Pet Sematary Review 

Ξέρετε τι επιστρέφει πάντα; Ένα μυθιστόρημα του S. King.

Pet Sematary Review

Στέλλα Παπασαραφιανού

Tο πολυσυζητημένο reboot τρόμου Pet Sematary των Kevin Kölsch και Dennis Widmyer έρχεται ως μία πιο μοντέρνα κινηματογραφική αφήγηση του μύθου που αρχικά ξεπήδησε το 1983 από τις σελίδες του ομώνυμου βραβευμένου μυθιστορήματος του Stephen King, ενώ κατόπιν διασκευάστηκε για πρώτη φορά σε ταινία το 1989 από την σκηνοθέτιδα Mary Lambert.

Σήμερα η μακάβρια αυτή ιστορία παίρνει ξανά σάρκα και οστά, με τον εν λόγω λογοτεχνικό εφιάλτη του διάσημου συγγραφέα να αποδίδεται πια στην πιο σύγχρονη εκδοχή του, αναβιώνοντας στην μεγάλη οθόνη με ορισμένες εντούτοις εμφανείς διαφοροποιήσεις σε σχέση με την προηγούμενη εξιστόρησή του.

Οι δύο προαναφερθέντες δημιουργοί που είχαν συναντηθεί επαγγελματικά και για τις ανάγκες του υπερφυσικού θρίλερ Starry Eyes του 2014, συνεργάζονται και πάλι στο ίδιο είδος, με τα κείμενα της φρέσκιας αυτής μεταφοράς να έχει προσαρμόσει εδώ ο σεναριογράφος Jeff Buhler (Nightflyers).

Ο βασικός άξονας του project περιστρέφεται γύρω από μία οικογένεια που εγκαταλείπει τους γρήγορους ρυθμούς της πόλης, βρίσκοντας σπίτι στην ύπαιθρο δίπλα σε έναν εξοχικό δρόμο. Η πλοκή ειδικότερα εστιάζει σε έναν γιατρό, τον ‘Δόκτορα Louis Creed’ (Jason Clarke) που μαζί με την σύζυγό του, ‘Rachel’ (Amy Seimetz) και τα δυο τους παιδιά, την ‘Ellie’ (Jeté Laurence) και τον ‘Gage’ (για τον ρόλο αυτόν επιστρατεύτηκαν τα δίδυμα Hugo και Lucas Lavoie) μετακομίζουν από την Βοστώνη στην επαρχία Maine. Όμως ένας απλός περίπατος εκεί τριγύρω στην φύση οδηγεί σε μία ανατριχιαστική ανακάλυψη. Σε κοντινή απόσταση βρίσκεται ένα παρατημένο νεκροταφείο ζώων και λίγο πιο πέρα, ένας αρχαίος ινδιάνικος χώρος ταφής που μπορεί να φέρει πίσω στη ζωή ό,τι καταλήξει κάτω από την επιφάνειά του. Το ίδιο το γεγονός της άφιξης των νέων ιδιοκτητών θα πυροδοτήσει μία σειρά από πολύ παράξενα συμβάντα.

Όταν η κόρη του πρωταγωνιστή βρίσκει ακαριαίο θάνατο σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ο άνδρας στρέφεται στον αινιγματικό γείτονά του, ‘Jud Crandall’ (John Lithgow) που του έχει ήδη μιλήσει για εκείνο το μέρος με την απόκοσμη αύρα και το στοιχείο του ανεξήγητου. Οποιαδήποτε σορός ταφεί εκεί επιστρέφει αλλά όχι όπως ήταν αρχικά. Ο ήρωας απελπισμένος, αποφασίζει να σκεπάσει με χώμα το άψυχο σώμα της μικρής, επιθυμώντας να φέρει πίσω το νεκρό κορίτσι. Εντούτοις, στο έδαφος αυτό είναι κρυμμένη μία φρικιαστική δύναμη όμοια με κατάρα που φέρνει στον επίγειο κόσμο παρουσίες από την αντιπέρα όχθη.

Στο μεταφυσικό αυτό θρίλερ των Kevin Kölsch και Dennis Widmyer σε πρώτο επίπεδο όντως δίνεται έμφαση στο να διαμορφωθεί μία υποβλητική, πένθιμη και σκοτεινή ατμόσφαιρα για την οποία ο θεατής προσδοκά να διατηρηθεί μέχρι τέλους όπως επίσης και το σασπένς που την συνοδεύει. Η μουσική του Christopher Young και η διεύθυνση φωτογραφίας του Laurie Rose λειτουργούν ικανοποιητικά ως προς αυτό το κομμάτι.

Συν τοις άλλοις, εν προκειμένω συμβάλλει και ο μυστικιστικός μανδύας που καλύπτει το φιλμ σε συνδυασμό με τα υπαρξιακά ερωτήματα, τα φιλοσοφικά και αλληγορικά μηνύματα που ανιχνεύονται στην όλη υπόθεση, όπως ο φόβος για το αιώνιο αναπόφευκτο, ο πόνος της απώλειας, η ενοχή, η λύπη, η από αρχαιοτάτων χρόνων σύνδεση του ανθρώπου με την γη, και τα συνακόλουθα επικήδεια έθιμα και παραδόσεις διαφόρων λαών που περνούν από γενιά σε γενιά.

Παρόλαυτα, καθώς η δράση του έργου εξελίσσεται, η αίσθηση της απειλής που πλανάται μοιάζει να υποχωρεί βαθμιαία στην συνέχεια. Ίσως λόγω του ότι το στοιχείο της αγωνίας και του τρόμου ενίοτε αποδυναμώνεται από την πιστή εφαρμογή της πεπατημένης σε ανάλογου τύπου θεάματα. Ναι μεν μπορεί να μην απέκλειες την ύπαρξή μερικών κλισέ μοτίβων ή κοινότοπων χειρισμών αλλά σε ξενίζει κάπως η συχνότητά τους. Για παράδειγμα η χρήση των jumpscares για τα οποία δεν είναι δύσκολο να διαβλέψει κανείς σε ποιο σημείο θα κάνουν την εμφάνισή τους, οπότε η τροπή που παίρνουν τα πράγματα αγγίζει τα όρια του προβλέψιμου.

Επιπλέον, παρά το ότι οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι πειστικές δεν δίνονται τα περιθώρια να αναπτυχθούν περαιτέρω οι χαρακτήρες ώστε να εμβαθύνει κάποιος σε αυτούς, κάτι το οποίο θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί με μία πιο κατάλληλη επιμέλεια του σεναρίου. Επιπρόσθετα, ως προς την εναλλαγή των επεισοδίων που λαμβάνουν χώρα, κάπου κάπου οι ρυθμοί τείνουν να είναι δυσανάλογα πιο γρήγοροι και σχεδόν ασθματικοί, χωρίς να παρέχεται η δυνατότητα στον δέκτη να συμβαδίσει στο ίδιο τέμπο με κάποια τεκταινόμενα για να τα επεξεργαστεί και να τα ερμηνεύσει καλύτερα.

Ο επίλογος της ταινίας ενδεχομένως να διχάσει το κοινό ως προς το συναίσθημά του και κυρίως όσους έχουν διαβάσει το αντίστοιχο βιβλίο του Stephen King.

Το φιλμ αποτελεί μία σχετικά φιλότιμη προσπάθεια να βγει σε πιο ζωντανή μορφή ένα ακόμη λαμπρό “πνευματικό παιδί” του σπουδαίου αυτού μετρ του τρόμου, και που σε σύγκριση με την παλαιότερη version προσεγγίζει το θέμα από μία κάπως πιο αλλιώτικη σκοπιά. Το Νεκρωταφίο Ζώων αποπειράται να μας φέρει εγγύτερα με το άγνωστο και την μεταθανάτια ζωή, απλά διστάζει να σκάψει πιο βαθιά και να μας τραβήξει στα έγκατα του αγνού τρόμου του παραφυσικού.

Αντώνης Παυλίδης

Η οικογένεια Creed μετακομίζει στο Maine, στην περιοχή της Νέας Αγγλίας των βορειοανατολικών Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, όπου για χιλιάδες χρόνια οι μοναδικοί κάτοικοι της περιοχής ήταν ιθαγενείς. Η πολιτεία του Maine είναι γνωστή για τα πανέμορφα της τοπία, έτσι, ο νεαρός γιατρός μαζί με την όμορφη σύζυγό του, την χαριτωμένη του κόρη, τον αξιαγάπητο γιο του και τον χαδιάρη τους γάτο, παίρνουν την απόφαση να ζήσουν σε ένα ειδυλλιακό μέρος μακριά από την φασαρία της πόλης όπου τίποτα δεν δείχνει πως θα χαλάσει τα όνειρα της οικογένειας. Πολύ κοντά στο σπίτι όμως, κρύβεται κάτι παράξενο, ένα ξέφωτο όπου γενιές και γενιές μικρών παιδιών θάβουν τα πεθαμένα ζωάκια τους.

Ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα του Stephen King, το ανορθόγραφο Pet Sematary, μεταφέρεται για δεύτερη φορά στο άσπρο πανί, μετά την αρκετά ενδιαφέρουσα διασκευή της Mary Lambert το 1989. Στο πολυσυζητημένο remake τρόμου των Kevin Kölsch και Dennis Widmyer, οι δύο δημιουργοί συνεργάζονται για ακόμη μία φορά στο ίδιο είδος, ενώ πίσω από το σενάριο της σύγχρονης αυτής μεταφοράς βρίσκεται ο Jeff Buhler. Παίζουν ακόμη η Amy Seimetz ως η ‘Rachel’, η σύζυγος του πρωταγωνιστή, η Jeté Laurence ως η κόρη τους, η ‘Ellie’ και τα δίδυμα Hugo και Lucas Lavoie ως ο νεαρός ‘Gage’. Στον ρόλο της ‘Zelda’, της αδερφής της Rachel, βλέπουμε την Alyssa Brooke Levine, με τον John Lithgow να ενσαρκώνει τον ‘Jud Crandall’.

Ένας από τους λόγους που κάνουν τις ιστορίες του Stephen King τόσο ιδιαίτερες και ξεχωριστές είναι ο τρόπος που καταφέρνει να συνδυάσει το «φυσικό» με το «παραφυσικό». Έχει βρει την επιτυχημένη συνταγή δηλαδή, να τοποθετεί καθημερινούς ανθρώπους να έρχονται αντιμέτωποι με τις χειρότερες φοβίες τους, οι οποίες αντανακλούν στους αναγνώστες αλλά και στους θεατές στην συνέχεια όπου λειτουργούν παραβολικά για να σχολιάσουν και να θέσουν ζητήματα που απασχολούν ευρύτερα στην κοινωνία. Στο Pet Sematary καταπιάνεται με τον θάνατο και με το πώς αυτός επηρεάζει και στην ουσία πως είναι ικανός να ελέγχει όλη μας την ύπαρξη.

Η καινούργια εκδοχή της ταινίας, σε σχέση με την παλαιότερη, είναι σίγουρα πιο σκοτεινή και μακάβρια, κάνοντας αρκετά βήματα μπροστά δίχως δισταγμό να προσθέσει κομμάτια του βιβλίου, τα όποια είναι ακόμα πιο αιματηρά και γεμάτα φρικαλεότητες. Αυτή και μόνο η απόφαση ήταν αρκετή για να παραδεχτώ πως τελικά άξιζε τον κόπο για ένα ακόμα remake μιας κλασσικής ταινίας τρόμου της δεκαετίας του 80’. Τα θετικά στοιχεία της ταινίας όμως δεν σταματούν εκεί. Εντύπωση μου έκανε η σωστή προσέγγιση των πολυσυζητημένων Jumpscares. Συνήθως, αυτή η τεχνική χρησιμοποιείται με έναν φθηνό χειρισμό και μια διάθεση χιουμοριστική παρά ουσιαστική για την πλοκή.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η τεχνική των Jumpscares εφαρμόζεται με πετυχημένο τρόπο και λειτουργούν σαν σημάδια, τα οποία υπάρχουν για να προειδοποιήσουν τους ήρωες μας για τις αλλόκοτες αλλά και επικίνδυνες καταστάσεις που έρχονται στο κοντινό τους μέλλον. Στα θετικά επίσης ανήκουν οι εξαιρετικές ερμηνείες από ολόκληρο το καστ των ηθοποιών, οι οποίοι σε κρατούν στην υπόθεση, ειδικά στο τρίτο μέρος το οποίο νομίζω πως ίσως ήταν και το πιο αδύναμο στην ταινία. Μετά από το απαραίτητο «χτίσιμο» στο πρώτο και δεύτερο μέρος της ιστορίας, ένιωσα πως το τρίτο μέρος ήρθε κάπως απότομα, επηρεάζοντας σημαντικά την όμορφη ροή καταστάσεων που είχε δημιουργήσει μέχρι εκείνη την στιγμή η ταινία.

Αυτό ήταν και το μοναδικό κακό που βρήκα εγώ στο πολυσυζητημένο remake τρόμου, του Stephen King. Είχε εξαιρετική ατμόσφαιρα, με πολύ ενδιαφέρουσες ερμηνείες και ένα όμορφα δομημένο σενάριο το οποίο δίνει μεγάλη βαρύτητα στους χαρακτήρες, με μοναδικό του μειονέκτημα αυτό του τελευταίου μέρους. Όταν βάζεις μία οικογένεια να ζει δίπλα σε έναν αρχαίο ινδιάνικο τόπο ταφής, όπου κάτω από τα χώματα του σαπίζουν πτώματα κατοικίδιων των παιδιών της περιοχής, σίγουρα τα πράγματα θα εξελιχθούν αλλόκοτα. Σε γενικές γραμμές, το Pet Sematary άξιζε μία φρέσκια εκδοχή τελικά.

Βρείτε την ταινία στο IMDB.

3 comment(s)