Όταν ο James Gunn ανακοίνωσε πως αναλαμβάνει το τιμόνι του νέου DC Universe, οι αντιδράσεις ήταν ανάμεικτες. Και μόνο το όνομα του δημιουργού, που μας έδωσε τα Guardians of the Galaxy και The Suicide Squad, αρκούσε για να μας υποψιάσει ότι εδώ δεν θα είχαμε να κάνουμε με ένα απλό reboot, αλλά με μια εκ θεμελίων αναδόμηση του lore και μία ολοκαίνουργια προσέγγισή του: Ένα νέο ενιαίο αφήγημα, με καθαρότητα και εσωτερική συνοχή, χωρίς τις σκιές του Snyderverse και τη χαοτικότητα που μας είχε συνηθίσει η Warner τα προηγούμενα χρόνια.
Το Superman είναι η έναρξη του νέου DCU και ως εκ τούτου, όχι απλώς μια ταινία για τον πιο αναγνωρίσιμο υπερήρωα όλων των εποχών, αλλά μια δήλωση προθέσεων για όσα θα ακολουθήσουν.

Πιστός στο όραμά του για πιο character-driven ταινίες με καρδιά, ο Gunn, πλάθει με τη βοήθεια του David Corenswet, έναν νέο Superman, πιο γήινο και λιγότερο αποστασιοποιημένο από του Henry Cavill, που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του όχι απλώς ως προστάτη της ανθρωπότητας, αλλά ως κομμάτι της. Αυτό είναι, ίσως, το πιο ξεκάθαρο σημάδι της προσέγγισης του Gunn, που παράλληλα δίνει και την ευκαιρία στον Corenswet να παραδώσει τον πιο ανθρώπινο Superman μετά τον Christopher Reeve.
Στο ίδιο μήκος κύματος και η Lois Lane της Rachel Brosnahan, είναι αιχμηρή, παρούσα, με πραγματικό agency και όχι απλώς το love interest της ιστορίας. Ο Lex Luthor του Nicholas Hoult, επίσης, αποτελεί ισχυρό αντίβαρο, που εγείρει πραγματική απειλή. Οι τρεις τους καταφέρνουν και συνθέτουν έναν στιβαρό πυρήνα που θα μπορούσε να στηρίξει από μόνος του την ταινία, ωστόσο αυτός αποδυναμώνεται γιατί στην προσπάθειά του να στήσει το νέο σύμπαν, ο Gunn, γεμίζει το σενάριο με υπερπληθώρα δευτερευόντων χαρακτήρων.

Πολλοί από αυτούς τους χαρακτήρες του ευρύτερου DCU (κυρίως ο Mister Terrific και ο Guy Gardner), κλέβουν ανά στιγμές την παράσταση από τον κεντρικό ήρωα, όχι γιατί ο Corenswet είναι χειρότερος ηθοποιός, αλλά γιατί τα traits που τους χαρίζει το σενάριο, τους αβαντάρουν σε σχέση με τον συχνά «αβοήθητο» Superman.
Κι αν αυτό, φυσικά, μπορούμε να το παραβλέψουμε ως έμφυτο ελάττωμα ενός πρώτου κεφαλαίου που στήνει τις βάσεις για ένα νέο σύμπαν, αυτό που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το ίδιο εύκολα είναι η ανισορροπία στον τόνο. Το χιούμορ - trademark του σκηνοθέτη, δε λειτουργεί παντού και συχνά υπονομεύει τη δραματική ένταση που ο ίδιος πάει να χτίσει.

Οπτικά η ταινία δεν πατάει στη σκοτεινιά του Snyder, αλλά υιοθετεί μια πιο φωτεινή και αισιόδοξη αισθητική. Οι σκηνές action είναι στιβαρές, όμως ίσως λιγότερο εντυπωσιακές από όσο θα περίμενε κανείς για μια μεγάλη επανεκκίνηση. Και αυτό, είναι ίσως το πιο αξιέπαινο ρίσκο που παίρνει το Superman. Η ταινία του Gunn, δεν επιχειρεί να είναι μεγαλειώδης και δεν προσπαθεί να σε εντυπωσιάσει. Θέλει να σε κερδίσει με σταθερότητα, χαρακτήρα και συναίσθημα. Και τα καταφέρνει ακόμα και επιλέγοντας να παίξει σε χαμηλούς τόνους.
Ίσως δεν είναι η επική έκρηξη που πολλοί θα περίμεναν και που, δικαίως, θα θέλαμε, αλλά σίγουρα είναι μια βάση γεμάτη καρδιά, ικανή να στηρίξει ένα σύμπαν που μέχρι πρότινος φαινόταν χαμένο.
Must Read
Disclosure Day Review: Ένα καλοκαιρινό blockbuster που μας θυμίζει γιατί αγαπήσαμε τον Spielberg
Τα review μας αλλάζουν...
Forza Horizon 6 Review – Ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει!