Ori And The Blind Forest - Review

Όταν τα παιχνίδια, γίνονται παραμύθια...

Υπάρχουν λίγες στιγμές που μπορούν να αγγίξουν έναν gamer βαθιά στην καρδιά του. Αυτές που επικαλούνται το συναίσθημα και παράλληλα φέρνουν την αντίστοιχη πρόκληση είναι ακόμη λιγότερες. Η εμπειρία μου με το Ori and The Blind Forest είναι μια από αυτές που θα μου μείνει χαραγμένη στο μυαλό, σαν μια καλά ριζωμένη, μεστή gaming εμπειρία. Εξ' αρχής πρέπει να ξεκαθαρίσω πως ο τίτλος της Moon Studios είναι καλύτερο να παιχτεί παρά να περιγραφτεί σπιθαμή προς σπιθαμή και λέξη προς λέξη, μιας και το οπτικό αλλά και το παικτικό αποτέλεσμα είναι αντάξιο –αν όχι πέραν- των προσδοκιών μου, οπότε από τη πλευρά μου θα κάνω το καλύτερο δυνατό να σας μεταφέρω τα όσα βίωσα στο δάσος του Nibel. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από τη βάση τους.

Το παιχνίδι περιστρέφεται γύρω από την σχέση της Naru, ενός αρκουδόμορφου πλάσματος και του Ori, ενός πνεύματος που έπεσε από το Δέντρο των Πνευμάτων και το οποίο περίθαλψε η πρώτη όταν το βρήκε ορφανό στο δάσος χιλιάδες χρόνια πριν. Σκοπός του Ori πλέον είναι να σώσει το δάσος από την καταστροφή που επήλθε και όντας το μοναδικό εν ζωή πνεύμα που μπορεί να επαναφέρει τη γαλήνη στο Nibel Forest, καλείται να επαναφέρει τα στοιχεία του νερού, του αέρα και της φωτιάς που πηγάζουν εκεί. Η πλοκή του Ori με συγκλόνισε από τα πρώτα κιόλας λεπτά, για τα οποία το μόνο που μπορώ να σας μεταφέρω χωρίς να αποκαλύψω κάτι είναι ότι μοιάζουν με τις αντίστοιχες πρώτες στιγμές του The Last Of Us και δε σας κρύβω ότι με βρήκα να βουρκώνω μετά το εναρκτήριο sequence. Ναι, τόσο έντονο είναι το συναίσθημα που μετέφερε η Moon Studios σε αυτόν τον παραμυθένιο καμβά αισθήσεων και χρωμάτων –για τον οποίο θα αναφερθώ αναλυτικά παρακάτω. Ο ρυθμός, ενώ είχα την εντύπωση ότι θα μειωθεί κατά τη διάρκεια του story, εν τέλει κρατήθηκε στα ίδια υψηλά επίπεδα μέχρι και το τέλος αυτής της αλησμόνητης περιπέτειας που μου πήρε –σύμφωνα με το κοντέρ του παιχνιδιού- κάτι παραπάνω από 8 ώρες.

Κάτι που γίνεται άμεσα αντιληπτό είναι πως το Ori and The Blind Forest, όντας ένα 2D platformer, δανείζεται με μαεστρικό τρόπο τη συνταγή των «Metroidvania» παιχνιδιών. Είναι ένα παιχνίδι με υποδειγματικό level design αλλά και gameplay. Όσον αφορά το gameplay δε σταματάει να ξεδιπλώνει τις αρετές του μέχρι τα τελευταία λεπτά της ιστορίας και εξελίσσεται σταδιακά. Ένα από τα πράγματα που το παιχνίδι πετυχαίνει είναι η πρόκληση, η οποία έχει ξεκάθαρα άρωμα παλαιάς σχολής, ελέω του genre που υπάγεται και χαρακτηρίζεται από τους άμεσους και στιβαρούς μηχανισμούς που προσφέρει, ενώ σε σημεία μπορεί να γίνει βάρβαρη χωρίς την απαραίτητη προσοχή και ακρίβεια από τον παίκτη. Δε σας κρύβω πως υπήρχαν σημεία που τυρρανήθηκα αρκετά.

Οι κινήσεις του Ori εκτελούνται ακαριαία με το platfοrming γενικότερα να είναι άψογο σε όλους τους τομείς. Αυτές οι κινήσεις όπως το thrust στον αέρα, μαζί με κάποιες άλλες ιδέες, είναι που προσδίδουν το απαραίτητο βάθος στο gameplay και το κάνουν να ξεχωρίζει από άλλα παιχνίδια της κατηγορίας του. Το αντίθετο μπορεί να πει κανείς για τη βασική επίθεση του Ori, που απλούστατα στοχεύει αυτόματα σε όσους εχθρούς εντοπίζει ο Sein, το πνεύμα που βοηθάει τον ήρωα μας. Μάλιστα, ο Ori μπορεί να αναβαθμίσει το ρεπερτόριο των κινήσεών του –τυπικό χαρακτηριστικό των Metroidvania- και έτσι να του δοθεί πρόσβαση σε περιοχές που ήταν μη προσβάσιμες μέχρι πρότινος, κυρίως για την πρόοδο του παιχνιδιού και έπειτα προς τέρψη της εξερεύνησης σε αυτόν το μαγευτικό κόσμο.

Το δάσος της Nibel χωρίζεται σε διάφορες περιοχές, που συνδέονται άρρητα μεταξύ τους, με τη κάθε μια να συμβολίζει τα βασικά στοιχεία (νερό, αέρας, φωτιά). Υπάρχουν, επίσης, και κάποιες μικρότερες περιοχές του χάρτη, με εξίσου μεγάλη ποικιλία στα περιβάλλοντα, στην πρόκληση που φέρουν αλλά και στο σχεδιασμό των επιπέδων. Σε όλα αυτά, κινητήριος μοχλός είναι τα αξιομνημόνευτα περιβάλλοντα, αφού κάθε περιοχή είναι ξεχωριστή στην εμφάνιση και έχει το δικό της χαρακτήρα, μουντό και καταθλιπτικό ή πολύχρωμο και επικίνδυνο.

Σαφώς, όντας ένα υπόδειγμα Metroidvania παιχνιδιού, το backtracking θεωρείται αναπόφευκτο και δεδομένο. Ο σχεδιασμός του κόσμου προσωπικά μου έκανε να λατρέψω την εξερεύνηση σπιθαμή προς σπιθαμή και ίσως να φταίει πως το ρολόι της συνολικής ενασχόληςη μπορεί να μέτρησε λίγη παραπάνω ώρα, διότι αρκετές φορές με βρήκα να χάνομαι σε αδιεξόδους κυνηγώντας orbs για αναβαθμίσεις του Ori. Πρέπει να πω, όμως, ότι προς το σημείο που η ιστορία όδευε προς το κλείσιμο της το backtracking ήταν επιτηδευμένα εντονότερο και λίγο παραπάνω από τα κατάλληλα όρια. Απαραίτητο στοιχείο στα πισωγυρίσματα του Ori είναι τα Soul Links, τα οποία επί της ουσίας λειτουργούν ως κινητά saves όπου μπορείτε κιόλας να αναβαθμίσετε το χαρακτήρα, εκτός από το να κάνετε respawn στο πλησιέστερο επιθυμητό σημείο. Η καινοτομία αυτή του τίτλου δε χρησιμοποιείται επ’ άπειρον μιας και μπορεί να χρησιμοποιηθεί εφόσον έχετε μαζέψει αρκετές ψυχές.

Το Ori and the Blind Forest, με μαγνήτισε από τη πρώτη ματιά στο μαγευτικά παραμυθένιο εικαστικό του και μπορώ να πω ότι το ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα. Πως να μην το ερωτευτώ άλλωστε όταν η απεικόνισή του θυμίζει σκίτσα που ζωγραφίζονται στο χέρι, ενώ οι αλλεπάλληλες αλλαγές στα χρώματα σφυρηλατούσαν τις κόρες των ματιών μου. Εκπληκτικά βρήκα και τα animations, τα οποία εκτελούνται ομαλότατα. Τα περιβάλλοντα, από την πλευρά τους, είναι ζωγραφισμένα έτσι ώστε να είναι τόσο διαφορετικά το ένα με το άλλο που θυμόμουν το καθένα ξεχωριστά.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνω στα ολοζώντανα backgrounds, που προσέδιδαν όχι απλά μία διάσταση αλλά πολλές διαφορετικές, αφού φαινόντουσαν σαν στρώσεις από δέντρα, πέτρες και βλάστηση το ένα πίσω από το άλλο. Ένιωθα σαν να έβλεπα ένα παραμύθι που κάποιος γυρνούσε συνεχώς τις σελίδες και εγώ παρατηρούσα τη δράση κρυμμένος πίσω από θάμνους και πέτρες. Πραγματικά μοναδικό το αποτέλεσμα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που τα γραφικά του βοηθούν να περνούν συναισθήματα στον παίκτη ανάλογα με τα περιβάλλοντα, άλλοτε χαρούμενα και φερέλπιδα και άλλοτε βουτηγμένα στη θλίψη και την καταστροφή.

Το ίδιο συμβαίνει και με τη μουσική, η οποία συγκαταλέγεται άνετα στα καλύτερα soundtracks που άκουσα σε βιντεοπαιχνίδι για την τρέχουσα γενιά. Οι μελωδίες που συνέθεσε ο μέχρι πρότινος άγνωστος για μένα Gareth Coker, όχι απλώς ταιριάζουν με το υπόλοιπο σύνολο, αλλά διηγούνται σε ένα δικό του φάσμα, το πάθος και τη συγκίνηση της περιπέτειας του Ori. Η μουσική του παιχνιδιού μου έφερε αναμνήσεις από τα παλιά, μου θύμισε παλιά παραμύθια που μας διάβαζε η μαμά πριν πέσουμε για ύπνο και εμείς στο μυαλό μας φτιάχναμε τις εικόνες και τις νότες.

Συνοψίζοντας : Εν τέλει αυτό ήταν το Ori and the Blind Forest, ένα παραμύθι αγάπης και απώλειας, θανάτου και αναγέννησης. Μόνο που σε αυτό το παραμύθι δεν ήμουν ένας απλός παρατηρητής πίσω από τους θάμνους και τα δέντρα του Nibel, αλλά συμμετείχα στη δράση και έγινα μέρος των εξελίξεων. Δε διάβαζα το παραμύθι, δεν το άκουγα, δεν το έβλεπα. Ήμουν μέσα στο παραμύθι. Και αυτό από μόνο του μπορεί να συνοψίσει την αξέχαστη εμπειρία που είχα και τη γλυκιά γεύση που θα σας αφήσει το Ori and the Blind Forest. Τόσο έντονη γεύση που θα ηχεί ακόμη και όταν θα αναπολούμε την τρέχουσα γενιά. Παραγκωνίστε λοιπόν την όποια δυσκολία μπορεί να παρουσιάσει ως τίτλος και κάντε τη χάρη στον gamer εαυτό σας να βυθιστεί στο πόνημα της Moon Studios.
Box Art
Tested on : Xbox One
Developer : Moon Studios
Publisher : Microsoft Studios
Available for : PC, Xbox One
Release date : 2015-03-11

30 comment(s)