Need for Speed Unbound Review – Ή του ύψους ή του βάθους...

Η ιστορική σειρά επιστρέφει με ένα τολμηρό και συγχρόνως μπερδεμένο κεφάλαιο

Δε χωρά καμία αμφιβολία πως η σειρά Need for Speed έχει γράψει με χρυσά γράμματα το όνομά της στην gaming ιστορία, έχοντας επηρεάσει όσο λίγα franchises το genre από το 1994 μέχρι σήμερα. Από το θρυλικό Underground, μέχρι το προσωπικό μου αγαπημένο, το Most Wanted (2005), σίγουρα οι ένδοξες στιγμές είναι πολλές. Ωστόσο, σίγουρα έχουν υπάρξει και αρκετά σκαμπανεβάσματα. Νομίζω πως η σειρά προσπαθεί εδώ και καιρό να ανακαλύψει ξανά την ταυτότητά της και παρόλο που άλλα μακρόβια franchises, όπως τα Forza και Gran Turismo, έχουν κατασταλάξει πλέον όσον αφορά τη συνταγή τους, με τα πρόσφατα κεφάλαιά τους να θριαμβέβουν, το Unbound, το νεότερο Need for Speed, είναι ίσως το πιο πειραματικό μέχρι σήμερα.

Μετά το Need for Speed Heat που δεν κατάφερε κάποια ιδιαίτερη επιτυχία, η EA πήρε την απόφαση να δώσει τα ηνία στην Criterion Games των Burnout, Need for Speed: Hot Pursuit (2010) και Need for Speed: Most Wanted (2012), μετατρέποντας την Ghost Games σε βοηθητικό στούντιο. Η έμπειρη Criterion, λοιπόν, αποφάσισε να δοκιμάσει έναν ιδιαίτερο συνδυασμό με το Unbound, τόσο με την αισθητική όσο και με το gameplay του παιχνιδιού.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, το ζουμί του Need for Speed Unbound βρίσκεται στο singe-player mode, το οποίο μπορεί να κρατήσει κάποιον απασχολημένο για πολλές ώρες. Υπάρχει κανονική ιστορία και cutscenes, και μάλιστα πριν ξεκινήσει η δράση υπάρχει η επιλογή να φτιάξουμε το δικό μας χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, εργαζόμαστε στο γκαράζ ενός μηχανικού αυτοκινήτων που είναι συγχρόνως και ο μέντοράς μας, στην φανταστική πόλη Lakeshore City που βασίζεται στο Σικάγο. Όταν όμως ξαφνικά αρχίζουμε να συμμετέχουμε σε παράνομους αγώνες και να κάνουμε μεταφορές οχημάτων, τα πράγματα στραβώνουν και μια μεγάλη προδοσία έρχεται να μας στείλει στο μηδέν. Δύο χρόνια μετά ο χαρακτήρας μας αποφασίζει να ριχτεί πάλι στους δρόμους και να κερδίσει ό,τι έχασε.

Προσωπικά μου άρεσαν αρκετά οι ιδέες του campaign και δεν μπορώ να πω ότι οι ανατροπές του ήταν τόσο προβλέψιμες. Το όλο concept «ξεκινάω από το μηδέν για να φτάσω στην κορυφή» πάντα μπορεί να έχει απήχηση και χτυπάει στην έμφυτη ανάγκη των περισσότερων ανθρώπων για αυτοβελτίωση. Ωστόσο, παρόλο που το concept είναι καλό στο χαρτί, το καστ των χαρακτήρων και οι ατάκες που ακούγονται από αυτούς φλερτάρουν με τα όρια του cringe. Αν και οι περισσότεροι διάλογοι γίνονται τηλεφωνικά κατά την οδήγηση, αυτό που μου έμεινε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ένα cutscene κατά το οποίο δύο βασικοί χαρακτήρες διαφωνούσαν και το παιχνίδι μάς έδειχνε έναν άλλο να παρεμβαίνει για να κάνει το σκηνικό live stream στα social media. Γενικά το Unbound προσπαθεί υπερβολικά να είναι όσο πιο ‘cool’ γίνεται και οι ατάκες, τα αστεία και οι αναφορές θυμίζουν πολλές φορές αυτόν τον «Εγώ θα κάτσω εδώ, με τη νεολαία» θείο που έχουμε όλοι.

Η ιστορία, λοιπόν, είναι θα έλεγα ή του ύψους ή του βάθους, με αρκετές καλές και κακές στιγμές, κάτι που χαρακτηρίζει βέβαια και την όλη εμπειρία γενικότερα. Σε αυτό το σημείο θέλω να μιλήσω για την εικαστική προσέγγιση, η οποία είναι ίσως η πιο πολυσυζητημένη πτυχή του Unbound. Η Criterion επέλεξε να μπλέξει το ρεαλιστικό στοιχείο, με οπτικά εφέ που μοιάζουν με κινούμενα graffiti, την ώρα που οι χαρακτήρες είναι cel-shaded και μοιάζουν σα να βγήκαν από anime. Το αποτέλεσμα είναι όταν κάνεις drift, όταν ανοίγεις το νίτρο ή όταν τρακάρεις για παράδειγμα, η οθόνη να γεμίζει με φαντασμαγορικά οπτικά εφέ, όπως μπορείτε να δείτε στις εικόνες που συνοδεύουν το άρθρο. Παραδόξως, ενώ τα εφέ μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάζουν υπερβολικά, δεν είναι στην πραγματικότητα τόσο κουραστικά και απεναντίας έρχονται να συμπληρώσουν πολλές φορές τη δράση με εντυπωσιακό τρόπο. Προσωπικά δεν είμαι και ο μεγαλύτερος fan και δεν κατάφερα ποτέ να συμπαθήσω την αισθητική των χαρακτήρων, αλλά αντιλαμβάνομαι πως πρόκειται για κάτι που έγκειται στις προσωπικές προτιμήσεις του καθενός.

Αυτό που δεν μπορώ να προσάψω με τίποτα στο Unbound είναι πως δεν έχει στιλ. Το θέμα είναι το κατά πόσο αυτή η τολμηρή προσέγγιση είναι κοντά στα γούστα του καθενός ή όχι. Συνολικά η εμπειρία κλείνει προς την κουλτούρα του υποείδους της trap μουσικής, η οποία παίζει διαρκώς από τα ηχεία, χωρίς να υπάρχουν πολλές μουσικές επιλογές για όσες προτιμούν κάπως διαφορετικά ακούσματα. Για την ιστορία να αναφέρω πως το soundtrack εμπλουτίζει και μουσική του πασίγνωστου A$AP Rocky, ο οποίος μάλιστα υπάρχει και σαν χαρακτήρας μέσα στο παιχνίδι.

Πέρα από την αισθητική και την ιστορία, σκαμπανεβάσματα εντόπισα και στο gameplay. Έχουμε να κάνουμε με μια καθαρά arcade εμπειρία, η οποία βασίζεται κυρίως στο drift και στο boosting με νίτρο. Ο μηχανισμός που μου άρεσε πολύ είναι τα έξτρα boosts: Κάθε φορά που κάνεις κάτι σωστά, όπως για παράδειγμα μια καλή στροφή, drifting, drafting του αέρα των μπροστινών οχημάτων ή close call περνώντας ξυστά δίπλα από κάποιο διερχόμενο όχημα, γεμίζει μια επιπλέον μπάρα νίτρο ή οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για περιορισμένο χρόνο πριν χαθεί. Τι σημαίνει αυτό; Το παιχνίδι σε πιέζει συνεχώς να οδηγείς προσεκτικά και με στιλ, μιας και τα επιπλέον boosts είναι καθοριστικής σημασίας για την διεκδίκηση των πρώτων θέσεων, ενώ κάθε καλό drift μπορεί να ευθυγραμμιστεί με την άμεση ενεργοποίηση του νίτρο που αποκτήθηκε χάρη στο drift αυτό καθ' αυτό.

Βέβαια, όσο ωραία εκτελεσμένη και αν είναι αυτή η ιδέα, το gameplay βασίζεται υπερβολικά πολύ σε αυτή και στο drifting, για τα δικά μου γούστα. Το αποτέλεσμα είναι τα αμάξια να δίνουν την αίσθηση είτε πως κάνουν πατινάζ είτε πως είναι τόσο βαριά που δε γίνεται να στρίψουν αν δεν κάνεις drift. Να αναφέρω σε αυτό το σημείο πως κάθε όχημα έχει μια μπάρα χειρισμού που τείνει προς τον έλεγχο ή προς το drift. Τα αυτοκίνητα, λοιπόν, που είχαν προδιάθεση για drift, σχεδόν δεν μπορούσα να τα ελέγξω. Παρόλο που μιλάμε για arcade racing, το οποίο μπορεί να προσφέρει μερικές πολύ ικανοποιητικές στιγμές, προσωπικά η αίσθηση της οδήγησης με απογοήτευσε και μου φάνηκε κάπως υπερβολική.

Δομικά το παιχνίδι έχει αρκετές καλές ιδέες, που έχουν όμως ψεγάδια. Το campaign είναι χωρισμένο σε ημέρες. Όλη η δράση λαμβάνει χώρα σε μια περίοδο τριών εβδομάδων, οπού στο τέλος της κάθε εβδομάδας είναι προγραμματισμένος ένας μεγάλος αγώνας. Έτσι, κάθε φορά πρέπει να γίνει η κατάλληλη προετοιμασία για την αποκορύφωση στο εκάστοτε Qualifier, το οποίο απαιτεί και ένα ειδικής κατηγορίας όχημα κάθε φορά. Η ύπαρξη αυτού του ξεκάθαρου στόχου στον ορίζοντα μου άρεσε πολύ και δίνει μια άλλη βαρύτητα στα όσα κάνει ο παίκτης.

Παράλληλα, η κάθε μέρα είναι χωρισμένη στο πρωί και στο βράδυ. Τα πρωινά οι αγώνες είναι πιο εύκολοι, αλλά δίνουν λιγότερα χρήματα. Τα βράδια οι αμοιβές είναι μεγαλύτερες, αλλά παραμονεύει η αστυνομία. Μάλιστα, αν αποφασίσεις να κάνεις πολλούς αγώνες το πρωί, το heat level ανεβαίνει και έτσι το βράδυ που ξεκινάνε οι πραγματικές ‘Big Money’ αναμετρήσεις, το ρίσκο να τα χάσεις όλα είναι μεγαλύτερο, αν σε πιάσει η αστυνομία. Οι ιδέες αυτές είναι πολύ καλές τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη, αλλά όπως προανέφερα υπάρχουν κάποια ψεγάδια.

Προσωπικά βρήκα κάπως υπερβολική την αστυνομία, χωρίς όμως να μπορείς και εύκολα να πιαστείς, εκτός αν τα παρατήσεις εντελώς. Οι πιο OCD παίκτες που θα θέλουν κάθε μέρα και νύχτα να εξαντλήσουν τους διαθέσιμους αγώνες, θα ενοχληθούν πιθανότατα από αυτή, αφού φτάνει πανεύκολα τα «πέντε αστεράκια» και εν τέλει είναι απλά ένα εμπόδιο λίγων λεπτών κάθε φορά, μέχρι να καταφέρεις να μπεις στον αγώνα όταν σε χάσει. Νομίζω πως η υλοποίηση αυτού του concept κλέφτες και αστυνόμοι που υπάρχει στον πυρήνα της σειράς εδώ και χρόνια, θα μπορούσε να έχει γίνει κάπως καλύτερα. Τέλος, να αναφέρω πως υπάρχουν και διάφορες έξτρα open world δραστηριότητες πέρα από τους αγώνες στα σημεία που συγκεντρώνονται οι παράνομοι racers, όμως αυτές δεν ξεφεύγουν από το συνηθισμένο, όπως σπάσε αυτές τις πινακίδες, μάζεψε αυτά τα collectables ή πέρνα γρήγορα από αυτά τα σημεία.

Εξαιρετική δουλειά έχει γίνει πάντως στο customization, αφού το κάθε τι πάνω στο αυτοκίνητο μπορεί να τροποποιηθεί. Μάλιστα, μιας και το παιχνίδι σου ζητά για το κεντρικό campaign να έχεις τέσσερα διαφορετικά οχήματα τεσσάρων διαφορετικών κατηγοριών απόδοσης, το πιθανότερο είναι πως αφού τα βρεις, θα καταπιαστείς με τις αναβαθμίσεις, με αποτέλεσμα να δεθείς μαζί τους. Ξεκινάς για παράδειγμα με ένα κλασικό μαύρο Honda και λίγο μετά το έχεις κάνει πύραυλο, το έχεις ντύσει με αυτοκόλλητα, αεροτομές και πιο επιθετική μάσκα, με το παιχνίδι να δίνει αυτή την πολύ ικανοποιητική αίσθηση της εξέλιξης.

Κλείνοντας να αναφέρω πως ο τεχνικός τομέας είναι πολύ προσεγμένος. Με εξαίρεση το pop-up που παρατήρησα, η έκδοση του PS5 που έπαιξα δεν είχε σοβαρά τεχνικά προβλήματα και έτρεχε ομαλά στα 60FPS χωρίς σκαμπανεβάσματα. Συγχρόνως, η απεικόνιση ήταν κρυστάλλινη, με αρκετή λεπτομέρεια στα αστικά περιβάλλοντα και αρκετές στιγμές με φαντασμαγορικούς φωτισμούς και όμορφες αντανακλάσεις, ειδικά τις νύχτες.

Συνοψίζοντας : Το Need for Speed Unbound είναι ένα παιχνίδι που σίγουρα έχει στιλ, αλλά το πόσο αυτό το στιλ θα σας κάνει κλικ, έγκειται κυρίως στα προσωπικά σας γούστα. Σχεδόν δέκα χρόνια, λοιπόν, μετά το τελευταίο της βασικό κεφάλαιο, η έμπειρη Criterion ανέλαβε τα ηνία και αποφάσισε να πειραματιστεί σε μια σειρά που φαίνεται να πάσχει πλέον από κρίση ταυτότητας. Αυτός ο πειραματισμός εντοπίζεται τόσο στο εικαστικό όσο και στο gameplay. Από τη μια η αισθητική είναι ρεαλιστική με πινελιές anime/cel-shading που σε άλλους θα αρέσουν και σε άλλους όχι, ενώ το gameplay είναι ξεκάθαρα arcade, με στοιχεία από Burnout και τεράστια έμφαση στο drifting, σε βαθμό που νιώθεις ότι τα οχήματα κάνουν πατινάζ αρκετές φορές. Ναι, το Unbound μπορεί να χαρίσει μερικές άκρως απολαυστικές στιγμές, αλλά δεν μου είναι εύκολο να το προτείνω σε όσους δεν τους κάνει κλικ το εικαστικό και το γενικότερο ‘trap’ στυλ.
Box Art
Developer : Criterion Games
Publisher : Electronic Arts
Available for : PS5, Xbox Series X|S, PC
Release date : 02-12-2022