Πώς το διάστημα επηρεάζει τους αστροναύτες 

Είμαστε σε θέση να προσαρμοστούμε σε αυτό;

Πώς το διάστημα επηρεάζει τους αστροναύτες

Από την αρχαιότητα οι ουρανοί και τα αστέρια σαγήνευαν τους ανθρώπους, αποτελώντας ταυτόχρονα ένα αντικείμενο μυθοπλασίας αλλά και επιστημονικής μελέτης. Η ομορφιά και το μυστήριο που περιβάλλει τον νυχτερινό ουρανό, σε συνδυασμό με την ανθρώπινη περιέργεια και ευφυΐα υπήρξε η κινητήριος δύναμη για να αρχίσει το είδος μας τα πρώτα του δειλά βήματα στο ηλιακό μας σύστημα. Βλέποντας τα μέχρι τώρα κατορθώματα της ανθρωπότητας, πολύ εύκολα κάποιος θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι απλά θέμα χρόνου και τεχνολογικής προόδου να επεκταθούμε στο υπόλοιπο ηλιακό σύστημα αλλά και πέρα από αυτό. Αν και αυτός ο συλλογισμός δεν είναι απαραίτητα λάθος, δεν είναι απαραίτητα και σωστός, καθώς δεν λαμβάνει υπόψη ένα πολύ σημαντικό παράγοντα, τις αντοχές του ανθρώπινου σώματος στο αφιλόξενο περιβάλλον του διαστήματος.

Η ανθρώπινη φυσιολογία έχει εξελιχθεί και προσαρμοστεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις του γήινου περιβάλλοντος, οπότε οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτές τις συνθήκες μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες για τον ανθρώπινο οργανισμό. Οι αστροναύτες που βρίσκονται σε αποστολή στο διάστημα, βιώνουν διαρκώς τις επιπτώσεις του διαστήματος επάνω στα σώματα τους και ορισμένες από αυτές δεν είναι καθόλου ευχάριστες. Όλους τους σωματικούς κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι αστροναύτες εξαιτίας του περιβάλλοντός τους θα μπορούσαμε να τους χωρίσουμε σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: έλλειψη βαρύτητας, ακτινοβολία, και ψυχολογικοί παράγοντες.

Η έλλειψη βαρύτητας ή πιο σωστά η ύπαρξη μικροβαρύτητας είναι η πιο προφανής επίδραση που θα βιώσει κάποιος μόλις επισκεφθεί το διάστημα και είναι η επίδραση με τα πιο άμεσα αποτελέσματα στο σώμα μας. Η αίσθηση του να αιωρείσαι, όσο ωραία και αν ακούγεται, συνοδεύεται από απώλεια προσανατολισμού, ναυτία, εμετό και ίλιγγο. Η κατάσταση αυτή περιγράφηκε το 1961 από τον κοσμοναύτη Gherman Titov και έκτοτε είναι γνωστή ως Space Adaptation Sickness ή Space Sickness. Μετά από περίπου 72 ώρες βέβαια το σώμα αρχίζει να προσαρμόζεται στο νέο περιβάλλον, με τα συμπτώματα σιγά σιγά να υποχωρούν για να δώσουν έδαφος σε μια σειρά από αλλαγές στην φυσιολογία του σώματος. Λόγω έλλειψης της κάθετης έλξης της βαρύτητας υπάρχει μια ανακατανομή των υγρών στο ανθρώπινο σώμα η οποία προκαλεί πρήξιμο στο πρόσωπο, διαστολή στις φλέβες του λαιμού και ρινική συμφόρηση, συμπτώματα που διαρκούν μέχρι το τέλος της αποστολής. Επίσης υπάρχει μια μείωση στον όγκο του πλάσματος στο αίμα που φτάνει το 20% και εξαιτίας αυτού η καρδιά ατροφεί με συνοδό πτώση της αρτηριακής πίεσης, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα να κάνει τους αστροναύτες πιο επιρρεπείς στην ορθοστατική υπόταση.

Το μυοσκελετικό σύστημα πλήττεται βαρύτατα από την έλλειψη μηχανικής φόρτισης, με την οστεοπενία να αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό πρόβλημα που έχουν να αντιμετωπίσουν οι αστροναύτες στις αποστολές τους. Ο ρυθμός με τον οποίο χάνουν οστική πυκνότητα είναι τρομακτικός. Ένας υγιής νέος χάνει σε ένα μήνα περίπου το 1.5% της οστικής του μάζας με το περισσότερο από αυτό να είναι από την οσφύ, την πύελο και τα ισχία. Εάν αναρωτιέστε που πηγαίνει όλο αυτό το ασβέστιο θα εκπλαγείτε εάν μάθετε πως περνάει στην κυκλοφορία του αίματος με κίνδυνο ασβεστοποίησης των μαλακών ιστών και δημιουργίας πέτρας στα νεφρά. Οι μύες ατροφούν και χωρίς καθημερινή άσκηση μπορούν να χάσουν έως και 20% της μυϊκής τους μάζας μέσα σε 5 με 11 ημέρες. Επίσης ο τύπος των μυϊκών ινών στους στασικούς μύες αλλάζει και από ίνες αργής συστολής κυρίως μετατρέπονται σε ίνες ταχείας συστολής.

Προβλήματα έχουν καταγραφεί και στην όραση των αστροναυτών, γεγονός που οφείλεται εν μέρει στην ανακατανομή υγρών στο σώμα και στην πίεση που ασκούν στα μάτια. Ο βολβός του ματιού τείνει να γίνεται πιο επίπεδος κατά την διάρκεια πολύμηνων αποστολών στο διάστημα και να παρατηρούνται αλλαγές στον αμφιβληστροειδή, κάτι που με την σειρά του θα προκαλέσει μια μείωση στην οξύτητα της όρασης. Τα προβλήματα όρασης που δημιουργήθηκαν παρέμειναν για πολλά χρόνια μετά την αποστολή σε ένα μικρό ποσοστό αστροναυτών. Κάτι το οποίο μου προκάλεσε μεγάλη εντύπωση προσωπικά είναι η αλλαγή της γεύσης που βίωσαν πολλοί. Κάποιοι αναφέρουν πως το φαγητό είναι τελείως άγευστο, ενώ άλλοι λένε πως το αγαπημένο τους φαγητό δεν έχει την ίδια γεύση. Ορισμένοι άλλαξαν τελείως τις διατροφικές τους συνήθειες λέγοντας πως αντιλαμβάνονται διαφορετικά τις γεύσεις. Διάφορα τεστ που έχουν γίνει δεν κατάφεραν να εντοπίσουν την αιτία του φαινομένου, αλλά μέσα από διάφορες θεωρίες η αλλοίωση του φαγητού και ψυχολογικές αλλαγές δείχνουν να ευθύνονται περισσότερο. Οι αστροναύτες για να το αντιμετωπίσουν προτιμούν φαγητά με δυνατές γεύσεις. Επίσης πρόσφατες μελέτες σε μαγνητικό τομογράφο έδειξαν πως μετά από ένα διαστημικό ταξίδι υπάρχει αλλαγή στην θέση και την δομή του εγκεφάλου με τις αλλαγές να είναι πιο έντονες όσο μεγαλύτερη ήταν η διάρκεια του ταξιδιού.

Η ακτινοβολία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο σιωπηλός δολοφόνος του διαστήματος για εμάς τους ανθρώπους, καθώς η επιπτώσεις της δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν με κάποιον τρόπο και ίσως το χειρότερο όλων είναι ότι προς το παρόν δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά για να προστατευτούμε από αυτήν όσο ήμαστε στο διάστημα. Τα μόνα άμεσα εμφανή προβλήματα που δημιουργεί η ακτινοβολία είναι καταρράκτης στα μάτια και προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Επίσης μια έρευνα της NASA κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαστημική ακτινοβολία μπορεί να επιταχύνει την πορεία του Alzheimer. Οι αστροναύτες του Διεθνούς Διαστημικού Σταθμού δέχονται δέκα φορές μεγαλύτερη ποσότητα ακτινοβολίας σε σχέση με την επιφάνεια της Γης. Αν και η μαγνητόσφαιρα του πλανήτη μας παρέχει μια υποτυπώδη προστασία στο προσωπικό του ISS, αποστολές βαθύτερα στο διάστημα όπως στον Άρη, θα άφηναν το πλήρωμα εκτεθειμένο. Μια ηλιακή έκλαμψη μεγάλης ισχύος που θα ερχόταν απροειδοποίητα θα μπορούσε να σκοτώσει μέσα σε λεπτά όλους όσους επέβαιναν στο διαστημόπλοιο.

Οι ψυχολογικές επιδράσεις της ζωής στο διάστημα δεν έχουν εξετασθεί επαρκώς και τα μόνα στοιχεία που έχουμε διαθέσιμα είναι από περιπτώσεις στην Γη όπου πληρώματα έμειναν για πολύ καιρό απομονωμένοι σε κλειστούς χώρους, όπως ερευνητικούς αρκτικούς σταθμούς και υποβρύχια. Ο συνδυασμός της απομόνωσης και της απότομης προσαρμογής του νέου περιβάλλοντος μπορεί να προκαλέσουν αγχώδεις διαταραχές, αυπνία και κατάθλιψη. Όσον αφορά τον ύπνο, επηρεάζεται και η ποιότητα και η ποσότητά του. Ο φωτισμός μέσα στις καμπίνες καθώς και το απαιτητικό πρόγραμμα στον ISS προκαλούν μια απορρύθμιση στον κιρκάδιο ρυθμό και κατ’ επέκταση στα μοτίβα του ύπνου, γεγονός που συμβάλλει στο στρες που βιώνουν οι αστροναύτες.

Από τότε που ξεκινήσαμε να εξερευνούμε το διάστημα οι γνώσεις μας για το πώς να επιβιώσουμε στο ασυγχώρητο περιβάλλον έξω από τον πλανήτη Γη, έχουν αυξηθεί σε βαθμό που η ανθρωπότητα έχει στα άμεσα σχέδια της την επίσκεψη του γειτονικού Κόκκινου Πλανήτη. Ένα τέτοιο ταξίδι όμως απαιτεί μια πολύ μεγαλύτερη περίοδο όπου το πλήρωμα  θα ήταν εκτεθειμένο στους κινδύνους του διαστήματος. Εάν όμως αυτά τα ταξίδια αρχίσουν να γίνονται πιο συχνά και μέρος της ρουτίνας της διαστημικής δραστηριότητας, τότε θα μάθουμε πολλά περισσότερα για το πώς το ανθρώπινο σώμα προσπαθεί να προσαρμοστεί στις αντιξοότητες του διαστήματος.

1 comment(s)