Bloodstained: Ritual of the Night Review - Η νεκρανάσταση ενός θρύλου

Igavania!

Σωτήριο έτος 2010 και τα πράγματα δεν δείχνουν ιδιαίτερα ευνοϊκά για το δημιουργικό μέλλον του Koji Igarashi. Σχεδόν δεκαπέντε χρόνια έχουν περάσει από τον θρίαμβο του Symphony of the Night που τον κατέστησε δικαίως ως τον απόλυτο ηγεμόνα του Castlevania franchise και διαδέχθηκαν έξι εξαιρετικοί τίτλοι στα φορητά της Nintendo και ο Iga τα βρίσκει σκούρα, με την Konami να στρέφεται προς την προσοδοφόρα και νέα τότε αγορά του mobile gaming, ενώ παράλληλα ο ίδιος ανέχεται το δυτικοποιημένο "αισθητικό αίσχος" του Lords of Shadow. Αποτυγχάνοντας να συμπλεύσει με τους νέους στόχους της εταιρίας, βρίσκει το θάρρος και αποχωρεί από την βιοποριστική ασφάλεια της Konami τέσσερα χρόνια αργότερα.

Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή. Εμπνευσμένος από την επιτυχημένη εκστρατεία του παρομοίως φυγά από την Capcom και πατέρα των Mega Man, Kenji Inafune, θέλει να αναστήσει πνευματικά την δημιουργία του και ωθούμενος από τους οπαδούς να φέρει έναν νέο τίτλο στα χνάρια των Castlevania. Ο Iga ξεκινά το δικό του kickstarter, το οποίο λήγει πανηγυρικά, καταρρίπτοντας κάθε προηγούμενο ρεκόρ, έχοντας συγκεντρώσει το ενδεκαπλάσιο ποσό του αρχικού στόχου των πεντακοσίων χιλιάδων δολαρίων. Ακολουθεί ένας πολυτάραχος κύκλος ανάπτυξης που έμεινε στην ιστορία για τις αλλεπάλληλες καθυστερήσεις και τις υφολογικές αλλαγές που άγχωσαν ουκ ολίγες φορές τους backers για να καταλήξουμε αισίως στην κυκλοφορία του Bloodstained: Ritual of the Night.

Η εισαγωγή του παιχνιδιού μας πληροφορεί πως βρισκόμαστε στην δύση του 18ου αιώνα και την αυγή της βιομηχανικής επανάστασης, με την ανθρωπότητα να απομακρύνεται σταδιακά από την πνευματικότητα, λόγω της ολοένα και αυξανόμενης προόδου της τεχνολογίας και της επιστήμης. Το γεγονός αυτό προκαλεί πανικό στο αρχαίο τάγμα των αλχημιστών που βλέπουν την επιρροή τους στο ανθρώπινο είδος να χάνεται και σε μία κίνηση απόγνωσης χρησιμοποιούν “εμπλουτισμένα” με κρυστάλλους ανθρώπινα θύματα (shardbinders), ώστε να λειτουργήσουν ως δίαυλοι για την έλευση δαιμόνων στην γη.

Είναι ξεκάθαρο πως διατηρείται η παράδοση που θέλει το σενάριο να μην είναι από τα δυνατά σημεία των παιχνιδιών του Igarashi, παρά να δημιουργεί τις βάσεις για το βουρκολιασμένο τοπίο που θα ακολουθήσει. Κρατήστε μόνο πως από τους shardbinders επιβιώνουν μονάχα η πρωταγωνίστρια Miriam και το αντίπαλο δέος Gebel και πως κάποια στιγμή εμφανίζεται το απαραίτητο κάστρο γεμάτο δαιμόνια που καλούμαστε να ξορκίσουμε.

Μιλώντας για παραδόσεις και προχωρώντας στο gameplay, όσοι έχουν ασχοληθεί με Castlevania της μετά-SOTN εποχής θα βρεθούν σε οικεία ανίερα εδάφη. Ένας χάρτης γεμάτος μυστικά, travel portals, αμέτρητα αντικείμενα και όπλα, πληθώρα upgrades, ένα crafting σύστημα που σε συνδυασμό με τα fetch quests μπορεί να σας απασχολήσει για ώρες, γρίφοι άρρηκτα συνδεδεμένοι με τις κεκτημένες ικανότητές σας και φυσικά ένα από τα πλουσιότερα rogues gallery στην ιστορία των βιντεοπαιχνιδιών συνθέτουν ένα θεσπέσιο αποτέλεσμα που θα χρειαστούν μόνο λίγα λεπτά ενασχόλησης με τον κόσμο του για να διαγραφεί από την συνείδηση σας ως Bloodstained και να αναβαπτιστεί σε αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή το επόμενο πραγματικό Castlevania.

To tactical souls system που πρωτοείδαμε στο Aria of Sorrow του GBA και παραμένει η πιο νευραλγική προσθήκη που παρουσιάστηκε στην σειρά μετά το Symphony, εδώ μετονομάζεται αναμενόμενα σε shard system. Ουσιαστικά κάθε είδος εχθρού δύναται να αφήσει σαν drop το δικό του μοναδικό κρύσταλλο που μεταφράζεται στα spells του παιχνιδιού, εκ των οποίων τα περισσότερα είναι επιθετικά και εξίσου χρήσιμα με τα υπόλοιπα όπλα σας καθώς και κάποια απαραίτητα για την πρόοδο.

Η ύπαρξη δεκάδων εχθρών άρα και spells συνεπάγεται πως θα ξοδέψετε αρκετό χρόνο μέχρι να βρείτε αυτό που σας εξυπηρετεί καλύτερα ανά περίπτωση. Υπάρχει όμως η δυνατότητα αποθήκευσης διαφορετικών builds (αντικειμένων, όπλων και spells) υπό τη μορφή shortcuts που βελτιστοποιούν την ροή και εξοικονομούν σημαντικό χρόνο έναντι της χρονοβόρας οθόνης του inventory.

Το σύστημα μάχης, ανεπηρέαστο από την αρτιότητα πρόσφατων κορυφών όπως το Dead Cells, εξακολουθεί να κινείται στην γνώριμη οδό όπου η επιτυχία επί των αντιπάλων εξαρτάται άμεσα από το level και το αρμάτωμα της Miriam. Όσον αφορά τους ίδιους τους εχθρούς, η ανάγκη για έστω και ελάχιστη αποστασιοποίηση που δημιουργείται λόγω της απομάκρυνσης από το αυθεντικό franchise, λειτουργεί προς όφελος του παιχνιδιού, αφού το φαινόμενο της ανακύκλωσης μεγάλης μερίδας των τεράτων άγγιζε ακόμα και τα όρια του ενοχλητικού στα προηγούμενα παιχνίδια. Στο Bloodstained συναντάμε αρκετούς νέους τύπους εχθρών χωρίς βέβαια να λείπουν και οι παλιοί γνώριμοι.

Το αρχικό επίπεδο δυσκολίας κρίνεται ικανοποιητικό για το μεγαλύτερο μέρος του παιχνιδιού. Θα σας πάρει περίπου είκοσι ώρες για να ανακαλύψετε κάθε σπιθαμή του χάρτη, με τους “κανονικούς” εχθρούς να καθιστούν την εξερεύνηση του κάστρου εθιστικά περιπετειώδη και την ανεύρεση του επόμενου save point υπέροχα ψυχοβγαλτική.

Αντιθέτως, τα bosses απογοητεύουν καθώς σχεδόν κανένα δεν προσφέρει ιδιαίτερη πρόκληση εφόσον είστε πλήρως εξοπλισμένοι με potions και αξιοπρεπή οπλισμό. Αν αναζητάτε τις συγκινήσεις των παλαιότερων επικών boss fights τότε θα πρέπει να απευθυνθείτε στα υψηλότερα επίπεδα δυσκολίας, αφού τα ξεκλειδώσετε.

Ο τεχνικός τομέας σπιλώνεται από αρκετά θέματα που σίγουρα επιδέχονταν βελτιώσεων και “γυαλίσματος”. Ακόμα και στις δυνατότερες εκδόσεις των PC, Xbox One και PS4 παρατηρούνται κάποια frame drops με αποκορύφωμα δύο boss fights, λοιπές παρατυπίες όπως το φαινόμενο του clipping και ελάχιστα "crashaρίσματα" για την PC έκδοση. Προβλήματα που ναι μεν ενοχλούν όταν υφίστανται, άλλα δεν αρκούν ώστε να χαλάσουν την συνολική εμπειρία.

Το ίδιο δυστυχώς δεν ισχύει και για την Day One έκδοση του Switch που μαστίζεται από χαμηλό framerate, crashes και μεγάλα loading times που γιγαντώνονται στην undocked εκδοχή του (σ.σ. Τα προβλήματα της Switch έκδοσης έχουν αναγνωριστεί και πιθανόν να έχουν ήδη διορθωθεί όταν θα διαβάζετε αυτές τις γραμμές).

Στο καλλιτεχνικό κομμάτι ο Iga “άκουσε” τα παράπονα των υποστηρικτών του για το αρχικά πολύ σκοτεινό και δυσδιάκριτο εικαστικό, αλλάζοντας την γραφική προσέγγιση προς ένα ύφος πιο λεπτομερές και με εντονότερα χρώματα. Κάτι που όπως δήλωσε ο ίδιος ευχαρίστησε τους δυτικούς, αλλά δυσαρέστησε τους Ιάπωνες.

Το σημαντικό είναι πως πάρα τον πιο “χαρωπό” σχεδιασμό των γραφικών που τελικά επιλέχθηκε, κατάφερε να διατηρηθεί ανέπαφη η γοτθική ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει κάθε έργο του Igarashi, αν και προσωπικά θεωρώ πως ο συνδυασμός του παρόντος, πλουσιότερου σε λεπτομέρεια, σχεδιασμού με την ζοφερή παλέτα του αρχικού build θα ήταν ο ιδανικός.

Στα του ήχου το Bloodstained επωφελείται ξανά από την αναγκαστική αλλαγή ονόματος με την επίσης βετεράνο από τα Castlevania, Michiru Yamane, να βρίσκει την ευκαιρία να συνθέσει ένα ολοκαίνουργιο soundtrack, άξιο απόγονο της βαριάς κληρονομιάς που κουβαλάει. Βέβαια η απουσία ασμάτων όπως το Vampire Killer και το Bloody Tears ίσως λείψει από τους πολύ παλιούς θιασώτες που πρωτοβρυκολάκιασαν με τα παιχνίδια του NES.

Στα voice overs όσοι αγαπήσατε την παλιά Konami ετοιμαστείτε για ένα διπλό χαστούκι νοσταλγίας στο απροειδοποίητο άκουσμα των πρώτων λέξεων που αρθρώνει ο πάλαι πότε Solid Snake, David Hayter, ως Zangetsu (ο οποίος θα είναι playable σε μελλοντικό δωρεάν DLC), με τους υπόλοιπους ηθοποιούς να εκπληρώνουν τους ρόλους τους σε επαρκή βαθμό, χωρίς ωστόσο να εντυπωσιάζουν.

Συνοψίζοντας : Το όνομα των Belmont δεν αναγράφεται πουθενά και η παρουσία των βαμπίρ παραμένει (προς το παρών τουλάχιστον) διακριτική. Ο Κόμης Iga όμως επιστρέφει μετά από ένα πολυτάραχο και μακροχρόνιο ταξίδι, έστω και ανεπίσημα, στην σειρά που τον καθιέρωσε και ο ίδιος στιγμάτισε. Μπορεί το προκλητικό ακρωνύμιο ROTN να μην φτάνει το αριστουργηματικό επίπεδο του SOTN, αλλά το Bloodstained ως γνήσιο τέκνο του δημιουργού του θα διασκεδάσει τους τουρίστες και θα ξεδιψάσει τους φανατικούς. Ανυπομονούμε και απαιτούμε ένα ακόμα καλύτερο sequel αυτού τού “νέου” (ας ελπίσουμε) saga.
Box Art
Tested on : PC
Developer : ArtPlay
Publisher : 505 Games
Available for : PS4, Xbox One, Switch, PC
Release date : 12-07-2019

2 comment(s)