Μετά τις καταστροφικές πυρηνικές επιθέσεις στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι το 1945, ο ιαπωνικός κινηματογράφος τρόμου βίωσε μια αναγέννηση. Το είδος μεταμορφώθηκε δραματικά, καθώς εκδικητικά φαντάσματα, οργανισμοί μεταλλαγμένοι από την ακτινοβολία και γιγαντιαία τέρατα – τα περίφημα kaiju – ανέλαβαν πρωταγωνιστικούς ρόλους στις ταινίες της εποχής, χαρίζοντας μια νέα, ενδιαφέρουσα διάσταση στον τρόμο.
Ένα από τα πιο εμβληματικά έργα εκείνης της περιόδου είναι το Onibaba (1964), η ατμοσφαιρική ταινία τρόμου του Kaneto Shindō, που συνδυάζει αριστοτεχνικά το ιστορικό δράμα με τον ψυχολογικό τρόμο. Διαδραματίζεται στον διαλυμένο κόσμο του ιαπωνικού Εμφυλίου Πολέμου και αφηγείται την ιστορία δύο γυναικών που πασχίζουν να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούν ο φόβος, η απελπισία και η ανθρώπινη αγριότητα.

Η ηλικιωμένη γυναίκα και η νεαρή νύφη του γιου της έχουν απομονωθεί σε έναν βάλτο πυκνό από καλαμιές, εξασφαλίζοντας την επιβίωσή τους στήνοντας ενέδρες σε περιπλανώμενους σαμουράι, τους οποίους σκοτώνουν και ληστεύουν, ανταλλάσσοντας τα όπλα και τις πανοπλίες τους με τρόφιμα.
Το Onibaba είναι μια ταινία τρόμου που δεν περιορίζεται στην απλή αποτύπωση του φόβου, αλλά τον ενισχύει με μια μυστηριώδη, ερωτική διάσταση, μετατρέποντας την ατμόσφαιρα σε μια εφιαλτική πραγματικότητα. Ο ήχος από τις καλαμιές γίνεται όλο και πιο απόκοσμος από ένα σημείο και μετά, ενώ προκαλεί μια αίσθηση ανατριχίλας, σαν να προμηνύει κάτι απειλητικό. Είναι αλήθεια ότι ίσως να άξιζε ένα κείμενο αφιερωμένο αποκλειστικά στα τεχνικά μέσα και τις σκηνοθετικές τεχνικές που καθιστούν αυτή την ταινία ένα αριστούργημα. Ωστόσο, προς το παρόν, ας επικεντρωθούμε στις πηγές έμπνευσης και στα στοιχεία που διαμορφώνουν το καλλιτεχνικό της όραμα, όπως το παραδοσιακό ιαπωνικό θέατρο No και τους λαϊκούς μύθους.

Το σενάριο λοιπόν αντλεί έμπνευση από την παραδοσιακή ιαπωνική φιγούρα της Onibaba, όρος που μεταφράζεται ως "δαιμονική γριά". Σύμφωνα με τη μυθολογία της Ιαπωνίας, η Onibaba ήταν κάποτε μια απλή γυναίκα, η οποία, πλημμυρισμένη από οργή και απόγνωση ή καταδικασμένη από μια κατάρα, μεταμορφώθηκε σε δαίμονα. Η μεταμόρφωσή της συνδέεται με την έννοια της κακής μοίρας στην ιαπωνική παράδοση. Σε άλλες εκδοχές, απεικονίζεται ως φάντασμα που στοιχειώνει τις περιοχές όπου έζησε, προκαλώντας τρόμο με την όψη και την αλλόκοτη συμπεριφορά της. Χάνοντας την ανθρώπινη υπόστασή της, είναι πλέον ένα δαιμονικό πλάσμα, καταδικασμένο να περιπλανιέται για πάντα, αναζητώντας εκδίκηση.
Αυτός ο μύθος είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της ταινίας, δίνοντας στον σκηνοθέτη την δυνατότητα να εξερευνήσει τις ανθρώπινες αδυναμίες, τα σκοτεινά πάθη και τις καταστροφικές συνέπειες της οργής και της ζήλιας. Όσο για τη μάσκα Hannya, που εμφανίζεται στην ταινία, είναι μία από τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες του ιαπωνικού θεάτρου. Όταν κάποιος τη φορά, δεν αποκτά απλώς την εμφάνιση ενός δαίμονα, αλλά η διαδικασία της μεταμόρφωσης ολοκληρώνεται, με τον φορέα της μάσκας να μετατρέπεται ουσιαστικά σε δαίμονα ο ίδιος.

Η χρήση αυτής της τρομακτικής εικόνας στην ταινία εντείνει τη φρίκη στην αφήγηση, η οποία αποκτά έναν βίαιο και υπερφυσικό χαρακτήρα. Οι έννοιες του παραλόγου, της μεταμόρφωσης και του αλλόκοτου, σε συνδυασμό με ανθρώπινα συναισθήματα όπως ο φόβος της εγκατάλειψης, η ζηλοφθονία και τα πιο άγρια ένστικτα, κάνουν το Onibaba ένα πραγματικά μοναδικό αριστούργημα στο είδος του τρόμου.
Tags
Must Read
Από το Dark City μέχρι το The Crow: Ο αστικός τρόμος που σημάδεψε τα ’90s
15 χρόνια μετά, το Shutter Island εξακολουθεί να καθηλώνει με την ατμόσφαιρα του
Οι 6 πιο σοκαριστικοί θάνατοι στο σύμπαν του Breaking Bad