Η πρώτη σκηνή εγκλήματος στην ταινία μοιάζει φαινομενικά απλή, μια γυναίκα σκοτώνει τον άντρα της και ο ντετέκτιβ Sommerset, με μια σχεδόν διστακτική φωνή ρωτά αν το παιδί της οικογένειας υπήρξε μάρτυρας τη στιγμή που η μητέρα του τράβηξε τη σκανδάλη. Είναι μια ερώτηση που, αν μη τι άλλο, αφήνει χώρο στην ανθρωπιά, στην ενσυναίσθηση, στο νοιάξιμο για τον συνάνθρωπο αλλά και στο τραύμα που αφήνει πίσω μία τέτοια πράξη. Ωστόσο η κυνική και απορριπτική απάντηση του συναδέλφου του επαναφέρει βίαια τον Sommerset στην ωμή πραγματικότητα και ταυτόχρονα τοποθετεί τον θεατή στην κατάλληλη αφετηρία. Εδώ, αυτή η πόλη, αυτός ο κόσμος, δεν βρίσκεται απλώς σε πτωματική κατάσταση αλλά είναι ήδη σε βαθιά σήψη.
Η διαφθορά και η βία δεν είναι απλώς κοινωνικό φαινόμενο αλλά σχεδόν φυσικός νόμος που κυριαρχεί πάνω στα πάντα με αποτέλεσμα ο Sommerset να μοιάζει σαν μια φωνή ξένη, μια ύστατη υπενθύμιση ότι η ενσυναίσθηση δεν έχει ακόμη σβήσει ολοκληρωτικά.

Η είσοδος του ντετέκτιβ Mills έρχεται να σπάσει αυτή τη μελαγχολική οπτική και να δημιουργήσει μια νέα δυναμική. Ο Mills δεν κουβαλά το βάρος της παραίτησης ούτε την κούραση που βαραίνει τον Sommerset αλλά αντίθετα τη ζωντάνια, την ορμή και την πίστη ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο γύρω του. Είναι αυθόρμητος, συχνά παρορμητικός, και βλέπει στη δουλειά του μια ευκαιρία να αποδείξει πως η δικαιοσύνη μπορεί ακόμη να νικήσει τη βία. Εκεί όπου ο Sommerset θεωρεί ότι όλα είναι καταδικασμένα, ο Mills βλέπει μια μάχη που αξίζει να δοθεί. Έτσι, η σχέση τους γίνεται το κεντρικό πεδίο σύγκρουσης της ταινίας σαν ένα συνεχές πεδίο κουβέντας ανάμεσα στην παραίτηση και την ελπίδα, στον κυνισμό και την αυταπάτη.
Πίσω όμως από αυτή τη σκοτεινή αφήγηση βρίσκεται η οπτική του David Fincher και το σενάριο του Andrew Kevin Walker. Ο Walker εμπνεύστηκε το Seven από τις προσωπικές του εμπειρίες όταν μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, σε μια εποχή που η πόλη βυθιζόταν στην εγκληματικότητα και στην έξαρση της χρήσης ναρκωτικών στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Η αίσθηση μιας κοινωνίας που κατέρρεε κάτω από το βάρος της βίας, της διαφθοράς και της αδιαφορίας μετουσιώθηκε σε σενάριο. Ο Fincher, με τη σειρά του, πήρε αυτό το υλικό και το μετέτρεψε σε μια κινηματογραφική εμπειρία που ξεπέρασε τα όρια του θρίλερ και δημιουργεί μια ατμόσφαιρα όπου η βροχή, το σκοτάδι και οι σκιές της πόλης έγιναν ένας ζωντανός εφιάλτης.

Μέσα σε αυτόν τον εφιάλτη λοιπόν, ο Fincher και ο Walker επιχειρούν κάτι που μέχρι τότε δεν είχε ξαναγίνει στο είδος. Δίνουν στο έγκλημα φιλοσοφική διάσταση και το μετατρέπουν σε σχόλιο για την ίδια την κοινωνία. Ο John Doe δεν είναι απλώς ένας μανιακός αλλά μια σκοτεινή φωνή που, μέσα από τα τερατώδη εγκλήματά του, αναγκάζει το κοινό να κοιτάξει κατάματα τη δική του σήψη. Οι φόνοι δεν παρουσιάζονται ως τυχαίες πράξεις βίας αλλά ως τελετουργίες με συμβολικό χαρακτήρα, μια διαστροφική διδασκαλία που αποκαλύπτει πόσο σαθρά είναι τα θεμέλια του κόσμου όπου εκτυλίσσεται η ιστορία.
Κάνουν όμως και κάτι ακόμη, κάτι τόσο καθοριστικό και επαναστατικό που, κατά τη γνώμη μου, μετατρέπει την ταινία από εξαιρετική σε διαχρονικό αριστούργημα της έβδομης τέχνης. Και τώρα απευθύνομαι σε εκείνους που γνωρίζουν την εξέλιξη της ιστορίας, σε όσους έχουν δει την ταινία. Όσοι δεν την έχετε παρακολουθήσει καλό είναι να σταματήσετε την ανάγνωση, γιατί αυτό που ακολουθεί αποτελεί spoiler.

Βρισκόμαστε στην τρίτη πράξη της ιστορίας. Οι δύο ντετέκτιβ δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για το ποιος μπορεί να κρύβεται πίσω από τα εγκλήματα. Και τότε, ένα ταξί σταματά έξω από το αστυνομικό τμήμα και κάποιος κατεβαίνει. Στην αρχή βλέπουμε μόνο την πλάτη του καθώς προχωράει αργά προς την είσοδο. Για πρώτη φορά δεν βρέχει πια. Και τότε ακούγεται η ατάκα, κάτι σαν το meet cute των ρομαντικών ταινιών, μόνο που εδώ δεν υπάρχει ίχνος ρομαντισμού. Είναι η στιγμή που τα βλέμματά του δολοφόνου και των ντετέκτιβ συναντιούνται πραγματικά για πρώτη φορά. Η κραυγή “Ντετέκτιιιιιιβ”. Ο δολοφόνος παραδίδεται. Το έργο του έχει ακόμη ένα τελευταίο θύμα.
Αυτή η σκηνή, αυτή η κορυφαία στιγμή ανατροπής, είναι που κάνει το Seven να ξεχωρίζει και να θεωρείται μέχρι σήμερα μία από τις σπουδαιότερες ταινίες εγκλήματος στην ιστορία του σινεμά. Αν με ρωτάτε, την καλύτερη όλων των εποχών.
Καλύτερη διότι τα έχει πραγματικά όλα. Την ατμόσφαιρα που πνίγει τον θεατή από το πρώτο καρέ. Τη λιτότητα στην αφήγηση που δεν χρειάζεται περιττές εξηγήσεις για να προκαλέσει ανατριχίλα. Τη φωτογραφία που αποτυπώνει μια πόλη πνιγμένη στο σκοτάδι και στη βροχή. Τις ερμηνείες, και πάνω από όλα το ίδιο το κακό, προσωποποιημένο σε έναν δολοφόνο που ενεργεί με πλήρη συνείδηση. Δεν σκοτώνει επειδή το απολαμβάνει σαν πράξη αλλά επειδή απολαμβάνει το έργο του, την ιδέα του, τη στρεβλή του φιλοσοφία.

Για να μην σας κουράζω, το Seven κλείνει σήμερα 30 χρόνια, παραμένοντας μία από τις πιο επιδραστικές ταινίες του είδους και σημείο αναφοράς για τον τρόπο που κινηματογραφείται το έγκλημα. Το κείμενο φυσιολογικά θα έπρεπε να κλείσει εδώ. Όμως ας προσπαθήσουμε να το πάμε λίγο παραπέρα.
Τελικά, υπάρχει κάτι θετικό στην ταινία; Ναι, υπάρχει. Μια μικρή χαραμάδα ελπίδας. Είναι η σκηνή του δείπνου στο σπίτι του Mills. Εκεί όπου η παρουσία της συζύγου του, με την καλοσύνη, τη φιλοξενία και την αγάπη της για τον κόσμο και τον άντρα της, φωτίζει για λίγο το σκοτάδι.

Κι ίσως αυτή η στιγμή να είναι η πιο πολύτιμη, γιατί μας θυμίζει ότι ακόμη και μέσα στον πιο σκληρό εφιάλτη η ανθρωπιά επιμένει να υπάρχει, μικρή, αδύναμη, αλλά υπάρχει.
Must Read
Όταν τα παιχνίδια δεν κατέβαιναν, αλλά έρχονταν σπίτι σου...
Οι ThunderCats επιστρέφουν και εμείς θυμόμαστε το επικό intro που σημάδεψε τα παιδικά μας χρόνια
Save & Quit | Πώς μία πριγκίπισσα άλλαξε τα gaming γούστα μου