Στο Antlers ζωντανεύει ένας μακάβριος λαϊκός μύθος σε παραγωγή Guillermo Del Toro | Review 

Και έρχεται να στοιχειώσει τους Keri Russell και Jesse Plemons

Στο Antlers ζωντανεύει ένας μακάβριος λαϊκός μύθος σε παραγωγή Guillermo Del Toro | Review

Στο horror φιλμ Antlers, ο Scott Cooper (Hostiles, Out of the Furnace) κάθεται στην καρέκλα της σκηνοθεσίας για να μας διηγηθεί μία σκοτεινή ιστορία, με τον βραβευμένο από την Ακαδημία, Guillermo del Toro (The Shape of Water) να υπογράφει την παραγωγή, ενώ η Keri Russell (The Americans), ο Jesse Plemons (Other People) και ο μικρούλης Jeremy T. Thomas αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Το έργο εστιάζει στην ‘Julia Meadows’ (Russell), μία δασκάλα δημοτικού η οποία δουλεύει σε μία επαρχιακή απομονωμένη κοινότητα του Oregon, συγκατοικώντας μαζί με τον ‘Paul’ (Jesse Plemons), τον αδερφό της που τυγχάνει να είναι και ο σερίφης της περιοχής. Τα βήματά τους λοιπόν, θα στοιχειώσει η ιδιάζουσα περίπτωση του ‘Lucas Weaver’ (Jeremy T. Thomas), ενός αινιγματικού πιτσιρικά από την τάξη όπου παραδίδει μάθημα η ‘Julia’, καθώς πίσω από το αγόρι αυτό υφέρπει ένα αδιόρατο κακό, ένα φρικιαστικό πλάσμα ο θρύλος του οποίου μετράει αιώνες. Το σενάριο υπογράφει ο Nick Antosca. Επιπλέον, συμμετέχουν οι: Graham Greene, Amy Madigan, Rory Cochrane και ο Scott Haze.

Το παρόν project υπερφυσικού-υπαρξιακού τρόμου συνιστά ένα ζοφερό παραμύθι με φολκλορικές επιρροές ενώ το στοιχείο του φανταστικού είναι κυρίαρχο σε αυτό αφού είναι πλασμένο από διάσημες προφορικές παραδόσεις και τοπικές δοξασίες της αμερικανικής υπαίθρου. Οι αλληγορικές προεκτάσεις της ταινίας είναι έντονες και διατρέχουν στο σύνολό του το εν λόγω κινηματογραφικό εγχείρημα, με τις πεποιθήσεις αυτές να έχουν αρχέγονες ρίζες οι οποίες μέσα από πολύ κλασικές μορφές και αναπαραστάσεις καταλήγουν στον φόβο για το άγνωστο. Παρόμοιες εξιστορήσεις έχουμε ξαναδεί στη μεγάλη οθόνη, αλλά και στη μικρή με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις διάφορες περιπέτειες των αδερφών Winchesters, στο Supernatural. Συν τοις άλλοις, σε όλα τα παραπάνω μπορεί να προστεθεί το μοτίβο του απόντα πατέρα που απαντάται και εδώ.

Μεταξύ άλλων, γίνεται λόγος για το τραύμα που περνάει από γενιά σε γενιά σε μία οικογένεια, για την ανέχεια, την διακίνηση ναρκωτικών, την παραμέληση, την ψυχική βία, την εσωστρέφεια μίας κλειστής κοινότητας, την ανασφάλεια, τον κατατρεγμό των ινδιάνικων φυλών, και γενικότερα το πολύπαθο παρελθόν γηγενών πληθυσμών των Η.Π.Α., όπως επίσης την απληστία των λευκών, την επικράτηση της εκβιομηχάνισης με τον συνακόλουθο αντίκτυπό της στην άγρια φύση και την χωρίς μέτρο εκμετάλλευση αυτών των πόρων.

Το αφήγημα τα προσεγγίζει όλα τα ανωτέρω με κάπως κοινότοπο τρόπο ώστε να εντοπίζει κανείς αρκετά κλισέ του είδους ως προς την αφήγηση των γεγονότων όπου παρεμβάλλονται και ορισμένα τα jump scares. Αυτό πάντως, δεν σημαίνει ότι δεν κατορθώνει να διαμορφώσει το κατάλληλο κλίμα. Απεναντίας χτίζεται μία υποβλητική, σχεδόν ασφυκτικά καταθλιπτική ατμόσφαιρα απειλής και φρίκης. Η αβεβαιότητα και το αίσθημα της ανησυχίας σε συνοδεύει σχεδόν σε κάθε σκηνή. Η φωτογραφία του Florian Hoffmeister, οι μελωδίες του Javier Navarrete, οι μυστηριώδεις κραυγές, oι σκιές, το αχνό, μουντό φως και η εναλλαγή του με σκοτεινά πλάνα συμβάλλουν στη παρουσίαση ενός αφιλόξενου μέρους χωρίς διέξοδο το οποίο και λειτουργεί ως πλαίσιο της δράσης.  

Επιπρόσθετα, ο del Toro αν και ήταν πίσω από την παραγωγή του θεάματος αυτού και όχι σε θέση σκηνοθέτη ή σεναριογράφου, εντούτοις έμμεσα δεν παύει μέσα από την φιλμογραφία του να εμπνέει και να ασκεί καταλυτική επίδραση σε άλλους δημιουργούς κυρίως όσον αφορά στη συνήθειά του να αγκαλιάζει το «τέρας» ή να δείχνει συγκατάβαση σε αυτό, υπογραμμίζοντας όσα εν τέλει το γέννησαν.

Έτσι, και ο Cooper επιλέγει να δανειστεί αυτήν την οπτική που φιλτράρει διαφορετικά το απόκοσμο, το παράταιρο, και το εφιαλτικά αποκρουστικό και εκείνο με τη σειρά του προσωποποιείται αλλιώτικα, σαν να ημερεύει. Αυτομάτως η απόδοσή του αποκτά μία πιο δραματική χροιά και μία μελαγχολική, ίσως πιο «ανθρώπινη» πλευρά η οποία πλέον σε αγγίζει και μπορείς να την δεις με κατανόηση, με επιείκεια.

Πέρα από τις αξιόλογες ερμηνευτικές ικανότητες των δύο ηθοποιών που ηγούνται του cast, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι στον Jeremy Thomas το δικό του εντυπωσιακό ταλέντο στην υποκριτική και την εκφραστικότητά του. Ο μικρούλης αυτός πετυχαίνει με το τόσο φυσικό παίξιμό του να σε κάνει να αναρωτιέσαι για το αν η φιγούρα που υποδύεται έχει όντως ανάγκη από κάποιον να τον συνδράμει ή αν δικαίως νιώθεις να σου παγώνει το αίμα με το ψυχρό του βλέμμα.

Το Antlers δεν δίνει έμφαση στο να διεγείρει τον απόλυτο τρόμο όσο στο να ταρακουνήσει το κοινό με την έννοια του προβληματισμού πάνω στο ζήτημα της ενδοοικογενειακής βίας, των άδικων διαχωρισμών, τον κοινωνικό αποκλεισμό, την εγκατάλειψη, και την καταπίεση.

0 σχολια