Πλοκή:
Ένα καλοσυνάτο ηλικιωμένο ζευγάρι που ζει απομονωμένα σε ένα μικρό αγροτικό σπίτι στην επαρχία της Αγγλίας, προετοιμάζεται για μια ενδεχόμενη πυρηνική επίθεση από την Ρωσία, χρησιμοποιώντας ένα εγχειρίδιο επιβίωσης της βρετανικής κυβέρνησης.
Δώσε μου και λίγο context:
Βασισμένο στο ομώνυμο graphic novel του Raymond Briggs, το When the Wind Blows είναι ένα ενήλικο animation σε σκηνοθεσία του Jimmy Murakami και παραγωγή από την TVC London, την ίδια εταιρεία που είχε κάνει και το The Yellow Submarine (που βασίστηκε στο τραγούδι των Beatles) το 1968. Κάτι που ίσως έχει χαθεί στον χρόνο είναι πως το The Yellow Submarine, ήταν ένα από τα έργα – σταθμούς για το animation ως μέσο έκφρασης, τουλάχιστον για την διεύρυνση της αντίληψης του ευρέος κοινού για τις δυνατότητες του μέσου, καθώς εκείνα τα χρόνια ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με “παιδικές” ταινίες. Το When the Wind Blows λοιπόν είναι η πιο φιλόδοξη παραγωγή του αλλά, και η, κατά τη γνώμη μου, καλλιτεχνική του κορύφωση, αποτυπώνοντας ένα δύσκολο και δυσάρεστο θέμα με μεγάλη πρωτοτυπία και δύναμη.
Ιδιαίτερο fun fact επίσης: ο σκηνοθέτης του, Jimmy Murakami, είχε δημιουργήσει μαζί με τον Fred Wolf από το 1960 (και το 1978 μπήκε συνεργάτης και ο Charles Swenson) ένα animation studio που τον Δεκέμβριο του 1987 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά μια μικρή, αλλόκοτη σειρά κινουμένων σχεδίων με το όνομα Teenage Mutant Ninja Turtles.

Γιατί να το δω;
Βασικά, αν δεν αντέχετε τη δεδομένη στιγμή τις συναισθηματικά οδυνηρές ιστορίες, μην το δείτε. Είναι από αυτά τα έργα που αποτυπώνονται μέσα σου σαν εφιάλτης. Θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως η πιο στενάχωρη animated ταινία που έχει γίνει ποτέ, αν δεν υπήρχε και το άλλο βασανιστήριο που ονομάζεται Grave of the Fireflies. Είναι ψυχοπλακωτικό και αποπνικτικά απαισιόδοξο, βγαλμένο από τα πιο σκοτεινά βάθη του ψυχροπολεμικού συλλογικού φόβου.
Για την πολύ ιδιαίτερη αισθητική του. Συνδυάζοντας παραδοσιακό χειροποίητο animation με stop motion αλλά και αληθινά πλάνα, η ταινία δημιουργεί μια πολύ αλλόκοτη ατμόσφαιρα. Οι δημιουργοί φαίνεται σαν να παίζουν με την οικειότητα και την ασφάλεια που δημιουργεί το animation, παρεμβάλλοντας ενίοτε stop motion στοιχεία στο σπίτι και το περιβάλλον για να σπάσουν αυτήν την “ασφάλεια” με έναν –διακριτικά- άβολο τρόπο, μειώνοντας την ψυχολογική απόσταση με τον κόσμο της ταινίας. Φαίνεται πως δεν θέλει σε αφήνει να νιώσεις άνετα και “ζεστά” μέσα της. Υπάρχει κάτι το δυσοίωνο πανταχού παρόν.

Για την μουσική που επιμελείται ο Roger Waters των Pink Floyd και θα μπορούσε άνετα να αποτελεί μέρος του The Wall. Επίσης, πιστεύω, ηθελημένα το τραγούδι των credits (Folded Flags) παραπέμπει τόσο στο Brain Damage όσο και στο Goodbye Blue Sky. Και δεν είναι ο μόνος superstar που συναντάμε στο soundtrack. Το τραγούδι των τίτλων αρχής ανήκει στον David Bowie, ο οποίος μάλιστα ήταν αρχικά προγραμματισμένο να γράψει όλη την μουσική της ταινίας, πριν αποσυρθεί λόγω υποχρεώσεων και αναλάβει ο Waters. Υπάρχουν ακόμα κομμάτια των Genesis, του Hugh Cornwell (των Stranglers), των Squeeze… Αληθινή παρέλαση αστέρων.
Για τις σκηνές των ονείρων αλλά και αυτήν της βόμβας, στις οποίες οι δημιουργοί αφήνονται σε πιο πειραματικά μονοπάτια και παραδίδουν μικρά, αυτόνομα έργα τέχνης. Βρίσκω επίσης πολύ εύστοχο ότι δεν δείχνει ποτέ την έκρηξη καθαυτή, μόνο σκηνές από τα “περίχωρα”.

Γιατί μοιάζει με μια –δυστυχώς- πολύ επίκαιρη κραυγή απόγνωσης απέναντι στην παράλογη βία των πολέμων (προφανώς) αλλά και την “αόρατη” βαναυσότητα των σύγχρονων όπλων. Η φύση του πολέμου αλλάζει συνεχώς. Εδώ έχουμε να κάνουμε με πυρηνικό ολοκαύτωμα που λειτουργεί ταυτόχρονα κυριολεκτικά όσο και συμβολικά: μια αργή, ακατανόητη δηλητηρίαση όλης της ζωής από τον πόλεμο.
Οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες, αθώοι σαν παιδιά, μοιάζουν ταυτόχρονα με καρικατούρες, βγαλμένες από την επιτηδευμένα αισιόδοξη αισθητική της ρεκλάμας της δεκαετίας του 50 και του 60, όσο και με αληθινούς ηλικιωμένους ανθρώπους, με την ψευδαίσθηση ότι καταλαβαίνουν την εποχή.

Με μια καλοσυνάτη αφέλεια και άκαμπτη πίστη στις αρχές, προσγειώνονται βασανιστικά στην ζοφερή πραγματικότητα. Το πιο σκληρό είναι πως ο θεατής καταλαβαίνει από πολύ νωρίς την μοίρα τους. Αντιλαμβάνομαι πως σε κάποιους αυτή η τόσο τονισμένη αγαθότητα/πίστη του παππού μπορεί να μοιάζει συναισθηματικά χειριστική, αλλά, εγώ πάντα το έβλεπα περισσότερο σαν ένα προειδοποιητικό καμπανάκι που οι δημιουργοί προσπαθούν να ηχήσουν όσο πιο δυνατά μπορούν, μπας και ξυπνήσουμε επιτέλους όλοι μας.