Στο ‘Nightmare Alley’ του Guillermo del Toro συναντάμε το πιο φοβερό θηρίο | Review  

Που έχει ανθρώπινο πρόσωπο και ένα παρελθόν-εφιάλτη

Στο ‘Nightmare Alley’ του Guillermo del Toro συναντάμε το πιο φοβερό θηρίο | Review

O βραβευμένος με Όσκαρ, Guillermo del Toro (The Shape of Water, Pan's Labyrinth), κάθεται για ακόμη μια φορά στην καρέκλα της σκηνοθεσίας στο νεονουάρ θρίλερ ψυχολογικού τρόμου Nightmare Alley, αντλεί έμπνευση από το διάσημο μυθιστόρημα του William Lindsay Gresham, έχοντας επιμεληθεί και το σενάριο από κοινού μαζί με την Kim Morgan. Το κύριο cast απαρτίζεται από τους: Bradley Cooper, Cate Blanchett, και Rooney Mara, ενώ εμφανίζονται επίσης και οι: Toni Collette, Willem Dafoe, Richard Jenkins, Ron Perlman, Mary Steenburgen, και ο David Strathairn.

Ο κύριος άξονας της υπόθεσης που τοποθετείται στη δεκαετία του 1940, περιστρέφεται γύρω από τον γοητευτικό, αριβίστα και φιλόδοξο ‘Stanton Carlisle’ (Bradley Cooper) που δουλεύει σε ένα περιοδεύον τσίρκο, ενώ έχει έφεση στο να χειραγωγεί ανθρώπους και καταστάσεις, προς προσωπικό του όφελος. Έχοντας καταφέρει λοιπόν, να “κλέψει” γνώσεις που μπορούν να τον αναδείξουν σε κορυφαίο πνευματιστή, αποφασίζει να δοκιμάσει την τύχη του και να χτίσει το δικό του μονοπάτι προς την επιτυχία για να σαγηνεύσει μέλη της υψηλής κοινωνίας της Νέας Υόρκης. Με τη μέχρι τώρα αφοσιωμένη βοηθό και σύντροφό του, ‘Molly’ (Rooney Mara), ο άνδρας αυτός σκοπεύει να στήσει το απόλυτο κόλπο εναντίον ενός πολύ εύπορου παράγοντα της πόλης (Richard Jenkins), ερχόμενος σε συνεννόηση με μία αινιγματική ψυχίατρο, η οποία δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμη τις προθέσεις της, ώστε να είναι δύσκολο να πει κανείς αν είναι φίλη ή εχθρός.

Στην εν λόγω παραγωγή των Searchlight Pictures, TSG Entertainment, και Double Dare You Productions, είναι αδύνατον να μην αναγνωρίσεις την υποβλητική ατμόσφαιρα μίας ρετρό ιστορίας μυστηρίου την οποία ενισχύουν κατάλληλα η φωτογραφία του Dan Laustsen και οι μελωδίες του Nathan Johnson.

Ωστόσο, διαπιστώνουμε ότι υφίστανται και επιρροές τόσο από το The Prestige όσο και από το The Illusionist, απλά αυτό που ενδέχεται να ξενίσει τον δέκτη είναι ότι σε αρκετές φάσεις του το παρόν φιλμ αντιμετωπίζει προβλήματα στη συνοχή του σε σύγκριση με τις δύο παραπάνω ταινίες. Μπερδεύεται δυσανάλογα πολύ το κουβάρι και η πλοκή του μοιάζει να ξεχειλώνει πάνω στην προσπάθεια του δημιουργού να μας παρουσιάσει όλες τις αθέατες πτυχές που συνθέτουν τον συγκεκριμένο σκοτεινό μυθοπλαστικό γρίφο.

Εν προκειμένω, αξίζει να επισημάνουμε ότι μέσα από την ξεχωριστή και ιδιαίτερα στυλιζαρισμένη σκηνοθετική μανιέρα του εξαιρετικά χαρισματικού del Toro, αποτυπώνεται στο πανί της μεγάλης οθόνης με πιστότητα το καθεαυτού υλικό του αντίστοιχου βιβλίου. Διαμορφώνεται μάλιστα, ένα παρακμιακό, δυσοίωνο τοπίο κάπου ανάμεσα στο παραμυθένιο και το γκροτέσκο, σε φαντασία και πραγματικότητα, όπου η αλήθεια συγχέεται με την απάτη, την ψευδαίσθηση, το συνειδητό με το ασυνείδητο και το γεγονός με το όνειρο. Δυστυχώς, όμως, κάτι τέτοιο συντελείται χωρίς νεύρο, τόλμη και ένταση, σε σημείο που λόγω των υπερβολικών πλατειασμών που συνοδεύουν την απόδοση ορισμένων σκηνικών να ατονεί σημαντικά το ενδιαφέρον του κοινού εξαιτίας του έντονου επεξηγηματικού χαρακτήρα που παρατηρείται σε αυτά. Οπότε ο ρυθμός πέφτει, και η διάρκεια της ταινίας ξεφεύγει σε χρόνο.

Μάλιστα, η προσκόλληση στη λεπτομέρεια και την τεχνική αρτιότητα της εικόνας κάνει τον Del Toro να επενδύει υπέρ του δέοντος σε όσα υπηρετούν τις προδιαγραφές ενός noir θεάματος, με αποτέλεσμα το νόημα του έργου να “εκτρέπεται” από την πορεία του. Άρα, χάνει σε φυσικότητα και αυθορμητισμό. Εκεί ακριβώς βαλτώνει η εξέλιξη της δράσης, και ειδικά αν σταθεί κανείς στο πως είναι δομημένοι οι διάλογοι, διακρίνεται ένας υπέρμετρος ζήλος από πλευράς των συντελεστών, οι ατάκες να αποπνέουν συνεχώς κάτι το ευφυές, το βαρύγδουπο. Επιπλέον, πέρα από τις αστοχίες του σεναρίου, ο δραματικός τόνος φαντάζει να υπερτερεί και να κερδίζει έδαφος έναντι άλλων.

Στην αφήγηση αυτή που ξεκινά από τεχνάσματα, εντυπωσιοθηρικές ατραξιόν με φρικιαστικό διάκοσμο φτάνοντας έως την ψυχαναλυτική εμπειρία, κυριαρχεί η βαριά σκιά των περασμένων, το απόκοσμο και το δέλεαρ του πλούτου. Γυάλινα βάζα με μακάβριο περιεχόμενο, η προδοσία, τα μυστικά, οι σπέκουλες, οι εμμονές, ο καιροσκοπισμός, ανεξιχνίαστα κίνητρα, βίαια και ζοφερά σκηνικά που κουρελιάζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, φέρνουν στο φως μία σιχαμερή ασχήμια που συχνά κρύβεται στα μύχια της ψυχής.

Θίγονται έμμεσα ζητήματα όπως ο δόλος, η ατιμωρησία, η διαφθορά, η ανηθικότητα και η καταχρηστική λογική του απυρόβλητου για όσους συγκεντρώνουν εξουσία στα χέρια τους, και πιστεύουν ότι κανένας δεν τους αγγίζει γιατί είναι πάνω απ’ όλους και όλα. Ο ατομικισμός, η πλεονεξία, η παράλογη εκτίμηση ενός ρίσκου, η ματαιοδοξία, ο στυγνός ωφελιμισμός γεννούν το απόλυτο τέρας της απληστίας που ορμώμενο από φθόνο και πρωτόγονα άγρια ένστικτα ελευθερώνεται για να αρπάξει και να τραφεί ώσπου να χορτάσει το ανικανοποίητο εγώ του.

Μέσα σε αυτή την ιδιότυπη αλληγορία με καφκικά στοιχεία, ο βασικός δρων μετεωρίζεται ανάμεσα σε τρομερά διλήμματα, στην αγωνία και τον υπαρξιακό προβληματισμό. Συχνά γίνεται έρμαιο των παθών του, παρασύρεται από την ιδιοτέλεια και ενδίδει σε ένα ξέφρενο κυνήγι για δόξα και χρήμα που λειτουργεί ως η πηγή της δυστυχίας του, με τον αληθινό κίνδυνο και την αβεβαιότητα να ζυγώνουν ολοένα και πιο απειλητικά, ενώ πλησιάζει η έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το επιτελείο των ηθοποιών καταβάλλει φιλότιμη προσπάθεια να αντισταθμίσει τις όποιες αδυναμίες ανταποκρινόμενοι στις απαιτήσεις των ρόλων τους, αλλά εκείνος που δεν καταφέρνει να σε πολυπείσει ως τραγικός ήρωας είναι και ο πρωταγωνιστής. Ο Bradley Cooper είναι σαν να μην έχει κατορθώσει να ταυτιστεί και να εναρμονιστεί αρκετά με το βαρύ φορτίο που κουβαλά η φιγούρα του.

Το αμφιλεγόμενο και ξεφουσκωμένο από σασπένς φινάλε του Nightmare Alley διχάζει και έρχεται λιγάκι άτσαλα, βάζοντας τελεία με έναν κάπως αμήχανο και σχεδόν πεσιμιστικά αδιέξοδο τρόπο, ώστε εύλογα να αναρωτιέται ο θεατής αν όντως ταίριαζε ο επίλογος αυτός.