Ο Hayao Miyazaki κλείνει τα 85 του χρόνια και είναι δύσκολο να βρεθεί άλλος δημιουργός που να έχει επηρεάσει τόσο βαθιά το animation και τον κινηματογράφο γενικότερα, με τόσο ήσυχο αλλά διαρκή τρόπο. Όχι μέσα από εντυπωσιακές τεχνολογίες ή θεάματα, αλλά μέσα από ταινίες που εμπιστεύτηκαν τον θεατή και έμειναν μαζί του πολύ μετά το τέλος τους. Σε περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, οι ταινίες του Hayao Miyazaki δεν “διακήρυξαν” ποτέ ότι αλλάζουν το animation, αλλά το έκαναν αθόρυβα.
Από νωρίς, ο Miyazaki αντιμετώπισε το animation όχι ως είδος, αλλά ως κινηματογραφική γλώσσα. Το Nausicaä of the Valley of the Wind έθεσε τις βάσεις για τη μετέπειτα δημιουργία του Studio Ghibli και καθόρισε θεματικά τον κόσμο του με οικολογική ανησυχία, ενσυναίσθηση, χαρακτήρες που επιλέγουν τη συνύπαρξη αντί της κυριαρχίας. Ήταν μια ξεκάθαρη δήλωση ότι το animation μπορεί να σηκώσει βάρος χωρίς να απλοποιεί την πραγματικότητα.

Αυτή η φιλοσοφία βρήκε ευρύτερη απήχηση με το Princess Mononoke. Η ταινία αρνήθηκε τις εύκολες απαντήσεις, παρουσιάζοντας τη σύγκρουση φύσης και βιομηχανίας χωρίς απόλυτους “καλούς” και “κακούς”. Η επιτυχία της απέδειξε ότι το animation μπορεί να είναι απαιτητικό και ταυτόχρονα εμπορικά ισχυρό, σε μια κομβική στιγμή για το μέσο.

Με το Spirited Away, το έργο του Miyazaki ξεπέρασε τα σύνορα της Ιαπωνίας. Το Όσκαρ και η παγκόσμια αναγνώριση έφεραν στο προσκήνιο μια αφήγηση βασισμένη στην ατμόσφαιρα, τη μεταμόρφωση και το συναίσθημα, αποδεικνύοντας ότι το animation μπορεί να σταθεί ισότιμα δίπλα στο live-action σινεμά.

Στα επόμενα χρόνια, οι ταινίες του συνέχισαν να διευρύνουν τα όρια του τι μπορεί να αφηγηθεί το animation. Το Howl’s Moving Castle έκρυβε έναν έντονο αντιπολεμικό λόγο κάτω από τη φαντασία του, ενώ το The Wind Rises αποτέλεσε μια ώριμη, προσωπική ματιά στη δημιουργία, την ευθύνη και την απώλεια. Δεν ήταν ταινίες που κυνηγούσαν τάσεις, αλλά έργα που εξέφραζαν όλο και πιο ανοιχτά την εσωτερική του ματιά.
Ακόμη και στα 80+ χρόνια του, ο Miyazaki δεν γύρισε προς τη νοσταλγία. Το The Boy and the Heron λειτούργησε ως στοχασμός πάνω στο πένθος, τη φαντασία και την κληρονομιά, υπενθυμίζοντας ότι το animation μπορεί να ωριμάζει μαζί με τον δημιουργό του.
