Πλοκή:
Ένας μπαμπάς με τις δύο κόρες του μετακομίζουν στην επαρχία της Ιαπωνίας, κοντά στο νοσοκομείο όπου αναρρώνει η μητέρα τους. Εκεί, τα παιδιά θα συναντήσουν κάποια μαγικά πλάσματα που κατοικούν στο διπλανό δάσος.
Δώσε μου και λίγο context:
Η τέταρτη ταινία του Miyazaki είναι ίσως η πιο εμβληματική της καριέρας του και η πρώτη του πραγματικά μεγάλη παγκόσμια επιτυχία. Βέβαια, αυτό δεν έγινε αμέσως, αλλά, σταδιακά στην δεκαετία του 90, όπου βρήκε τεράστια απήχηση στην Αμερική μέσα από την κυκλοφορία της σε βιντεοκασέτα. Την σημασία της μαρτυρά και ένα άλλο στοιχείο: ο Totoro, το μαγικό πλάσμα της ταινίας, βρίσκεται από το 1991 στο σήμα του Studio Ghibli, κάνοντάς τον κάτι σαν επίσημη μασκότ του studio. Και αν αναρωτιέστε πριν από αυτό πώς ήταν το σήμα, η απάντηση ίσως σας εκπλήξει. Μέχρι το 1991, δεν είχε καν σήμα!

Εντυπωσιακή είναι επίσης η πολύ μικρή κλίμακα της παραγωγής του. Σύμφωνα με τον Toshio Suzuki, έναν από τους 4 συνιδρυτές του studio το 1985, το My Neighbor Totoro φτιάχτηκε από μόλις 8 animators, μέσα σε 8 μήνες. Παράλληλα εντός του studio, αναπτυσσόταν από τον Isao Takahata και μια άλλη ταινία με πρωταγωνιστές δύο παιδιά, που όχι απλά κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά, αλλά, την ίδια ακριβώς μέρα στην ιαπωνική αγορά. Στις 16 Απριλίου του 1998 λοιπόν, εμφανίστηκε στους ιαπωνικούς κινηματογράφους ένα από τα πιο θρυλικά “double features” της ιστορίας, με το My Neighbor Totoro και το Grave of the Fireflies να συνθέτουν ένα μαγικό ταξίδι συναισθημάτων από το ένα άκρο, στο άλλο.
Γιατί να το δώ;
Γιατί είναι μια τέλεια ταινία. Και το εννοώ κυριολεκτικά. Δεν θα άλλαζα ούτε μισό καρέ. Σίγουρα, σε ένα θεματικό επίπεδο, υπάρχουν πιο φιλόδοξα έργα του studio, αλλά κανένα δεν έχει αυτήν την μινιμαλιστική κομψότητα. Οι μικροί απολαμβάνουν τις καταστάσεις, την κάθε ενέργεια και αντίδραση των παιδιών στην οθόνη, οι μεγάλοι βλέπουν ίσως το πιο όμορφο πορτραίτο της παιδικής ηλικίας που φτιάχτηκε ποτέ.

Γιατί είναι το απόλυτο αντίδοτο στην σύγχρονη βιομηχανία του animation που βασίζεται στις αστραπιαίες εναλλαγές, την φορτωμένη πλοκή και μια επιθετικά “φανταχτερή” αισθητική που πασχίζει ανελλιπώς να κρατήσει την προσοχή των παιδιών. Το Totoro από την άλλη, με τον αργό ρυθμό και τις μαγικές, γαλήνιες εικόνες του μοιάζει σήμερα σχεδόν ριζοσπαστικό. Αν έχετε παιδιά, κάντε τους αυτό το δώρο.
Για την ανθρώπινη ζεστασιά του.
Για τον σχεδιασμό των μαγικών πλασμάτων του. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην εξωτερική τους εμφάνιση. Ο Totoro και τα υπόλοιπα πνεύματα του δάσους δεν μπαίνουν ποτέ σε ένα απόλυτα κατανοητό καλούπι, δεν υποβιβάζονται σε μονοδιάστατα “λούτρινα” που πασχίζουν κάθε δευτερόλεπτο να αποδείξουν το πόσο φιλικά ή προσιτά είναι. Διατηρούν ένα μυστήριο και μια άγρια αύρα. Είναι ταυτόχρονα γλυκά, προσιτά, αλλά και κάπως τρομακτικά.
Για την all-time-classic σκηνή στην στάση του λεωφορείου. Μια σκηνή που σκηνοθετικά θυμίζει Χίτσκοκ.

Γιατί όλη η ταινία κινείται σε έναν χώρο ανάμεσα στο όνειρο, την φαντασία και την πραγματικότητα. Ένα μίγμα μαγικού ρεαλισμού που ανυψώνεται σε μια συμβολική ιστορία με πολλαπλές ερμηνείες, αλλά, κυρίως, αποτυπώνεται στον θεατή σαν ένα παρηγορητικό παραμύθι για την ομορφιά και την μαγεία της ζωής.
Για την αποτύπωση της φύσης και της επαρχίας της Ιαπωνίας.
Γιατί είναι μια απόδειξη πως η πλοκή δεν είναι πάντα το σημαντικότερο πράγμα σε μια ταινία. Η βύθιση σε έναν κόσμο, σε μια συναισθηματική διάθεση που γοητεύει και μας ενεργοποιεί νοητικά και αισθητικά, αλλά, και η αυτόνομη καλλιτεχνική δύναμη κάθε εικόνας και κάθε σκηνής, μπορούν να είναι οι βασικοί πυλώνες ενός κινηματογραφικού έργου. Εξάλλου, το σινεμά είναι ό,τι κοντινότερο έχουμε στην ονειροπόληση με ανοικτά μάτια.