Knives out Review – Ξεχωρίζοντας μεταξύ ψεύτικων και αληθινών μαχαιριών 

Δύο γνώμες για το απολαυστικό μυστήριο του Rian Johnson

Knives out Review – Ξεχωρίζοντας μεταξύ ψεύτικων και αληθινών μαχαιριών

Στέλλα Παπασαραφιανού

Στο αστυνομικό θρίλερ-μαύρη κωμωδία Knives Out του Rian Johnson (Looper, Star Wars: The Last Jedi), που έχει πραγματοποιήσει ήδη ένα φιλόδοξο πέρασμα από το φετινό Φεστιβάλ του Τορόντο, ο Daniel Craig μπαίνει στον ρόλο ενός δαιμόνιου ντετέκτιβ και ανάβει φωτιές ενώ παλεύει να ξετρυπώσει έναν πανούργο δολοφόνο.

Μεταξύ άλλων, εμφανίζεται ένα εκλεκτό cast ηθοποιών όπως οι: Daniel Craig (Spectre), Chris Evans (Avengers: Endgame), Jamie Lee Curtis (Halloween, A Fish Called Wanda, True Lies), ο υποψήφιος από την Ακαδημία, Michael Shannon (The Shape of Water), η Ana de Armas (Blade Runner 2049, War Dogs), Toni Collette (Hereditary, Unbelievable), Lakeith Stanfield (Get Out, Sorry to Bother You, Atlanta), Don Johnson, Katherine Langford, Jaeden Martell, και ο βραβευμένος με Όσκαρ, Christopher Plummer (Beginners).

Ο παραπάνω διάσημος σκηνοθέτης, που λειτουργεί εδώ και ως παραγωγός μαζί με τον συνεργάτη του, Ram Bergman, ανέκαθεν γοητευόταν από το μυστήριο νουάρ αφηγήσεων και ειδικότερα εκείνων της Agatha Christie. Επί μία δεκαετία λοιπόν, δούλευε στο μυαλό του ένα ανάλογο εγχείρημα που τελικά βρήκε τον δρόμο του προς την μεγάλη οθόνη.

Στην ταινία αυτή, ο Craig και ο Stanfield ενσαρκώνουν δύο ντετέκτιβ, που ξεκινούν έρευνα για την διαλεύκανση του φόνου ενός λαμπρού συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας, του “Harlan Thrombey” (Plummer), η σορός του οποίου θα βρεθεί εντός της πολυτελούς του έπαυλης την ημέρα των 85ων  γενεθλίων του. Ο θάνατος του ευκατάστατου αυτού ηλικιωμένου και πατριαρχικής φιγούρας μίας πολύ ιδιόρρυθμης και όχι και τόσο μονιασμένης οικογένειας, ανοίγει τον φάκελο μίας περίπλοκης υπόθεσης. Καθένα από τα μέλη του στενού κύκλου των συγγενών του εκλιπόντα θεωρείται πια ύποπτο για το συμβάν, και ο επιθεωρητής “Benoit Blanc” (Craig) θα μπει σε ένα ιδιότυπο παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι μέχρις ότου εντοπίσει τον δράστη.

Σ’ αυτήν την ιστορία εγκλήματος όπου όλοι είναι στα μαχαίρια και κανείς δεν είναι υπεράνω πάσης υποψίας, πνέει ο νοσταλγικός αέρας μίας ίντριγκας που ναι μεν υφαίνεται με τρόπο αλά Agatha Christie αλλά με μία πιο σύγχρονη ματιά. Ο δημιουργός ακολουθεί με συνέπεια την πεπατημένη του αντίστοιχου είδους προσδίδοντας εντούτοις σε αρκετά σημεία στο έργο ίσως μία πιο σπιρτόζικη νότα με την χρήση βιτριολικού χιούμορ.

Μία φαμίλια μπαίνει στο μικροσκόπιο των αρχών έπειτα από την αναπάντεχη απώλεια της κεφαλής της, με καθέναν από τους οικείους του θανόντα να διαπιστώνεται ότι είχε κίνητρο να τον βγάλει από την μέση, και με έναν ικανότατο ντεντέκτιβ, τον “Benoit Blanc” (Craig) να τους περνάει όλους από εξονυχιστική ανάκριση για να βρει τον αληθινό ένοχο βάζοντάς τους σε αναμμένα κάρβουνα!

Και όσο περισσότερο σκαλίζει για απαντήσεις άλλο τόσο αντιλαμβάνεται ότι οι πιο low profile παίκτες του πράγματος κρατούν έναν άσσο κρυμμένο στο μανίκι τους και μάλιστα με τις ευλογίες του νεκρού, με την ανατροπή να έρχεται μέσα από κλιμακούμενης έντασης επεισόδια και flash backs που δείχνουν ότι η τελική έκβαση θα πέσει λιγάκι βαριά για το σόι του που τρίβοντας τα χέρια του μαζεύτηκε απαρτία για να διαβαστεί η διαθήκη.

Ο Johnson μας παραδίδει μία ιδιότυπη αλληγορική μυθοπλασία-αίνιγμα που δεν αποφεύγει τις συμβάσεις των νουάρ θεαμάτων, αλλά οφείλει να παραδεχτεί κανείς ότι προσθέτει πολύ επιτυχημένα στο project αυτό το στοιχείο του σαρκασμού και της σατιρικής διακωμώδησης, χτίζοντας την ένταση βήμα βήμα, χωρίς να βιάζεται.

Στην ταινία διατυπώνονται πολύ επιδέξια κοινωνικοπολιτικά σχόλια για γεγονότα του σήμερα, και καυτηριάζεται η τρέχουσα επικαιρότητα όπου συχνά απαντώνται η κοινωνική υποκρισία, η πλεονεξία, ο δόλος, η ιδιοτέλεια, η κρίση αξιών, ακραίες ξενοφοβικές απόψεις αλλά και πύρινοι ακτιβιστικοί λόγοι, ενώ στη μέση όλου αυτού έχει στηθεί και δυναμώνει η σύγκρουση διάφορων συμφερόντων που ενδεδυμένα με έναν ηθικολογικό μανδύα διεκδικούν να λάβουν την μερίδα του λέοντος.

Ειδικά, στον επίλογο με τον οποίο κλείνει η εξιστόρηση, το ξέσπασμα του μέχρι πρότινος φλεγματικού και συγκρατημένου ήρωα που υποδύεται ο Craig (ως ένας νέος Ηρακλής Πουαρώ) είναι απλά απολαυστικό δεδομένου ότι ο παράγοντας της έκπληξης που μεσολαβεί τότε, φέρνει το ανατρεπτικό γύρισμα με το οποίο γίνονται επιτέλους και τα αποκαλυπτήρια!

Στο Knives Out, όπου μετά βίας δεν άνοιξε ρουθούνι, η αποκατάσταση του αισθήματος δικαίου έρχεται με την μορφή τραγικής ειρωνείας για όσους πίστευαν ότι είχαν τον θρίαμβο στο τσεπάκι τους, και η πραγματικότητα τους κόβει τα φτερά πριν καν προλάβουν να υψώσουν μουδιασμένοι το βλέμμα τους πάνω σε ένα μπαλκονάκι αντικρίζοντας κατάματα το πρόσωπο που τελικά τους νίκησε.


Γιώργος Πρίτσκας

*Το κείμενο δεν έχει παρά ορισμένα, αμελητέα, spoilers κατά τη γνώμη του γράφοντα. Ωστόσο, παρότι αυτά δεν πρόκειται να υποβαθμίσουν την εμπειρία σας, προσωπικά θα σας πρότεινα να την δείτε χωρίς να γνωρίζετε το παραμικρό.

Συχνά, όταν κάποιος επιλέγει να κάνει μια ταινία σε ένα αυστηρά καθορισμένο είδος, το κάνει με την ελπίδα να αναπαραγάγει με μια φρέσκια οπτική τις συμβάσεις που το χαρακτηρίζουν. Ο στόχος λοιπόν είναι να προσφέρει αυτό που όλοι περιμένουμε αλλά όχι όπως το περιμένουμε. Κάτι τέτοιο κάνει και ο Rian Johnson στο Knives Out, ένα πανέξυπνο “Who Dunnit” με τους ιδιαίτερους χαρακτήρες (ιδιοφυής και εκκεντρικός ντετέκτιβ, πλούσιο θύμα κ..τ.λ.), το τυπικό φόντο (ατμοσφαιρική, απομονωμένη έπαυλη με κρυμμένα μυστικά και ασυνήθιστη διακόσμηση) και φυσικά τις τελικές απροσδόκητες αποκαλύψεις που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι των ιστοριών αυτών. Μόνο με μια μικρή, αλλά, ουσιαστική διαφορά.

Το Knives Out χρησιμοποιεί και παίζει με τις συμβάσεις του είδους του ώστε να διηγηθεί την ιστορία και να αναπτύξει το θέμα του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Όχι σαν αυτοσκοπό. Δηλαδή το είδος υπηρετεί την ιστορία και όχι το ανάποδο. Οπότε, δεν είναι ένα τυπικό “Who dunnit” που εξαντλείται στις αποκαλύψεις του τελευταίου μέρους, ένα ευχάριστο, δηλαδή, παιχνίδι του μυαλού που μόλις τελειώσει η συγκίνηση του μυστηρίου του, τελειώνει και ο λόγος ύπαρξής του. Αντ’ αυτού, ο Αμερικανός σκηνοθέτης χρησιμοποιεί το είδος αυτό για να συνθέσει με έναν παιγνιώδη τρόπο μια ολοκληρωμένη και εύστοχη σάτιρα της σύγχρονης κοινωνικό/πολιτικής κατάστασης στην Αμερική και όχι μόνο. Και το κάνει αυτό τόσο επιτυχημένα και τόσο απολαυστικά που θα μπορούσε, από εδώ και πέρα, να μπει κι αυτό στην -όχι και τόσο μεγάλη- λίστα ταινιών - τεκμήρια για το πώς μια “σοβαρή” ταινία μπορεί ταυτόχρονα να είναι ακαταμάχητα διασκεδαστική.

 Η πολύ έξυπνη και ανατρεπτική επιλογή που κάνει ο Johnson (ο οποίος εκτός από σκηνοθέτης είναι και σεναριογράφος της ταινίας) είναι ότι βάζει τους θεατές όχι πίσω από την οπτική του δαιμόνιου ντετέκτιβ αλλά από την οπτική του δράστη. Από πολύ νωρίς, οι θεατές έχουν στη διάθεση τους πληροφορίες που κανονικά θα αποκτούσαν στην τελική λύση της υπόθεσης. Ωστόσο, αυτή η επιλογή μεταμορφώνει την ταινία και της δίνει όλη την δραματουργική και θεματική της δύναμη. Οι χαρακτήρες που εξετάζονται και αποδομούνται σιγά σιγά, είναι τα μέλη της οικογένεια ενός πλούσιου συγγραφέα που στην ημέρα των γενεθλίων του αυτοκτονεί χωρίς κανέναν προφανή λόγο. Είναι άνθρωποι προνομιούχοι από όλες τις απόψεις που, όμως, παρασιτούν στα πλούτη του “πάρερ φαμήλια”. Πρωταγωνίστρια, μια μετανάστρια που εργαζόταν ως νοσοκόμα του υπερήλικου συγγραφέα, η μόνη “ξένη” στην οικογένεια, την οποία όμως όλοι “αγαπούν” πολύ. Δεν θέλω να επεκταθώ περαιτέρω καθώς η απόλαυση της ταινίας είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις πληροφορίες και την βαθμιαία εξερεύνηση των χαρακτήρων, που πολύ προσεκτικά και μεθοδικά αποκαλύπτονται στον θεατή με το πέρασμα του χρόνου.

Εκεί που θα ήθελα να σταθώ όμως, είναι στο υπέροχο cast που κάνει κάθε σκηνή μια μικρή απόλαυση από μόνη της. Δηλώνω εντυπωσιασμένος από το κωμικό ένστικτο του Daniel Craig ως ντετέκτιβ Benoit Blanc, σε μια ερμηνεία που ισορροπεί θεσπέσια ανάμεσα στο γελοίο και το ιδιοφυές, την παρωδία και την σοβαρότητα. Αναμενόμενα, εξίσου υπέροχοι είναι οι Michael Shannon, Jamie Lee Curtis, Toni Collette και Don Johnson, όπως και η ανερχόμενη Ana De Armas. Δεν ξέρω αν θα πρέπει να θεωρείται πλέον έκπληξη αλλά εξαιρετικός είναι και ο Chris Evans στον ρόλο του απροσάρμοστου και αλαζόνα “ψευτό-επαναστάτη χωρίς αιτία” Ransom. Tώρα που ξεμπέρδεψε με τον Captain America, ελπίζω να μας δείξει πολλά ακόμα διαπιστευτήρια του ταλέντου του. Τέλος, λάτρεψα την μουσική του Nate Johnson που όπως και η ίδια η ταινία πατάει πάνω στις συμβάσεις και εκεί που νομίζεις ότι θα γίνει προβλέψιμη, βρίσκει πάντα τον τρόπο να σε εκπλήξει ευχάριστα.

Εν κατακλείδι, το Knives Out είναι, από τη μία, ένα υπέροχο “Who Dunnit”, με εξαιρετικό ρυθμό, ανατροπές και σενάριο τόσο αρμονικό και δουλεμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια που στο τέλος νιώθεις χαρούμενος για το πόσο φυσικά και απόλυτα παραδόθηκες στα χέρια ενός δημιουργού πολύ πιο έξυπνου από σένα. Και από την άλλη, μια πολύ εύστοχη αποδόμηση των σύγχρονων κοινωνικών παθογενειών που ταλανίζουν τις Η.Π.Α. (και όχι μόνο), δίνοντάς τους πολύ έξυπνα “σάρκα και οστά” στα πρόσωπα των βασικών του χαρακτήρων. Διασκεδαστικό, δαιμόνιο, αστείο, ευαίσθητο και πολύ εύστοχο. Μην το χάσετε.

Βρείτε την ταινία στο IMDB

2 comment(s)