Ένα ηχητικό ταξίδι στην μουσική των βιντεοπαιχνιδιών! 

Hey, Listen!

Ένα ηχητικό ταξίδι στην μουσική των βιντεοπαιχνιδιών!

Με αφορμή τα τρίτα γενέθλια του Breath of the Wild μου γεννήθηκε, μετά από καιρό, η όρεξη να επιστρέψω στο παιχνίδι. Δεν είχα σκοπό να ασχοληθώ εκτενώς, η λίστα με τα παιχνίδια/ ταινίες/ βιβλία που με ενδιαφέρουν και διεκδικούν τον λιγοστό χρόνο μου, πρέπει σε μήκος να πλησιάζει τα τρία -ξετύλιχτα- χαρτιά υγείας αυτή τη στιγμή. Οπότε δεν έχω την πολυτέλεια να “χασομερώ” άλλο με ένα παιχνίδι στο οποίο έχω ήδη αφιερώσει πάνω από 150 ώρες.

Και για εσάς τους νέους/φοιτητές/τεντιμπόηδες που αυτή τη στιγμή χασκογελάτε με το νούμερο αυτό, θέλω με λύπη να σας ενημερώσω ότι στην πώς-γίνεται-να-έχω-τόσες-υποχρεώσεις-χωρίς-να-έχω-καν-παιδί-ζωή μου, οι 150 ώρες ισοδυναμούν περίπου με ένα τρίμηνο αφιερωμένο σχεδόν εξ ολοκλήρου σε αυτό*. Δεν ξέρω αν εγώ είμαι απλά ανίκανος να διαχειριστώ σωστά τον χρόνο μου ή εκείνο το ρητό που λέει «μην μεγαλώσεις, είναι παγίδα», είναι η πικρή αλήθεια. Όπως και να ’χει, καλύτερα να μείνετε μακριά. Αν θέλετε να παίζετε ατελείωτες ώρες παιχνίδια, τουλάχιστον…

Άνοιξα λοιπόν το Switch με σκοπό να κάνω μια μικρή περιήγηση, μόνο και μόνο για να πάρω και πάλι μια “μυρωδιά” της ατμόσφαιράς του. Είχα να ασχοληθώ πάνω από ενάμιση χρόνο και ήμουν περίεργος να το ξανανιώσω στα χέρια μου. Μερικά λεπτά μετά, κι ήταν σαν να έχω επιστρέψει σε κάποια παλιά γειτονιά μου. Ένα μίγμα οικειότητας και νοσταλγίας με κατέκλυσε. Τα βιντεοπαιχνίδια είναι πάνω απ’ όλα χώροι. Και όπως στην πραγματικότητα, πολλές φορές “ποτίζουμε” αυτούς τους εικονικούς χώρους με αληθινά συναισθήματα, μετατρέποντάς τους σε προσωπικά “κουτιά” αναμνήσεων και διαθέσεων. Ο “αέρας” του παιχνιδιού ήταν πλέον ανάμικτος με προσωπικά βιώματα και όταν γύρισα για να τον εξερευνήσω και πάλι, ήταν αδύνατον να διαχωρίσω το παιχνίδι από αυτά που του είχα εναποθέσει προσωπικά. Ήταν σαν παίζω και ταυτόχρονα να βλέπω μέσα από ένα καλειδοσκόπιο συναισθημάτων την συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μου. Νομίζω αυτό συμβαίνει λίγο πολύ σε όλους μας. Αλλά όχι με όλα τα παιχνίδια. Ορισμένα απ’ αυτά, με έναν μαγικό τρόπο, “φορτίζονται” πολύ πιο έντονα από άλλα.

Πιστεύω πως αυτό δεν είναι ούτε τυχαίο, ούτε αποκλειστικό αποτέλεσμα δικής μου, επιτηδευμένης προβολής συναισθημάτων πάνω στον κόσμο του. Το μεγαλύτερο μερίδιο της “ευθύνης” ανήκει στο ίδιο. Διότι δεν μπορείς να εναποθέσεις πράγματα, να “δεθείς” με κάτι αδιάφορο. Είναι απαραίτητο να έχει μια ολοκληρωμένη, ενδιαφέρουσα προσωπικότητα και μετά, είναι και λίγο θέμα χημείας, όπως στους ανθρώπους. Το γιατί ο χώρος του είναι τόσο ιδιαίτερος σε υφή και ατμόσφαιρα, ακόμα και σε σχέση με τα προηγούμενα παιχνίδια της σειράς, είναι ένας συνδυασμός πολλών παραγόντων, αλλά, όχι μόνο αυτών. Είναι αυτή η γνωστή αλλόκοτη αλχημεία που έχουν όλοι οι σπουδαίοι χώροι, εικονικοί και μη: είναι κάτι παραπάνω από το απλό άθροισμα των μερών τους. Αλλά αυτό το φευγαλέο “κάτι” είναι και το δυσκολότερο να αποσαφηνίσεις για να γράψεις. Απλά το νιώθεις.

Εγώ θα μείνω προς το παρόν στα πιο εύκολα γιατί μέχρι εκεί μου επιτρέπει το φτωχό μου το μυαλό. Level design, μηχανισμοί, writing, τεχνητή νοημοσύνη, art direction, είναι όλα κομβικής σημασίας και θα μπορούσα να συζητάω για το καθένα για πολλές ώρες. Αλλά σήμερα θα σταθώ σε μια πτυχή που, παρ’ όλους τους επαίνους και την αποδοχή που χαίρει γενικότερα σαν τίτλος, έχω την αίσθηση πως παραμένει κάπως παρεξηγημένη και, ενδεχομένως, και υποτιμημένη: την μουσική του. Όταν πάτησα ξανά το πόδι μου στα καταπράσινα λιβάδια του και εκείνο το απαλό πιάνο με διαπέρασε σαν δροσερό, μελαγχολικό αεράκι, συνειδητοποίησα πόσο κομβική είναι η μουσική στην αίσθηση του κόσμου του. Αυτό λοιπόν είναι ένα μικρό κείμενο αφιερωμένο στην μουσική των Manaka Kataoka, Yasuaki Iwata και Hajime Wakai για το Breath of the Wild και κατ’ επέκταση, στην τέχνη του Score των βιντεοπαιχνιδιών.

Η σημασία της θεματική αρμονίας

Αποτελώντας μέρος μιας σειράς που φημίζεται για την τοποθέτηση χαρακτηριστικών, μελωδικών συνθέσεών σε πρώτο πλάνο κατά τη διάρκεια του gameplay, το Breath of the Wild δέχτηκε αρχικά μπόλικη γκρίνια για την μινιμαλιστική του προσέγγιση στη μουσική. Αλλά, αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, ποτέ δεν πρέπει να κρίνουμε ένα έργο βάσει των δικών μας προσδοκιών. Οφείλουμε να το κρίνουμε μόνο με βάση αυτά που θέλει και προσπαθεί το ίδιο να είναι. Επιπρόσθετα, έχω αντιληφθεί πως πολλοί, κρίνουν επιπόλαια τη μουσική με βάση την ακουστική/μελωδική της ποιότητα εκτός παιχνιδιού. Αυτός όμως δεν είναι ο πρωταρχικός σκοπός της. Είναι σαν να κρίνεις ένα ψυγείο με βάση το πόσο όμορφο είναι. Η μουσική σε ένα βιντεοπαιχνίδι (όπως και σε μια ταινία) είναι ένα ακόμα εκφραστικό εργαλείο που υπηρετεί την εμπειρία. Και η μουσική του Breath of the Wild όχι απλά είναι εναρμονισμένη με το βασικό θέμα του παιχνιδιού αλλά το εμπλουτίζει και το αναδεικνύει με έναν υπέροχο τρόπο. Ερχόμαστε λοιπόν σε ένα άλλο πολύ σημαντικό κομμάτι του σχεδιασμού, το οποίο η Nintendo φαίνεται ότι καταλαβαίνει πολύ καλά: την σημασία του θέματος.

“Δουλεύω προσπαθώντας να καθορίσω όσο νωρίτερα γίνεται ποιο είναι το βασικό θέμα της ταινίας, ποια είναι η κεντρική ιδέα που εκφράζεται μέσα από την ιστορία. Από τη στιγμή που το βρίσκω, από τη στιγμή που έχω σχηματίσει μια κεντρική ιδέα, τότε κάθε απόφαση που θα πάρω στο σετ θα είναι επηρεασμένη απ΄ αυτήν  και θα ακολουθεί μια συγκεκριμένη λογική”. Τα λόγια αυτά ανήκουν στον Sydney Pollack (από το βιβλίο του Laurent Tirard, “Masterclass”, εκδ. Πατάκη) σκηνοθέτη εξαιρετικών ταινιών όπως  “Three Days of the Condor”, “Out of Africa” και “They Shoot Horses, Don’t They?”. Στον κινηματογράφο, η δημιουργία με ραχοκοκαλιά ένα βασικό θέμα, είναι μια πολύ διαδεδομένη πρακτική, η οποία, αν γίνει με συνέπεια, δημιουργεί συνοχή και αρμονία στο τελικό αποτέλεσμα.

Αυτό μπορεί να γίνει και στα βιντεοπαιχνίδια. Απλά, επειδή είναι πιο πολύπλοκα και πολυμορφικά, το θέμα δεν είναι απαραίτητο να πηγάζει από την ιστορία που θέλουν να αφηγηθούν. Η Nintendo είναι ξακουστή για την τοποθέτηση ενός κεντρικού θέματος στο gameplay και από εκεί και πέρα να προσαρμόζει τα πάντα με βάση αυτό. Το πιο ωραίο και τρανταχτό παράδειγμα αυτής της “από μέσα προς τα έξω” προσέγγισης είναι το Splatoon. Ξεκίνησε από αυτόν τον φανταστικό μηχανισμό του βαψίματος επιφανειών και εξελίχθηκε σε ένα παιχνίδι με πολύ πρωτότυπο και καλοδουλεμένο σύμπαν. Στην περίπτωση του Breath of the Wild τώρα, συμβαίνει κάτι παρόμοιο. Το κεντρικό του θέμα φυσικά είναι η ελευθερία του παίκτη σε επίπεδο gameplay, ο ανοικτός κόσμος, “open air” όπως χαρακτηριστικά το ονόμαζαν οι σχεδιαστές του.

Από εκεί, προέκυψε και το κυριότερο αφηγηματικό του θέμα, που είναι η εξερεύνηση και η επαναφορά, η “επούλωση” ενός κατεστραμμένου κόσμου. Το θέμα της αποτυχίας πάντα ήταν βασικό για τα Zelda και το Breath of the Wild το έχει ως αφετηρία. Έχεις ήδη αποτύχει. Ο κόσμος έχει ήδη διαλυθεί. Όλο το παιχνίδι λοιπόν είναι μια πορεία προς την επαναφορά του. Αυτό αντανακλάται και στον ίδιο τον Link ο οποίος πάσχοντας από αμνησία καλείται να βάλει τα δικά του κομμάτια μνήμης πάλι πίσω. Το θέμα της διάσπασης και της συναρμολόγησης, της επαναφοράς είναι παρόν στους δύο βασικούς πρωταγωνιστές του τίτλου: τον Link και τον κόσμο (μην ξεχνάτε τον ίδιο τον υπότιτλο που για πρώτη φορά δεν αναφέρεται σε κάποιον χαρακτήρα ή αντικείμενο).

Ερχόμαστε λοιπόν πίσω στη μουσική. Η προσέγγιση που ακολουθεί είναι ταυτόχρονα ξεκάθαρη και πολύ δημιουργική. Αρχικά φροντίζει να μην “σκεπάζει” τους “φυσικούς” ήχους του περιβάλλοντος, ώστε να αναδεικνύει τον κόσμο. Υπάρχουν και στιγμές, όπως ας πούμε όταν βρέχει, που είναι και εντελώς απούσα. Αυτό χαρίζει μια αίσθηση παρουσίας και κυριαρχίας στο φυσικό περιβάλλον, στο ηχητικό τοπίο η φύση έχει ξεκάθαρα το πάνω χέρι και αυτό μεταφέρεται ασυνείδητα στον παίκτη. Έπειτα, χρησιμοποιεί τις συνθέσεις για να εκφράσει το αφηγηματικό θέμα, υποβάλλοντας σε πρώτο επίπεδο μια πιο χαμηλών τόνων, μελαγχολική διάθεση, και σε δεύτερο, επικοινωνώντας αυτόν τον κατακερματισμό που έχει υποστεί ο κόσμος. Γι’ αυτό τα κομμάτια συχνά χαρακτηρίζονται από μεγάλες παύσεις και κατεβασμένο τέμπο, ενώ, γνωστές μελωδίες του παρελθόντος της σειράς εμφανίζονται “σπασμένες” ή “αδύναμες”. Με αυτόν τον τρόπο, οι συνθέτες θέλουν να αντικατοπτρίσουν την “διάλυση” και παρακμή του κόσμου που ξέραμε. Πάρτε για παράδειγμα το κομμάτι που συνοδεύει πιο συχνά τον παίκτη στο ταξίδι του:

Οι νότες είναι σαν να συμπληρώνουν τους φυσικούς ήχους και όχι να προσπαθούν να επιβληθούν πάνω τους. Αποπνέουν την γαλήνη της φύσης αλλά και μια διακριτική θλίψη. Αυτά τα μικρά μουσικά σχολιάσματα είναι πιο αποτελεσματικά απ’ οποιοδήποτε επικό theme της σειράς θα μπορούσε ποτέ να γίνει στο συγκεκριμένο πλαίσιο. Οι συνθέτες έχουν αντιληφθεί πως για να υπηρετήσουν καλύτερα την εμπειρία, πρέπει να είναι φειδωλοί αλλά εύστοχοι. Και το καταφέρνουν.

 Πάμε σε μια άλλη περίπτωση, εξίσου μελετημένη και κομψή:

Η σύνθεση μοιάζει κάπως ασυνάρτητη, κάπως “out of tune”,  αυτά που ακούμε φαίνονται πιο πολύ σαν διάσπαρτα τμήματα μουσικής παρά σαν “κανονικό” κομμάτι. Αυτό λοιπόν είναι το theme του Temple of Time από το Ocarina of Time, παιγμένο με παύσεις και σε πολύ χαμηλό τέμπο. Δεν έχει σημασία αν οι παίκτες το αντιληφθούν σε όλη του την έκταση, σημασία έχει ότι το συναίσθημα που αποκομίζουν, έστω και αόριστα, είναι αυτό ενός κομματιασμένου, δυσαρμονικού κόσμου. Και αν έχουν έμπειρο αυτί και το “πιάσουν” τελείως, τότε τα συναισθήματά τους θα είναι βαθιά. Διότι δεν τους δόθηκε κάτι έτοιμο, αλλά ενεπλάκησαν με το ερέθισμα και έβγαλαν νόημα από μόνοι τους. Η λέξη “εμπλοκή” είναι ίσως η σημαντικότερη για ένα καλό έργο τέχνης. 

Άλλες φορές πάλι, έχουμε αναγνωρίσιμες μελωδίες που μοιάζουν σαν να ξεπετάγονται μέσα από τις βαθιές ρωγμές του κόσμου, σαν αντίλαλοι ενός ξεχασμένου και θαμμένου παρελθόντος. Όπως εδώ με το theme του Kokiri Forest που ξεπροβάλλει μελαγχολικά, σχεδόν θρηνητικά, στο τέλος:  

Ή εδώ, όπου το βασικό θέμα όλης της σειράς, ακούγεται, μετά από λίγο, σχεδόν “πνιγμένο” κάτω από τους ήχους αυτής της “νέας” εποχής που εκφράζεται με το κοφτό, γρήγορο πιάνο. Είναι τόσο διακριτικό αλλά ταυτόχρονα τόσο δυνατό. Έχουμε συνηθίσει να ακούμε αυτό το theme με θριαμβευτική ενορχήστρωση και πάντα σε πρώτο πλάνο, οπότε, ακούγοντάς το εδώ, με αυτόν τον τρόπο, μας πιάνει εντελώς απροετοίμαστους.

Ο τρόπος που αναδύεται μελαγχολικά όταν ο παίκτης καλπάζει μέσα στη νύχτα, είναι ένας υπέροχος τρόπος να επικοινωνήσεις αισθαντικά ότι οι μέρες δόξας και ηρωισμού φαντάζουν μακρινές και τελειωμένες σ’ αυτόν τον κόσμο. Αλλά ταυτόχρονα, και αυτό είναι εξίσου σημαντικό, δεν βγάζει ποτέ απελπισία. Η συναισθηματική γραμμή στην οποία κινείται είναι λεπτή: νοσταλγία, θλίψη, “κούραση”, μοναχικότητα αλλά όχι με ασφυκτικό τρόπο. Η απελπισία θα ήταν ένα πολύ βαρύ και αταίριαστο συναίσθημα για το Breath of the Wild όπως και για όλη τη σειρά.  

Η διαφορά με το αντίστοιχο κομμάτι κατά τη διάρκεια της μέρας είναι εμφανής. Εδώ, από πίσω ακούγεται, σε χαμηλότερο τέμπο πάλι, το Zelda’s Lullaby, μουσική που φαντάζει εύστοχα, πιο υποστηρικτική, πιο ευαίσθητη, πιο ελπιδοφόρα, πιο δυναμικά αισιόδοξη.

Υπάρχει επίσης, η χρήση της μουσικής ως ηχητικό lore, όπως στο theme του Rito Village όπου η σύνδεση με το Dragon Roost Island του Wind Waker, γίνεται ξεκάθαρη με τον πιο απροσδόκητα όμορφο τρόπο όταν το επισκέπτεσαι.

Δεν γίνεται να μην αναφερθώ και στον φανταστικό τρόπο με τον οποίο αξιοποιείται η μουσική στο side quest της Tarrey Town, ένα από τα καλύτερα side quests στην ιστορία της σειράς. Αλλά αυτό έχει καλυφθεί εξαιρετικά στο βίντεο του Mark Brown για την μουσική του παιχνιδιού. Το απόσπασμα για το συγκεκριμένο quest ξεκινάει από το 7:38 αλλά σας προτείνω να δείτε ολόκληρο το βίντεο γιατί είναι εξαιρετικό και καλύπτει και ορισμένα πράγματα που δεν αναφέρονται σε αυτό το άρθρο.

Η ένωση των διαφορετικών αυτών ανθρώπων καθρεπτίζεται με έναν πολύ ελπιδοφόρο τρόπο στην μουσική. Αυτή η ιδέα εξελίσσεται και απογειώνεται όμως στο περσινό Outer Wilds. Εκεί, ο παίκτης έχει ένα όργανο με το οποίο μπορεί από οποιαδήποτε απόσταση να εντοπίσει τον ήχο άλλων εξερευνητών, καθένας από τους οποίους παίζει με έναν ξεχωριστό όργανο την ίδια μελωδία, στον πλανήτη όπου βρίσκεται παγιδευμένος. Η μουσική εδώ, λειτουργεί σαν ένας παρηγορητικός φάρος, σαν ένα γλυκό ενθύμιο ότι δεν είμαστε μόνοι ακόμα και όταν είμαστε μακριά, σε άλλους πλανήτες, σε ένα άγνωστο και αφιλόξενο σύμπαν. Στο τέλος, η μουσική θα αποτελέσει το σημείο επαφής και ελπίδας, μεταφέροντας το μήνυμα της ενότητας μέσα από το συγχρονισμένο και ολοκληρωμένο επιτέλους παίξιμο του κομματιού. Ακόμα και αν το σκοτάδι και το άγνωστο παραμένει. Πραγματική μαγεία.

Αυτά είναι μερικά μόλις δείγματα του νοηματικού πλούτου που μπορεί να κουβαλάει η μουσική. Όπως γίνεται φανερό, οι συνθέσεις δεν πρέπει να περιορίζονται στο να δημιουργήσουν απλά την κατάλληλη ατμόσφαιρα σε συνεργασία με το art direction και το level design, αλλά μπορούν να δίνουν βάθος στον κόσμο και να αναδεικνύουν τα αφηγηματικά θέματα με έναν άμεσο και φυσικό τρόπο. Πολύ συχνά σκεφτόμαστε την μουσική στα παιχνίδια ως μια ευχάριστη ηχητική συνοδεία στο gameplay, ως μια ταιριαστή “ταπετσαρία” στο background και τα επαινούμε, κυρίως, αν η μελωδία μας αρέσει. Αλλά αυτή είναι μια υποτιμητική απλούστευση του ρόλου που μπορεί και παίζει στις εμπειρίες μας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η μουσική είναι ένα ευρύ εκφραστικό μέσο με δυνατότητες που περιορίζονται μόνο από την δημιουργικότητα και την φαντασία των συνθετών της. Εκτός από το να υποβάλλει συναισθήματα, μπορεί να εκφράσει θέματα και ιδέες. Μπορεί μεν να μας συγκινήσει, να μας τονώσει ή να μας τρομάξει πολύ εύκολα, αλλά, μπορεί και να “αρθρώσει” νοήματα, που χαρίζουν επιπρόσθετες στρώσεις βάθους στο παιχνίδι.

Πολλές φορές ακούω τη μουσική του Breath of the Wild και την απολαμβάνω, αλλά, επισκεπτόμενος ξανά, μετά από τόσο καιρό, τον τεράστιο, κατεστραμμένο κόσμο του, συνειδητοποίησα ότι μέσα στο πλαίσιο του παιχνιδιού, ανυψώνεται σε κάτι πολύ παραπάνω από όμορφα διατεταγμένες νότες. Είναι κομμάτι του με έναν αδιαίρετο, απόλυτο τρόπο. Είναι μέρος του DNA του. Και όταν συμβαίνει αυτό, όταν δηλαδή η μουσική ανεβαίνει επίπεδα εντός του πλαισίου στο οποίο όφειλε εξ’ αρχής να λειτουργήσει, και όχι το ανάποδο, είναι μια αδιάψευστη απόδειξη ότι εκπλήρωσε στην εντέλεια τον ρόλο της.

Αντί επιλόγου

Αν ασχολείστε έστω επιφανειακά με τέτοια μουσική, όλα αυτά ενδεχομένως να σας φαίνονται προφανή και αυτονόητα. Ένας από τους κυριότερους λόγους που ήθελα να γράψω αυτό το άρθρο είναι επειδή έχω την εντύπωση πως η μουσική παραμένει ένα ελλιπώς εξερευνημένο, πολύ συχνά παραμελημένο ή απλοϊκά προσεγγισμένο κομμάτι των βιντεοπαιχνιδιών από τον ειδικό τύπο και τους παίκτες. Δεν την συζητάμε, δεν την αναλύουμε αρκετά και δεν της αποδίδουμε τα εύσημα που της αναλογούν, παρότι είναι ένα κομβικό κομμάτι κάθε, ανεξαιρέτως τίτλου. Κρυφή μου ελπίδα είναι ότι την επόμενη φορά που θα παίξετε το αγαπημένο σας παιχνίδι, θα αφιερώστε λίγη παραπάνω προσοχή στη μουσική και στον ηχητικό σχεδιασμό του. Είμαι σίγουρος ότι θα ανακαλύψτε λεπτομέρειες που θα κάνουν την εμπειρία σας ακόμα πιο πλούσια.


*Το άρθρο έχει γραφτεί πριν ξεκινήσει η καραντίνα και σε μια έξαρση τραγικής ειρωνείας, με κάνει να “λουστώ” τον ελεύθερο χρόνο που τόσο επιθυμούσα.

4 comment(s)