Στα μέσα του 18ου αιώνα, στην Αγγλία, σε μια εποχή όπου ο Διαφωτισμός κυριαρχούσε με τον ορθολογισμό και την κριτική σκέψη ως θεμέλια του πνεύματος, κάποιοι ποιητές στράφηκαν προς το απόκοσμο, το μακάβριο και τη φθορά. Τον θάνατο. Βρήκαν έμπνευση στα νεκροταφεία, όχι για να προκαλέσουν φόβο, αλλά για να στοχαστούν πάνω στην ανθρώπινη μοίρα, την απώλεια και την περατότητα της ζωής. Μέσα από τη σιωπή των τάφων αναζήτησαν απαντήσεις για την εσωτερική αγωνία, τον χρόνο που περνά και την αδυναμία του ανθρώπου να ελέγξει το τέλος του.
Οι μεταγενέστεροι μελετητές τους έδωσαν το όνομα «Ποιητές των Νεκροταφείων», καθώς το σκηνικό και η θεματολογία τους συνδέθηκαν άμεσα με την παρουσία του θανάτου και του κόσμου των νεκρών.

Η απαρχή αυτού του ρεύματος τοποθετείται στο 1721, με τη δημοσίευση του ποιήματος A Night-Piece on Death του Ιρλανδού ποιητή και κληρικού Thomas Parnell, στο οποίο ο Θάνατος παρουσιάζεται ως προσωποποιημένη μορφή που απευθύνεται στον αναγνώστη από ένα σκοτεινό βασίλειο γεμάτο σκελετούς, κρανία, φθορά και αποσύνθεση.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1742, ο Edward Young δημοσίευσε την πρώτη ενότητα του εκτενούς ποιήματος του Night-Thoughts, ένα έργο εμπνευσμένο από προσωπικά βιώματα απώλειας, το οποίο εξερευνά τη θνητότητα, τη ματαιότητα και την εσωτερική σύγκρουση του ανθρώπου μπροστά στον χρόνο που περνά και στον αναπόφευκτο θάνατο.

Οι ιδέες και οι εικόνες που διαμόρφωσαν οι «Ποιητές των Νεκροταφείων» πέρασαν σταδιακά από την ποίηση στην πεζογραφία, επηρεάζοντας στα τέλη του 18ου αιώνα τη δημιουργία της γοτθικής λογοτεχνίας. Το 1764, ο Horace Walpole δημοσίευσε το The Castle of Otranto, ένα έργο που θεωρείται το πρώτο γοτθικό μυθιστόρημα. Εκεί, τα στοιχεία του υπερφυσικού, του οικογενειακού τραύματος και της παρακμής συνδυάζονται με σκηνικά όπως κάστρα, υπόγειες στοές και παλιές κατάρες.
Το παράδειγμά του ακολούθησαν συγγραφείς όπως η Ann Radcliffe, ο Matthew Gregory Lewis και η Mary Shelley που διαμόρφωσαν τη γοτθική πεζογραφία σε ένα ευρύτερο λογοτεχνικό ρεύμα.

Τα βασικά της χαρακτηριστικά όπως η απομόνωση, οι σκελετοί, οι ψυχολογικά ταραγμένοι χαρακτήρες και η παρουσία του υπερφυσικού θα επηρέαζαν μια άλλη μορφή αφήγησης που γεννήθηκε έναν αιώνα αργότερα. Τον κινηματογράφο.
Από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ο κινηματογράφος άρχισε να αντλεί υλικό και αισθητική από τη γοτθική λογοτεχνία. Οι βωβές ταινίες τρόμου των δεκαετιών του 1920 και του 1930, όπως το Nosferatu του F. W. Murnau και το The Cabinet of Dr. Caligari του Robert Wiene, υιοθέτησαν τα σκοτεινά σκηνικά, τις παραμορφωμένες σκιές και τους χαρακτήρες που βρίσκονται παγιδευμένοι σε ψυχολογικά και καταραμένα αδιέξοδα. Την ίδια περίοδο η Universal Studios στην Αμερική κυκλοφόρησε ταινίες όπως το Dracula και το Frankenstein, μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη την ατμόσφαιρα της γοτθικής παράδοσης και καθιερώνοντας τον τρόμο ως κινηματογραφικό είδος.

Αν και για δεκαετίες αργότερα ο γοτθικός τρόμος παρέμεινε στο περιθώριο, στα τέλη του 20ού και στις αρχές του 21ου αιώνα γνώρισε μια αναβίωση, μέσα από δημιουργούς που επέστρεψαν στη σκοτεινή ατμόσφαιρα και την πένθιμη, ψυχολογική διάσταση του είδους. Ταινίες όπως το Bram Stoker's Dracula του Francis Ford Coppola και το Crimson Peak του Guillermo del Toro έφεραν ξανά στη μεγάλη οθόνη την ιδιαίτερη αισθητική και τα βασικά χαρακτηριστικά του γοτθικού τρόμου.
Χωρίς να το γνωρίζουν, οι «Ποιητές των Νεκροταφείων» χάραξαν έναν δρόμο που διαπερνά αιώνες και μορφές τέχνης, αφήνοντας την παρουσία τους να επιμένει διακριτικά στην ατμόσφαιρα, τη θεματολογία και τον τόνο πολλών σύγχρονων αφηγήσεων. Και αν θα έπρεπε να του δώσουμε ήχο, τότε, όπως οι slasher ταινίες είναι ουρλιαχτά πόνου και αγωνίας, ο γοτθικός τρόμος θα ήταν πένθιμοι και απόκοσμοι ψίθυροι από το σκοτεινό εκείνο σημείο ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο.