Maid of Sker Review – Μπορεί ένας καταδικασμένος έρωτας να σε στοιχειώσει;

Τι κρύβεται άραγε στη σοφίτα;

Τα παιχνίδια με στοιχειωμένα σπίτια, φαντάσματα, πνεύματα ή δαίμονες που καραδοκούν στις σκοτεινές γωνιές τους, περιμένοντας το επόμενο ανυποψίαστο θύμα τους, σαφώς κουβαλούσαν ανέκαθεν μια σαγηνευτική θεματολογία που τραβούσε και συνεχίζει να τραβά τους horror fans σαν μαγνήτης, παρόλο που έχουμε δει ή παίξει άπειρες ταινίες και παιχνίδια με ανάλογο περιεχόμενο. Η Wales Interactive, γνωστή κυρίως για τα Don't Knock Twice, The Bunker και Late Shift, γνωρίζοντας αυτή μας την αδυναμία και εμπνευσμένη από την Ουαλική λαογραφία, επέλεξε να πει τη δική της εκδοχή, χρησιμοποιώντας τον παραδοσιακό θρύλο του πραγματικού ξενοδοχείου Sker House και της τραγικής φιγούρας της Elizabeth Williams, η οποία με τη σειράς της είναι εμπνευσμένη από την ομότιτλη νουβέλα. Σύμφωνα λοιπόν με τον θρύλο, η Elizabeth φυλακίστηκε από τον πατέρα της στο εν λόγω οίκημα, όπου και πέθανε αρνούμενη να αφήσει τον έρωτα της ζωής της Thomas.

Το πραγματικό Sker House χτίστηκε τον 18ο αιώνα από μοναχούς και θεωρείται μια από τις διασημότερες στοιχειωμένες κατοικίες, αφού εκεί λέγεται πως ένας από τους μετέπειτα ιδιοκτήτες του που ασχολούνταν με τον αποκρυφισμό, υποδούλωσε αρκετές ψυχές, οι οποίες υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια και πέθαναν μαρτυρικά.  Η Wales Interactive εμφανώς εμπνευσμένη από τις ιστορίες του H. P. Lovecraft συνδύασε την ιστορία της νουβέλας, η οποία μιλά για ένα χαρισματικό παιδί που βρέθηκε στα συντρίμμια ενός πλοίου κοντά στα παράλια του ξενοδοχείου, μπλέκοντας το υπερφυσικό και την μυθολογία, με στόχο να μας προσφέρει μια ατμοσφαιρική horror εμπειρία. Τα κατάφερε άραγε;

Η τραγική ιστορία του παιχνιδιού, την οποία επιμελήθηκε μέρος σεναριογράφων που είχαν δουλέψει στα SOMA και Don't Knock Twice, ξεκινά το 1898, όταν ο επαγγελματίας μουσικοσυνθέτης Thomas Evans μπλέκεται ερωτικά με την Elizabeth Williams. Η Elizabeth είναι η κόρη μιας αριστοκρατικής οικογένειας, η οποία κατοικεί στο Sker House. Πρόκειται για ένα τεράστιο οίκημα που ο πατέρας της εκμεταλλεύεται ως ξενοδοχείο και μαζί με τον αδερφό του παρασύρει ενοίκους, τους οποίους χρησιμοποιεί πάνω σε πειράματα που έχουν να κάνουν με τον αποκρυφισμό. Ο πατέρας της, μαθαίνοντας για τον κατ’ αυτόν απαγορευμένο έρωτα, αποφασίζει να φυλακίσει την κόρη του στη σοφίτα, με σκοπό να την πείσει να παντρευτεί, για τους δικούς του λόγους, τον σύζυγο που της έχει επιλέξει, αλλά και να την χρησιμοποιήσει για τα σκοτεινά του πειράματα.

Η Elizabeth, ωστόσο, βρίσκει τρόπο να ειδοποιήσει τον αγαπημένο της Thomas, ο οποίος φτάνει εκεί έτοιμος να τη σώσει, χωρίς να έχει ιδέα για τα φρικιαστικά μυστικά που κρύβονται στα δωμάτια του ξενοδοχείου, το οποίο βρίσκει μισοκατεστραμμένο, ενώ τερατώδεις φιγούρες που αναφέρονται ως «Quiet Ones» περιφέρονται στους διαδρόμους του καταραμένου οικισμού. Οφείλω να το παραδεχτώ, η πλοκή του είναι αρκετά «πιασάρικη» και η αλήθεια είναι ότι ήμουν παραπάνω ενθουσιασμένος απ’ όσο έπρεπε όταν ξεκίνησα να παίζω. Σαν υπόθεση δεν μπορώ ότι ήταν άσχημη, είχε το απαιτούμενο μυστήριο, την ανατροπή που έπρεπε και δυο πιθανά τέλη (ένα «καλό» και ένα «κακό»), τα οποία σου ξεκλειδώνουν αν έχεις εντοπίσει κάποια στοιχεία-κλειδιά.

Αυτό που προσωπικά με απογοήτευσε είναι ότι σου δίνει από νωρίς στοιχεία για το τι συμβαίνει, τα οποία σε προϊδεάζουν αρκετά όχι μόνο για το που το πάει το πράγμα, αλλά σου αποκαλύπτουν νωρίς το όλο μυστήριο γύρω από το απόκοσμο και τον αποκρυφισμό που καταπιάνεται. Δυστυχώς, ειδικά αν έχετε παίξει παρόμοια παιχνίδια επηρεασμένα από τον Lovecraft, ξέρετε ακριβώς που θα καταλήξει το σενάριο και τι να περιμένετε από τους χαρακτήρες. Το παιχνίδι είχε κάποιες ενδιαφέρουσες πινελιές από διάφορα άλλα παιχνίδια του είδους, (όπως το να παίξει με το μυαλό σου) και έκανε ομολογουμένως φιλότιμες προσπάθειες να δημιουργήσει ατμόσφαιρα.

Το κακό είναι πως όλες έπεσαν στο κενό, αφού περισσότερο έμοιαζαν με σφήνες που απλά προστέθηκαν γιατί φάνταζαν καλή ιδέα στους δημιουργούς, πάρα γιατί είχαν κάποιο λόγο κι αφορμή ή κάποια πραγματική αιτία ύπαρξης. Σαν αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με το απλοϊκό, επαναλαμβανόμενο και μονότονο gameplay, καθώς και τους ανέμπνευστους εχθρούς που έμοιαζαν σαν μια κακή απομίμηση του Jason από το πρώτο Παρασκευή και 13 (αυτό με την σακούλα στο κεφάλι), με έκανε όχι μόνο να χάσω γρήγορα τον ενδιαφέρον μου αλλά και να βαρεθώ οικτρά.

Στα του gameplay, το Maid of Sker στηρίζεται στο stealth και στην εξερεύνηση. Ως ένας απλός μουσικός, ο Thomas δεν έχει κάτι πάνω του για να προστατευθεί, ούτε μπορεί να χρησιμοποιήσει κάτι από το περιβάλλον. Αρκετά αργότερα έρχεται στη κατοχή του μια μυστήρια σφαιρική συσκευή που παράγει ένα ενοχλητικό για τους εχθρούς ήχο, δίνοντάς σας έτσι μερικά δευτερόλεπτα να ξεφύγετε αν έχετε μπλέξει. Η συσκευή τροφοδοτείται με ένα είδος από εξαρτήματα, τα οποία βρίσκονται όπως και τα «μπουκαλάκια» αναπλήρωσης υγείας διάσπαρτα στο χάρτη. Στο μεγαλύτερο μέρος του παιχνιδιού το μόνο που έχει την ικανότητα να κάνει ο πρωταγωνιστής είναι ησυχία, πηγαίνοντας αργά και κρατώντας όπου χρειάζεται και όσο μπορεί την αναπνοή του. Αυτό σημαίνει πως επιβάλλεται να προχωρά σκυφτός για να ελαττώσει όσο περισσότερο γίνεται τον θόρυβο.

Οι εχθροί έχουν ένα συγκεκριμένο μοτίβο διαδρομής που σε αναγκάζει να κινηθείς ήσυχα σκυφτός πίσω τους, καθώς σουλατσάρουν αργά και βασανιστικά τους διαδρόμους, σε σημείο που κόντεψε να με πάρει ο ύπνος. Να αναφέρω εδώ ότι οι πόρτες για εκείνους (σε αντίθεση με εμένα που έπρεπε να πατήσω το ανάλογο κουμπί) ανοίγουν αυτόματα και επίσης κλείνουν για κάποιο λόγο αυτόματα, με αποτέλεσμα όταν ήμουν κοντά σε κάποιον να «τρώω» την πόρτα στη μούρη ουκ ολίγες φορές. Τα τέρατα που περιδιαβαίνουν στους διαδρόμους μπορεί να είναι μεν τυφλά, αλλά έχουν εξαιρετική ακοή. Τόσο εξαιρετική μάλιστα, που καταντάει εκνευριστικό, γιατί έτσι και σε πάρουν χαμπάρι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να γλιτώσεις, αφού όσο και να τρέξεις, όπου και να πας, θα σε προλάβουν και θα σε σκοτώσουν χωρίς πολλά-πολλά. Το πιο εκνευριστικό όμως είναι πως ακόμα και σε αεραγωγό να προσπαθήσεις να κρυφτείς θα κάτσουν απ’ έξω και θα σε περιμένουν μέχρι να βγεις.

Μου έτυχε ελάχιστες φορές να αποφασίσουν να επιστρέψουν στην προκαθορισμένη ρουτίνα σουλατσαρίσματος, αλλά μόλις έβγαζα κεφάλι έτρεχαν αμέσως στο μέρος μου. Υπάρχουν και επιπλέον φυσικά εμπόδια που προκαλούν θόρυβο, όπως διάφορα μοβ αέρια που αφήνουν πίσω τους οι εχθροί (τα οποία δεν κατάλαβα ποτέ τι είναι), καθώς και διάφορα μπουκάλια ή γυαλιά πεταμένα στους διαδρόμους ή λάμπες που για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο σπάνε κάθε φορά που περνάς από το ίδιο σημείο. Επιπλέον, ο Thomas ως αλλεργικός, όταν εισπνεύσει σκόνη ή καπνό από φωτιά (ακόμα κι όταν περνά δίπλα από ένα τζάκι) βήχει με αποτέλεσμα να ακούγεται.

Ο τρόπος φυσικά για να σταματήσει ο βήχας είναι να κρατήσει την αναπνοή του. Φαντάσου, λοιπόν, τώρα, να έχεις έναν εχθρό μπροστά σου, ο οποίος κάνει βόλτα με ρυθμό χελώνας κι επειδή υπάρχει ένα σύννεφο σκόνης να πρέπει να κρατήσεις στον περιορισμένο χρόνο που σου επιτρέπει την αναπνοή σου, καθώς αυτός αποφασίζει να κοντοσταθεί, γιατί μάλλον ξέχασε το θερμοσίφωνο ανοιχτό. Την κατάληξη νομίζω την αντιλαμβάνεσαι δεν χρειάζεται να στη πω. Και φαντάσου σε όλο αυτό να έχεις σώσει πριν μισή ώρα και να πρέπει να ξανακάνεις όλη αυτή την αργή διαδικασία απ’ την αρχή.

Το σύστημα save μοιάζει όπως εκείνο των παλιών Resident Evil. Υπάρχουν δηλαδή διάσπαρτα safe rooms όπου αντί για γραφομηχανές, έχουν για να σώνεις την πρόοδό σου γραμμόφωνα. Οι ομοιότητες με τη δημοφιλή σειρά της Capcom δε σταματούν εδώ ωστόσο. Στο μεγαλύτερο μέρος του παιχνιδιού, εκτός από τα key-items της ιστορίας που επιβάλλεται να βρείτε, θα πρέπει να ανακαλύψετε και κάποια κλειδιά με διάφορα σύμβολα πάνω τους που ανοίγουν συγκεκριμένες πόρτες. Αυτό απαιτεί συνεπώς έντονο backtracking, αλλά κάτι τέτοιο νομίζω θα εκνευρίσει περισσότερο τους νεότερους παίκτες, παρά έναν βετεράνο των survival horror. Επιπλέον, υπάρχουν και διάφοροι γρίφοι που θα πρέπει να λύσετε, οι οποίοι πιστεύω πως είναι από τα καλύτερα στοιχεία που έχει να επιδείξει το παιχνίδι. Το σίγουρο είναι ότι θα σας φέρει έντονα vibes από το παρελθόν.

Μάλιστα ορισμένοι έχουν όμορφες ιδέες που προσφέρουν μια ιδιαίτερη πινελιά ικανοποίησης σε εκείνους που επιζητούν κάτι τέτοιο. Αν μέχρι κάποιο σημείο πίστευα πως έφτασα τα όρια της υπομονής και αντοχής μου, το παιχνίδι μου εμφάνισε προς το τέλος έναν σούπερ εχθρό αλά Mr X, ο οποίος με κυνηγούσε ανελέητα μέχρι το φινάλε, με μεγαλύτερες αντοχές φυσικά στην σφαιρική συσκευή. Όταν εμφανίζεται, το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να τρέξω μακριά του. Υπό άλλες συνθήκες θα μου άρεσε αρκετά αυτή η προσθήκη. Η αδιανόητη όμως επιλογή του στούντιο να βάλει στο δρόμο σου την ώρα που σε κυνηγάει απλούς εχθρούς που απαιτούν ησυχία και σκόνη που πρέπει να κρατήσεις την αναπνοή σου (σημείωση: δεν μπορείς να κρατήσεις την αναπνοή σου όσο τρέχεις), νομίζω έφτασε τα όρια της αντοχής και του εκνευρισμού μου σε αυτό το περίπου εξάωρο που διαρκεί, σε τέτοια επίπεδα που δεν ήξερα ούτε ο ίδιος ότι έχω.

Ο οπτικοακουστικός τομέας είναι ακόμα ένα από τα μελανά σημεία του Maid of Sker. Η λεπτομέρεια στα γραφικά και τους χαρακτήρες απουσιάζει, τα textures είναι τόσο χαμηλής ανάλυσης και η γενική ποιότητα φαίνεται τόσο ξεπερασμένη, που θυμίζει παιχνίδι δυο γενιών πίσω. Το δε animation είναι τόσο αστείο που νομίζεις ότι οι χαρακτήρες έχουν συγκαεί ή έπαθαν κάποιο λουμπάγκο στη μέση, γεγονός που σε συνδυασμό με την συνολικά φτωχή ποιότητα του οπτικού τομέα, ρίχνει την όποια προσπάθεια για ατμόσφαιρα στον κάλαθο των αχρήστων. Στα ίδια επίπεδα κυμαίνεται και ο ηχητικός τομέας. Είχα ξεχάσει πόσα χρόνια είχα να δω παιχνίδι χωρίς πολυκάναλο ήχο.

Σε ένα παιχνίδι στο οποίο υποτίθεται πως ο ήχος παίζει σημαντικό ρόλο στην επιβίωσή σου και μάλιστα η ίδια η εταιρία διατυμπανίζει το «3D sound-based AI system» ως μια από τις βασικές εμπειρίες που προσφέρει στο gameplay, το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό. Εκτός ότι εν τέλει δεν έπαιζε σημαντικό ρόλο, στο μεγαλύτερο μέρος του παιχνιδιού, το πολυδιαφημισμένο αυτό «immersion», όπως και ο προσανατολισμός ήταν απλά ανύπαρκτα. Περισσότερο επεξεργαζόσουν την κατάσταση με το μάτι και την εμπειρία που αποκτούσες παίζοντας, παρά με το αυτί. Τα bugs αν και δεν μπορώ να πω ότι ήταν πολλά, ήταν αρκετά ωστόσο για να καταφέρουν να με εκνευρίσουν, ειδικά όταν οι εχθροί κολλούσαν στο μοναδικό σημείο εξόδου που είχα, αναγκάζοντας με να κάνω ξανά και ξανά loading.

Συνοψίζοντας : Το Maid of Sker είναι ένα indie παιχνίδι τρόμου που παρά την ενδιαφέρουσα πλοκή του δεν καταφέρνει να ξεχωρίσει από τα μυριάδες παρόμοια παιχνίδια που κυκλοφορούν εκεί έξω. Διαθέτει μερικές όμορφες ιδέες, όπως το κράτημα της αναπνοής, όμως πέρα από τους γρίφους του, δεν έχει να επιδείξει κάτι αξιοσημείωτο που θα ικανοποιήσει έναν σκληροπυρηνικό horror fan. Δανείζεται αρκετά στοιχεία άλλων διάσημων παιχνιδιών, όμως η υλοποίηση δυστυχώς χωλαίνει και κάνει τον παίκτη να χάσει γρήγορα το ενδιαφέρον και τον ενθουσιασμό του. Οι επιλογές στο σενάριο που προδίδουν γρήγορα το τι συμβαίνει, κάνοντας το μυστήριο να πάει περίπατο, το επαναλαμβανόμενο, ανέμπνευστο και απλοϊκό του gameplay, το προβληματικό stealth σύστημα και ο φτωχός οπτικοακουστικός τομέας, συνδράμουν σε ένα χλιαρό αποτέλεσμα που στην καλύτερη απλά αγγίζει την μετριότητα. Αν έχετε ατσάλινα νεύρα, σας αρέσουν αυτού του είδους τα παιχνίδια και δεν έχετε κάτι άλλο να παίξετε, τότε ίσως σε μια γενναία πτώση τιμής να του δώσετε μια ευκαιρία.
Box Art
Tested on : PS4
Developer : Wales Interactive
Publisher : Wales Interactive
Available for : PS4, Xbox One, PC
Release date : 28-07-2020

0 comment(s)