Three Billboards Outside Ebbing, Missouri Movie Review 

Μία ιστορία αυτοδικαίωσης με αμόλευτη την ανθρώπινη ουσία της

Three Billboards Outside Ebbing, Missouri Movie Review

Έπειτα από πέντε χρόνια ηχηρής απουσίας του από την καρέκλα του σκηνοθέτη, ο ιρλανδικών ριζών Martin McDonagh (In Bruges, Seven Psychopaths), επανέρχεται δριμύτερος στο προσκήνιο με το Τhree Βillboards Οutside Εbbing, Μissouri για να μας θυμίσει γιατί οι κινηματογραφικές μυθοπλασίες που ενορχηστρώνει φέρουν ένα εξαιρετικά αυθεντικό καλλιτεχνικό ύφος, αστείρευτη ευρηματικότητα και την γοητεία ενός θεάματος που συνδυάζει τον αφοπλιστικό ρεαλισμό με τον πλήρως απενοχοποιημένο σαρκασμό. Δεν προκαλεί λοιπόν, καμία έκπληξη το γεγονός πως η ταινία του McDonagh έκανε πάταγο στην 75η Διεξαγωγή των Χρυσών Σφαιρών, και ότι συγκαταλέγεται ήδη στα φαβορί των φετινών συμμετοχών της 90ης Τελετής Απονομής των Βραβείων της Ακαδημίας.

Στην προκειμένη περίπτωση ο εν λόγω δημιουργός ενώνει τις δυνάμεις του με την ταλαντούχα εκπρόσωπο της υποκριτικής και μούσα των αδερφών Coen, Frances McDormand, η οποία καιρό τώρα καταθέτει μέσα από εμβληματικές ερμηνείες τα κορυφαία διαπιστευτήριά της στον χώρο της 7ης Τέχνης. Η πρωταγωνίστρια  παραγωγών που δικαίως ξεχώρισαν μεταξύ των οποίων και το Primal Fear, το Fargo, το Burn After Reading και το Hail, Caesar!, αναλαμβάνει έναν ρόλο-πρόκληση, με τον οποίο επάξια διεκδικεί πια για τέταρτη φορά μία θέση ανάμεσα στους νικητές του Χρυσού Αγαλματίδιου.

Οι Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι εστιάζουν στην μεσήλικη Mildred Hayes, η οποία θρηνεί πλέον σιωπηλά τον βάναυσο θάνατο και τον βιασμό της κόρης της, Angela (Kathryn Newton), επτά μήνες πριν. Παλεύοντας ακόμη να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα, και έχοντας απηυδήσει με την ανεπάρκεια των τοπικών αρχών, ξεκινάει την δική της σταυροφορία εναντίον τους και του άγνωστου θύτη που διαφεύγει της σύλληψης. Είναι αποφασισμένη να βρει τον δολοφόνο του κοριτσιού της με το όποιο τίμημα! Γι’ αυτό και θα βάλει βαθιά το μαχαίρι στο κόκκαλο! Μισθώνει λοιπόν, τις υπηρεσίες μίας διαφημιστικής εταιρείας νοικιάζοντας τρεις πινακίδες κατά μήκος μίας επαρχιακής οδού που οδηγεί στην κωμόπολη του Έμπινγκ, στο Μιζούρι, όπου διαβεί και με τον γιό της (Lucas Hedges) διευθύνοντας την δική της επιχείρηση με διακοσμητικά είδη και σουβενίρ.

Από εκεί και πέρα αρχίζει ένα ντόμινο αλυσιδωτών εξελίξεων που θα ταράξουν για τα καλά τα λιμνάζοντα νερά της καθημερινότητας της κλειστής αυτής κοινωνίας που επιλέγει να κωφεύει και να στρουθοκαμηλίζει αναλόγως των περιστάσεων, μένοντας προσκολλημένη σε ένα μοτίβο εσωστρέφειας και προκατάληψης όπου ακόμη υποβόσκουν άδικες διακρίσεις. Πάνω στις ρεκλάμες του παρατημένου εκείνου δρόμου δεσπόζει πια σε κατακόκκινο φόντο ένα ακανθώδες ρητορικό ερώτημα χωρισμένο σε τρία επιμέρους τμήματα, που απευθύνεται ρητά και κατηγορηματικά στον ευυπόληπτο και σεβαστό αρχηγό της αστυνομίας Bill Willoughby (Woody Harrelson).

Χαίρει της εκτίμησης όλων και αποτελεί το πρότυπο του κάπως εκκεντρικού, ευερέθιστου και αλλοπρόσαλλου υφιστάμενού του, Jason Dixon (Sam Rockwell) που αποβλέπει στην αναγνώρισή του και υπακούει απαρέγκλιτα κάθε εντολή του ανωτέρου του. Η γυναίκα όμως που τους εξαπολύει κατά μέτωπο επίθεση, δείχνει περίτρανα ότι αψηφά τις όποιες προσπάθειες τόσο των δύο ανδρών όσο και των συγχωριανών της να την μεταπείσουν ώστε να αποσύρει το μνημειώδες ‘κατηγορώ’ που έχει στήσει σε περίοπτη θέση τραβώντας αμέσως την προσοχή όποιου επισκέπτεται την περιοχή τους. Ούτε από προειδοποιήσεις ούτε από απειλές πτοείται.

Και επειδή δεν την σκιάζει φοβέρα καμιά, δεν αφήνει ευκαιρία να παρέλθει ανεκμετάλλευτη ώστε να πιέσει τους πληρεξούσιους του Νόμου να επιτελέσουν το καθήκον τους όπως πρέπει. Σε αυτόν τον αγώνα για δικαίωση θα αποκτήσει αρχικά έναν ανώνυμο σύμμαχο ενώ θα προστεθεί και άλλος ένας ακόμη πιο ανέλπιστος υποστηρικτής. Στην πορεία της προς την κάθαρση απροσδόκητες αποκαλύψεις θα την σοκάρουν και θα την παρακινήσουν να δει και υπό άλλο πρίσμα ό,τι και όσους την περιστοιχίζουν. Από την άρνηση βαθμιαία μεταβαίνει στην αποδοχή και από εκεί απαλύνει τις πληγές της με σταθερά και στιβαρά βήματα.

Ο McDonagh υπό τους υποβλητικούς ήχους του Carter Burwell μας παραδίδει ένα απαράμιλλο δείγμα κινηματογράφησης το οποίο συνιστά ένα ιδιότυπο υβρίδιο σύγχρονου δράματος και μαύρης κωμωδίας. Η δράση πετυχαίνει να ‘χτυπήσει’ πολύ εύστοχα σε νευραλγικά σημεία του νου και του θυμικού του θεατή μέσα από ένα σφιχτό σενάριο το οποίο αρθρώνεται με νεύρο και ακαταπόνητη ενεργητικότητα από τα πρόσωπα της όλης πλοκής. Το φιλμ χωρίς να χάνει τον ρυθμό του και κυρίως χωρίς να αναλώνεται σε εντυπωσιοθηρικά θορυβώδη διακροτήματα και κλισέ μελό, αξιοποιεί αριστοτεχνικά το βιτριολικό χιούμορ, την μιμητική απεικόνιση της πραγματικότητας και την σημασία της τραγωδίας που προσλαμβάνει πιο προσωπικό και οικείο πρόσημο. Το πένθος από την απώλεια που βιώνει η ηρωίδα  εναγκαλίζεται με την ανθρώπινη της ύπαρξη η οποία επιζητά διακαώς την λύτρωση, χωρίς όμως να μονώνει ή να εξαλείφει με το επώδυνο φορτίο του πόνου κάποια υποτυπώδη και αναγκαία ίχνη χαράς. Όλες οι ψηφίδες τοποθετούνται σ’ ένα πολύχρωμο και πολυεπίπεδο μωσαϊκό σημασιοδοτήσεων, χωρίς  να μετριέται το παραμικρό στο τέλος ως παραπανήσιο. Η ένταση εκτονώνεται χωρίς εύπεπτες συναισθηματικές εξάρσεις. Το άρτιο φιλμικό περιεχόμενο διατρέχεται από μία γλυκόπικρη αίσθηση που όλως παραδόξως αποπνέει μία συγκρατημένη αισιοδοξία και μία μάχιμη στάση απέναντι στη ζωή.

Το στοιχείο της συγκίνησης πηγάζει από πολύ γνήσια ερεθίσματα ενώ η πιστότητα με την οποία αποδίδεται ο μύθος διασφαλίζεται μέσα από την αναπαράσταση των χαρακτήρων όντας αυτό που λέμε «άνθρωποι της διπλανής πόρτας», με τα υπέρ και τα κατά τους. Η μη εξιδανικευμένη εικόνα τους αποφεύγει με ευελιξία να εντάξει το έργο σε τετριμμένα και πολυφορεμένα καλούπια . Ο τρόπος που άλλοτε ρίχνουν τις άμυνές τους και άλλοτε φορούν την “άτρωτη” πανοπλία τους είναι εύκολα κατανοητός όχι μονάχα από τα λεγόμενά τους αλλά και μέσα από τους διάφορους επιτονισμούς , τις παύσεις, την χροιά φωνής και τις χειρονομίες τους.

Η ανατροπή όμως, ενσωματώνεται και αυτήν προσεγμένα στην ταινία. Σε παγώνει στιγμιαία σαν στήλη άλατος, καθώς αντιλαμβάνεσαι την πολυπλοκότητα της φύσης και τους μηχανισμούς ανασυγκρότησης του ατόμου. Θα πέσεις αρκετές φορές σε γνωστική ασυμφωνία σχετικά με το τί προσδοκούσες να συμβεί από την μία και τί από την άλλη κατεύθυνση. Προβληματίζεσαι εφόσον ανιχνεύεις την συμπτωματολογία από την παθογένεια της βίας και του ρατσισμού που συνεχώς “κακοφορμίζουν”, και συγχρόνως  ταλαντεύεσαι την ώρα που εισέρχεσαι σε γκρίζες ζώνες με εύθραυστες ισορροπίες και ορισμένα σουρεάλ σκηνικά. Συνειδητοποιείς ότι από αλλού το περίμενες και από αλλού σου ήρθε, όχι όμως απαραίτητα με την καθιερωμένα δυσοίωνη έννοια.

Επεξεργάζεσαι ενδόμυχά σου το πώς κάποιος καταφέρνει να εξέλθει όχι αλώβητος, αλλά πιο έμπειρος και μεστωμένος από την έκθεσή του σε προκλήσεις που δοκιμάζουν τις αντοχές του, τόσο ψυχικά όσο και σωματικά παρέχοντάς του το αντίστοιχο κίνητρο. Η ματαιότητα και η ελπίδα συνυπάρχουν όπως επίσης το κοινωνικά αδέξιο και το πολιτικά ορθό, η στασιμότητα και η εξέγερση, το μη αναστρέψιμο παρελθόν και το εύπλαστο παρόν. Σου σερβίρουν με μαεστρία το «κρύο πιάτο» της εκδίκησης και μαζί το βάλσαμο της συγχώρεσης.

Πάνω στον κινηματογραφικό καμβά του Τhree Βillboards Οutside Εbbing, Μissouri σκιαγραφείται με ενάργεια η εκάστοτε φυσιογνωμία από τους βασικούς και τους δευτερεύοντες δρώντες των οποίων η συμβολή νοηματοδοτείται χάρη στην μεσολάβηση συγκεκριμένων τεκταινόμενων. Μάλιστα η μαχητικότητα, η ντομπροσύνη και η επιμονή της κυρίαρχης μητρικής φιγούρας να ραπίζει την βολική αταραξία των συμπολιτών της μπροστά σε μία ειδεχθή ανθρωποκτονία,  την μετατρέπουν αυτομάτως σε μία μορφή που δεν συμβιβάζεται με χλιαρές υποσχέσεις, φθηνά ηθικολογικά κηρύγματα, υποκριτικά χαμόγελα, ένα παρήγορο χτύπημα στην πλάτη ή την μιζέρια ενός τόπου που προτιμά να εθελοτυφλεί όταν ορθώνονται στο διάβα του αληθινοί «σκόπελοι». Η απραγία ισοδυναμεί με συνενοχή στο έγκλημα και τα περιθώρια υπομονής στενεύουν. Το «μπαμ» συμβαίνει με ένα εκρηκτικό κοκτέιλ ενεργειών η οποίες μεταστρέφουν ριζικά την μέχρι πρότινος συνήθη νοοτροπία των κατοίκων του Έμπινγκ. Σε προτρέπουν να αναφωνήσεις ότι  η «Mildred πήρε το όπλο της» και όποιος θέλει ας κοπιάσει!

Βρείτε την ταινία στο IMDB

8 comment(s)