Το Side Quest είναι ένα ημερολόγιο σκόρπιων σκέψεων που γεννήθηκαν από περιπλανήσεις σε εικονικούς κόσμος
Υποθέτω ότι όσο εύκολο είναι να συμπαθήσεις το Mixtape, άλλο τόσο είναι και να το αντιπαθήσεις. Ακόμα πιο εύκολο, ενδεχομένως, να σε αφήσει κάπως αδιάφορο. Πρόκειται για μια ιστορία ενηλικίωσης τριών εφήβων σε μια επαρχιακή πόλη στην Καλιφόρνια των Η.Π.Α., κάπου στη δεκαετία του 90. Και αν οι ιστορίες ενηλικίωσης έχουν μια λίγο-πολύ καθολική απήχηση, εδώ γίνεται υπό ένα πολύ συγκεκριμένο πρίσμα που θα μπορούσε να αποξενώσει αρκετούς. Το πρίσμα αυτό είναι η μουσικοφιλία υπέρτατου βαθμού. Το αποτέλεσμα θυμίζει κάτι σαν έργο του John Hughes με πρωταγωνιστή έναν έφηβο Rob Gordon, κεντρικό χαρακτήρα της ταινίας (και του βιβλίου) High Fidelity.
Και αν εκεί τα μουσικά γούστα παρέμεναν ως επί το πλείστoν σε mainstream πεδία, εδώ, αντιπροσωπεύοντας μια “ψαγμένη” έφηβη που θέλει να κάνει και το κομμάτι της επιδεικνύοντας το εκλεπτυσμένο γούστο της, οι επιλογές είναι σαφώς πιο ιδιαίτερες και λιγότερο προφανείς. Προσωπικά το παραδέχτηκα γι’ αυτές του τις αποφάσεις. Γιατί θα μπορούσε κάλλιστα να έχει κάποιες πολύ εύκολες “νίκες”, επιλέγοντας δημοφιλή και ευρέως γνωστά τραγούδια των 80s, 90s, όμως, προτιμάει να μείνει πιστό στον χαρακτήρα του (ή υπήρχε θέμα με τα πνευματικά δικαιώματα, δεν θα μάθουμε ποτέ, αλλά, στην τελική, δεν έχει και σημασία κιόλας).

Το παιχνίδι διαδραματίζεται την τελευταία μέρα προτού η παρέα “σπάσει” μετά το λύκειο. Η Stacey, η πρωταγωνίστρια, σκοπεύει να μετακομίσει στη Νέα Υόρκη για να κυνηγήσει το όνειρό της να γίνει –φημισμένη- music supervisor, ακυρώνοντας έτσι τα αρχικά πλάνα που είχαν για ένα roadtrip όλοι μαζί. Σαν γνήσια μουσικόφιλη λοιπόν τι κάνει για αυτήν την ξεχωριστή και φορτισμένη τελευταία μέρα; Δημιουργεί ένα Mixtape (μια συλλογή από τραγούδια/μουσικά κομμάτια δηλαδή) που θα την “ντύσει”, σαν soundtrack. Όπως αναφέρει στις πρώτες στιγμές του παιχνιδιού, πρόκειται για retrospective, μια μουσική ανασκόπηση δηλαδή, για την σχέση της με τους δύο κολλητούς της.
Αυτό που προσωπικά με συγκίνησε ή μάλλον καλύτερα, πυροδότησε μέσα μου μια σειρά από σκέψεις, είναι η ίδια πρωταγωνίστρια και η σχέση της με την μουσική. Υπάρχουν άραγε ακόμα έφηβοι με τέτοιου είδους απόλυτα συμβιωτική σχέση με την μουσική; Η λογική λέει “ναι”, αλλά, ταυτόχρονα το “boomer” μυαλό μου πιστεύει “όχι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο”. Αυτό βέβαια, δεν το αναφέρω ως θετικό ή αρνητικό και σίγουρα δεν πρόκειται για σνομπισμό ή οποιαδήποτε απόπειρα υποτίμησης της νέας γενιάς. The Kids are alright που λέγανε και οι WHO το 1965 και ως δάσκαλος σε δημοτικό, δεν έχω καμία αμφιβολία. The kids are always alright, μην έχετε καμία αμφιβολία γι’ αυτό!

Είναι περισσότερο ένας –ειλικρινής- συλλογισμός σχετικά με το αν το σημερινό περιβάλλον μπορεί να καλλιεργήσει και να θρέψει μια τέτοιας μορφής σχέση με την μουσική – ή με οποιαδήποτε άλλη τέχνη. Παίζοντας το παιχνίδι, και ως παιδί που μεγάλωσε σε επαρχία αγαπώντας με –σχεδόν θρησκευτικό- πάθος την μουσική, τον κινηματογράφο και τα βιντεοπαιχνίδια, στριφογύριζε συνέχεια η σκέψη μέσα μου πως η Stacey μοιάζει με κειμήλιο μιας πολύ συγκεκριμένης εποχής. Όπως το φορητό CD player που κουβαλάει συνέχεια μαζί της, αυτός ο τύπος ανθρώπου που αντιπροσωπεύει, φαίνεται να έχει πλέον εξαφανιστεί ή να σπανίζει στις μέρες. Για να δούμε όμως πρώτα σε τι αναφέρομαι.
Η Stacey δεν ακούει απλά μουσική, ζει την ζωή της μέσα από την μουσική. Η μουσική της ταυτότητα είναι η σημαντικότερη πτυχή του χαρακτήρα της. Ό,τι της συμβαίνει το ερμηνεύει και το εκφράζει μέσα από την μουσική. Για αυτήν, η ακρόαση δεν είναι απλά ένα ευχάριστο συνοδευτικό κομμάτι στο background, είναι στο προσκήνιο, μια ενεργητική δραστηριότητα, μέσω της οποίας επεξεργάζεται και διασπά -σαν το στομάχι την τροφή- όσα της συμβαίνουν. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι δεν παίζει μουσική, δεν είναι δηλαδή μουσικός. Δεν εκφράζεται συνθέτοντας ή παίζοντας κάποιο μουσικό όργανο. Ακούει απλά μουσική και είναι βυθισμένη στην κουλτούρα της. Γι’ αυτήν, ένα προσεκτικά επιλεγμένο mixtape είναι έκφραση, είναι το απόλυτο αποτύπωμα συναισθηματικής μνήμης, καθώς και μια πράξη ειλικρινούς αγάπης. Σημαίνει ότι αυτή η τελευταία μέρα είναι πολύ σημαντική για αυτήν.

Νιώθω πως υπάρχει “κάτι” σε αυτόν τον τρόπο ζωής και την σύνδεση με την μουσική, που στην εποχή του ίντερνετ και των social media δεν μπορεί πλέον αναδυθεί με τον ίδιο τρόπο. Με λίγα λόγια, είναι άλλο πλέον το προφίλ, όχι μόνο του μουσικόφιλου αλλά και του σινεφίλ, του λάτρη των βιντεοπαιχνιδιών κ.ο.κ. Και το επαναλαμβάνω, δεν λέω πως το ένα προφίλ/εποχή είναι καλύτερο/η ή χειρότερο/η, απλά ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις έχουν αλλάξει και τον τρόπο που σχετιζόμαστε με τις τέχνες που αγαπάμε.
Είναι φυσικά μια πολύπλοκη και πολυπαραγοντική κουβέντα, αλλά, αυτά τα μικρά άρθρα δεν προσφέρονται για βαθυστόχαστες αναλύσεις που οδηγούν σε αδιάψευστα συμπεράσματα. Είναι για να κάνουμε κουβέντα. Εγώ λοιπόν θα σταθώ μόνο σε δύο πράγματα που θεωρώ πως έχουν επηρεάσει τις σχέσεις μας με τις εμπορικές τέχνες ή την βιομηχανία καλλιτεχνικής ψυχαγωγίας, αν προτιμάτε, στον 21ο αιώνα. Πρώτον, η αποπνικτική αφθονία της ψηφιακής εποχής, όπου ανά πάσα στιγμή κάποιος μέσω διαδικτύου μπορεί να έχει πρόσβαση σε ατελείωτο περιεχόμενο και δεύτερον, τα social media.

Προφανώς, η εύκολη πρόσβαση σε τόσο μεγάλο όγκο περιεχομένου είναι γενικότερα κάτι θετικό. Δεν νομίζω ότι μπορεί κάποιος να το αμφισβητήσει σοβαρά αυτό. Από την άλλη, ακόμα και η θετικότερη εξέλιξη, έχει τις σκιές της. Η “έλλειψη” εκείνης της εποχής δημιουργούσε μια “δίψα”, μια παθιασμένη επιθυμία για οτιδήποτε σχετικό με την τέχνη που αγαπάς και αυτό με την σειρά του, γιγάντωνε μέσα σου τα πάντα, τα μυθοποιούσε. Και όταν έβρισκες “κάτι”, σαν αιώνια περιπλανώμενος σε μια έρημο που βρίσκει επιτέλους λίγες σταγόνες νερό, το αντιμετώπιζες με ευλάβεια. Το έβλεπες/άκουγες/έπαιζες/το διάβαζες (γιατί μιλάμε και για περιοδικά ή βιβλία σχετικά με το αντικείμενο) με το 101% της προσοχής σου.
Είχε σημασία. Ήταν κάτι ξεχωριστό, κάτι πολύτιμο. Και επειδή ήσουν ερωτευμένος με την μουσική/τις ταινίες/τα βιντεοπαιχνίδια, την/τις/τα σκεφτόσουν όλη μέρα. Τα ξανάκουγες/ξανάβλεπες/ξανάπαιζες ξανά και ξανά. Ξαναδιάβαζες τα ίδια άρθρα, τα ίδια reviews και αφιερώματα. Ονειροπολούσες με αυτά, τα σκεφτόσουν και με τόσο “κενό” χρόνο μέχρι το επόμενο “νέο” πράγμα, εμβάθυνες, μάθαινες κάθε σπιθαμή τους. Και αυτά, με τέτοια ζύμωση, προφανώς πότιζαν την ψυχή σου. Προσέξτε όμως, όλο αυτό το “ερωτικό” παιχνίδι γινόταν μέσα σου, ήταν κάτι προσωπικό και ενεργητικό.

Το λέω αυτό γιατί και τώρα άμα σου αρέσουν αυτά τα πράγματα μπορείς να βυθιστείς σε αυτά 24 ώρες την ημέρα. Φυσικά και μπορείς. Αλλά όχι μέσα σου. Δεν υπάρχει χώρος για αυτήν την ονειροπόληση, την δίψα. Τώρα είναι το αντίθετο. Αν σου αρέσουν, είσαι μονίμως “μπουκωμένος”, σκασμένος. Στο ίντερνετ, στα σόσιαλ (που έχουν μετατρέψει το προσωπικό σε δημόσιο και κάθε αγάπη σε μια μορφή θεατρινίστικης επίδειξης), σε ακόμα ένα τραγούδι, ακόμα μια ταινία, ακόμα ένα παιχνίδι. Ο αλγόριθμος θα σε θρέψει ακατάπαυστα. Φυσικά ο αντίκτυπος δεν έχει χαθεί, αλίμονο αν ένας έφηβος δεν συγκινούνταν βαθιά από τέτοια πράγματα, αλλά όλη η κουλτούρα γύρω από αυτά είναι διαφορετική. Ή τουλάχιστον, έτσι μου φαίνεται εμένα.
Σε εμένα, που κοντεύω στα 40 και μεγάλωσα ψάχνοντας κάθε βίντεο κλαμπ σε όποια πόλη τύχαινε να βρίσκομαι, μήπως βρω κάποια κλασική ή cult ταινία που διάβαζα στο περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ. Σε μένα, η σημερινή εποχή μου φαίνεται χειρότερη, λιγότερο αγνή, χαοτική, αποπνικτική... Αλλά, κατά βάθος, ξέρω ότι αυτό δεν ισχύει. Ξέρω ότι δεν υπάρχει καλύτερη και χειρότερη εποχή. Υπάρχει μόνο η εποχή που ήσουν εσύ έφηβος και οι εποχές που ήταν οι άλλοι. Αισθάνομαι δηλαδή κάπως σαν τον τύπο στο San Michele του Θανάση Παπακωνσταντίνου που νιώθει η εποχή να τον έχει ξεπεράσει και προσπαθεί –μάταια- να την καταλάβει. Ξέρω ότι εγώ έχω το άδικο και τα παιδιά το δίκιο. Πάντα έτσι ήταν και πάντα έτσι πρέπει να είναι.
Πείτε μου, λοιπόν, εκείνες τις ιστορίες σας, που κάνουν τα καλάμια να λυγίζουν…
Το Side Quest θα επιστρέφει κάθε Τρίτη.