαι στη αρχική μου διαπίστωση πως το παιχνίδι ξύνει την επιφάνεια των συναισθημάτων που θέλει να προκαλέσει αλλά αδυνατεί να τα εμβαθύνει. Ένας λόγος ακόμα λοιπόν, πέρα από την ελάχιστη ιστορία, είναι η μικρή ποικιλία των περιοχών που “ξεφτίζει” όσο περνάει η ώρα την γοητεία του κόσμου του.

Συνοψίζοντας : Το The Flame in the Flood είναι ένα μικρό ταξίδι επιβίωσης που μπορεί να εξαντλείται γρήγορα αλλά διαθέτει την ικανότητα να προσφέρει ορισμένες δυνατές στιγμές στην πορεία. Στη βάση του είναι ένα έξυπνο, καλοσχεδιασμένο και με αρκετές ενδιαφέρουσες επιλογές, παιχνίδι που μπορεί να προσφέρει 6-8 ώρες ποιοτικότατου παιξίματος. Ωστόσο, είναι ένας τίτλος που νιώθεις πως φτάνεις στο “ταβάνι” του πιο νωρίς απ’ ότι έπρεπε. Με ένα εξαιρετικό Soundtrack και μια μελαγχολική ατμόσφαιρα βγαλμένη από τα “σπλάχνα” του Αμερικανικού Νότου, συνθέτει ένα ιδιαίτερο αισθητικό αποτέλεσμα που δυστυχώς δεν διαθέτει την απαραίτητη ιστορία για να αναδειχθεί σε κάτι παραπάνω από μια επιφανειακή, συμπαθητική συναισθηματική εμπειρία. Παρόλα αυτά, η Molasses Flood απέδειξε και με το παραπάνω πως δικαιούται να δημιουργεί παιχνίδια και ευελπιστώ να έχει την ευκαιρία να εξελιχθεί με πολλούς ακόμα τίτλους.
Box Art
Tested on : PC
Developer : The Molasses Flood
Publisher : The Molasses Flood
Available for : PC, Xbox One
Release date : 2016-02-24

7 comment(s)