Στις 30 Οκτωβρίου, μια μέρα πριν το Χάλοουιν, στο Ντιτρόιτ των Ηνωμένων Πολιτειών, έφηβοι και ενήλικες της περιοχής γιορτάζουν την Νύχτα του Διαβόλου. Οι βανδαλισμοί, οι μικροκλοπές, οι εμπρησμοί και η εγκληματική συμπεριφορά, την συγκεκριμένη νύχτα είναι κάτι σαν παράδοση σε ορισμένες πόλεις της χώρας. Ο Eric Draven μαζί με την αρραβωνιαστικιά του, Shelly Webster, δέχονται επίθεση από μια ομάδα κακοποιών στο loft τους.
Τους χτυπούν άγρια, τους ακινητοποιούν και στην συνέχεια, μπροστά στα μάτια του ανήμπορου Eric, βιάζουν την αγαπημένη του Shelly, λίγο πριν τον πυροβολήσουν και τον πετάξουν από το παράθυρο του διαμερίσματός τους. Ένα χρόνο αργότερα, τους τάφους της Shelly και του Eric επισκέπτεται η Sarah, μια νεαρή κοπελίτσα που το ζευγάρι συνήθιζε να φροντίζει και να προσέχει. Εκεί, η γλυκομίλητη Sarah, αφήνει μερικά λουλούδια. Λίγο αργότερα, αφού εκείνη έχει φύγει, ένα κοράκι προσγειώνεται πάνω στην ταφόπλακα του Eric. Με το ράμφος του χτυπάει μερικές φορές την πλάκα. Εκείνος ανασταίνεται και έχει πλέον μια αποστολή, να αποδώσει δικαιοσύνη για ό,τι συνέβη στην λατρεμένη του Shelly την μοιραία νύχτα του Οκτώβρη.
Αν το The Crow είναι μια ιστορία εκδίκησης μέσα στη φλόγα και τη βροχή, το Dark City είναι το επόμενο στάδιο της ίδιας αστικής κόλασης, μια πόλη που έχει χάσει εντελώς το φως και την ταυτότητα της. Κυκλοφόρησε το 1998, σε μια εποχή όπου το cyber-noir είχε αρχίσει να κυριαρχεί, λίγο πριν από το Matrix και έμοιαζε με έναν εφιάλτη που ξυπνάει μέσα σε έναν άλλο εφιάλτη. Ένας άντρας ξυπνάει σε ένα άγνωστο δωμάτιο, δεν θυμάται ποιος είναι, κι έξω από το παράθυρο δεν υπάρχει ήλιος. Οι Strangers, μυστηριώδεις φιγούρες ντυμένες στα μαύρα, ελέγχουν τα πάντα, παρακολουθούν κάθε κίνηση, μιλούν με φωνές κάπως απόκοσμες, επαναλαμβάνουν μηχανικά τη λέξη yes στο τέλος των προτάσεων τους, σαν να προσπαθούν να καταλάβουν πώς μιλάει ο άνθρωπος χωρίς να έχουν ποτέ νιώσει τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.
Ο Alex Proyas, o σκηνοθέτης και των δυο ταινιών, αντιμετωπίζει την πόλη ως κεντρικό αφηγηματικό άξονα και όχι ως απλό φόντο δράσης. Δημιουργεί και στις δύο ταινίες ένα περιβάλλον που επηρεάζει τη συμπεριφορά των χαρακτήρων και καθορίζει τη ροή της ιστορίας. Στο The Crow, η πόλη λειτουργεί ως σκηνή παρανομίας και ηθικής αποσύνθεσης, ένα τοπίο όπου η βία γεννά τη λύτρωση μέσα από τον πόνο και το τραύμα. Η αισθητική του φιλμ αντλεί έμπνευση από το γοτθικό ύφος, με αδιάκοπη βροχή, υποφωτισμένα κάδρα και ερείπια που παραπέμπουν σε παρακμασμένα βιομηχανικά τοπία.

Αντίθετα, στο Dark City ο αστικός χώρος έχει αφηρημένη, σχεδόν εργαστηριακή μορφή όπου συνεχώς μεταβάλλεται, ανασυντίθεται και ελέγχεται από αόρατες δυνάμεις, με την αρχιτεκτονική τελικά να μετατρέπεται σε σύμβολο εξουσίας αλλά και αποπροσανατολισμού.
Επιπρόσθετα, έχουμε και το στοιχείο της μουσικής που παίζει και αυτή τον δικό της σημαντικό ρόλο και στις δύο ταινίες. Στο The Crow, τα δυνατά rock κομμάτια και οι σκοτεινές μελωδίες εκφράζουν τη θλίψη και την οργή του ήρωα. Ποιος μπορεί να ξεχάσει άλλωστε το συγκλονιστικό σόλο ή το Birth of the Legend, και ειδικά την εναλλαγή της μελωδίας στο σημείο των τριών λεπτών και είκοσι δύο δευτερολέπτων, εκεί όπου η καρδιά στο στήθος σου χτυπά τόσο δυνατά, σαν να μοιράζεται τον πόνο και την κάθαρση του Eric Draven. Από την άλλη, στο Dark City, οι βαθιές συμφωνικές συνθέσεις ενισχύουν το αίσθημα αποξένωσης και μυστηρίου.

Με αυτές τις δύο ταινίες, ο Alex Proyas καθιέρωσε ένα ξεχωριστό ύφος αστικού τρόμου που συνδυάζει δράση, συναίσθημα αλλά και μιά ιδιαίτερη οπτική ταυτότητα. Και κάθε φορά που επιστρέφουμε σε αυτές τις πόλεις, μοιάζουν σαν να ζωντανεύουν, να δραπετεύουν για λίγο από την οθόνη και να απλώνονται στους τοίχους του σαλονιού, σαν κινούμενη ταπετσαρία που μας τυλίγει ξανά στα σκοτάδια τους.
Must Read
Οι 6 πιο σοκαριστικοί θάνατοι στο σύμπαν του Breaking Bad
Onibaba: Η δαιμονική φιγούρα και οι σκοτεινοί μύθοι της ιαπωνικής ταινίας τρόμου που λίγοι γνωρίζουν!
Fargo: Το πραγματικό έγκλημα πίσω από τη σοκαριστική σκηνή του φινάλε της ταινίας